14.12.06

Did the math

-H ελπίδα ασχημαίνει.
-Επίσης η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
-Άρα θα πεθάνουμε άσχημες.

2.12.06

Country BlueGrass Blues & Other Music For Uplifting Gormandizers

Μπορεί να μην πρόλαβα να δω από κοντά

-τους Δίδυμους Πύργους
-τη Νέα Ορλεάνη
-τη Χαμπαντότα
-τα γιγάντια αγάλματα του Βούδα,

πρόλαβα όμως να πιω μια μπίρα στου CBGBs.

30.11.06

Πώς σε λένε;

-Μία. Από το Καμία.
-Σία. Από το Μαφία.
-Τία. Από το Μαρία.

23.11.06

Χέλια και δαχτυλίδια

Είχαμε ραντεβού. Άργησες πάλι. Τα ραντεβού μας είναι πάντα στο περίπου. Μου είπες: «Είχα τη μικρή. Πάμε στο ουζερί στο λόφο» και ξεκίνησες να περπατάς χωρίς να περιμένεις να πω αν συμφωνώ. Έτρεχα για να σε προλάβω· περπατάς πάντα μ’ αυτά τα τεράστια βήματα – σαν να έχεις προϋπηρεσία στα βουνά, με μια φλογέρα κι ένα ραδιοφωνάκι κάτω από τη μαύρη κάπα.

Στο δρόμο κάτι σου έπεσε χωρίς να το καταλάβεις. Ένα ροζ βραχιολάκι. Απόρησα. Ροζ; Δε με είδες που το μάζεψα. Ώρες αργότερα, μετά τα ούζα στο λόφο, ακόμα δεν είχες καταλάβει ότι το είχες χάσει. Παράγγειλες κι άλλο χέλι. «Το χέλι είναι πολύ καλύτερο από το σολομό» είπες και σηκώθηκες να πας στην τουαλέτα. Έβγαλα το βραχιολάκι απ’ την τσέπη μου. Είχε ένα άγνωστο λογότυπο πάνω.

Δεν άγγιξα το χέλι – ούτε τον πρώτο ούτε το δεύτερο γύρο. Δεν τρώω χέλι, δεν το ξέρεις, αλλά από το ταξίδι του μέλιτος έχω να φάω. Ταξίδι στο δρόμο, ένα αυτοκίνητο, δύο σκηνές, νιόπαντροι, είχαμε πάρει μαζί και ένα ζευγάρι φίλων που δεν είχαν λεφτά για διακοπές. Πηγαίναμε στην Κεφαλονιά. Κοντά στην αρχαία Ολυμπία, κάτσαμε να φάμε. Μια απέραντη ταβέρνα, ατέλειωτες σειρές τραπεζιών στη σειρά, παιδάκια-γκαρσόνια να τρέχουνε με τους δίσκους κι όλοι να τρώνε χέλια. Παραγγείλαμε κι εμείς αυτό για το οποίο ήταν διάσημο το μαγαζί.

Οι φίλοι ζήτησαν να δουν τις βέρες μας. Ήταν κάτι παράξενα δαχτυλίδια, τρεις κρίκοι με τα τρία χρώματα του χρυσού μπλεγμένοι μεταξύ τους. Τις φορούσα και τις δύο εγώ, που δε μ’ ενοχλούσαν. Τις έβγαλα για να τις δείξω. Μετά ήρθε η παραγγελία, οι βέρες ξεχάστηκαν, ήπιαμε, φύγαμε, την άλλη μέρα ο ήλιος ντάλα στην πρόχειρα στημένη στρατιωτική σκηνή. Μισάνοιξα το μάτι, έσπρωξα με το πόδι μου το καραβόπανο στην είσοδο, μπήκε μια ακτίνα κι έκατσε πάνω στο χέρι μου. Τα δάχτυλά μου γυμνά, οι βέρες μας χαμένες.

Τους ξεσήκωσα και τους τρεις. «Είναι γρουσουζιά να χαθούν, πάμε πίσω στην ταβέρνα». Πήγαμε – σαράντα χιλιόμετρα πίσω. Τα τραπέζια μαζεμένα το ένα πάνω στο άλλο, και στο δρόμο μπροστά απ’ το μαγαζί δεκάδες μαύρες σακούλες σκουπιδιών. «Ψάξετε στα σκουπίδια, βρε παιδιά, άμα θέλετε, άλλο τίποτα εγώ δεν μπορώ να κάνω» είπε ο ταβερνιάρης.

Ανοίγαμε τις σακούλες και χώναμε τα χέρια μέσα στους σκελετούς από τα χέλια, σαν να ξεμαλλιάζαμε τη Μέδουσα. Έκλεινα τα μάτια, γιατί νόμιζα ότι η Μέδουσα θα με μαρμαρώσει – δεν ήμουν ο Θησέας, δεν είχα ασπίδα για καθρέφτη και η αβέβαιη σωτηρία του γάμου μου είχε μια σιχαμένη όψη που δεν ήθελα να βλέπω. Όμως συνέχιζα να ψάχνω χωρίς μιλιά, πίστευα πως μέσα σ’ εκείνα τα φίδια θα έβρισκα ένα σύμβολο αγάπης.

Δεν τις βρήκαμε. Ο ταβερνιάρης με κοίταζε καταστεναχωρημένος να κλαίω δίπλα στις σακατεμένες φιδοφωλιές. Στους άλλους δεν άρεσε τόση δεισιδαιμονία, αυτοί με λυπόντουσαν για άλλο λόγο: που ήμουν τόσο προληπτική. Τώρα μου φαίνεται ότι με λυπόντουσαν που μάθαινα με αυτό τον άχαρο τρόπο ότι ο γάμος μου θα χαλούσε πολύ σύντομα.


Γύρισες από την τουαλέτα, έφαγες το χέλι που εγώ δεν άγγιξα. Σηκώθηκες να φύγουμε, πάλι κατηφόρισα το λόφο λίγα βήματα πίσω σου. Μπήκαμε σ’ ένα μπαρ κι άρχισες να πίνεις. Σε λίγο πήγα να φύγω. «Μη φύγεις, please». Τι σου χρειαζόμουν στην μπάρα μέχρι αργά; Το πρωί θα κρεμιόντουσαν από πάνω μου τα μικρά στον παιδικό σταθμό κι εγώ θα νύσταζα. Αυτή η συνάντηση ήταν για να σου ορκιστώ ότι θα αγαπιόμαστε για πάντα – από την ώρα που βρεθήκαμε πάσχιζα να σου το πω: πρώτα με έστησες πάλι και δεν κόλλαγε, μετά λαχάνιαζα στην ανηφόρα, μετά τα χέλια μού θύμισαν τη γελοιότητα των όρκων. Τώρα έβλεπα το ποτήρι να ρουφάει το πάνω χείλος σου όπως ο άνεμος τις κουρτίνες στα ανοιχτά παράθυρα και αισθανόμουν πως, ό,τι και να ’λεγα, θα σε διέκοπτα.

Έφυγα. Μόνη μου περπατούσα, πάλι όμως ένιωθα ότι έπρεπε να τρέξω, κάποιον να προλάβω. Στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας κρέμασα το ροζ σου βραχιολάκι σε μια τριανταφυλλιά, όπως κάνουνε με το μάρτη τα κορίτσια για να έχουνε ροζ μάγουλα.

Το άλλο πρωί στον παιδικό η κόρη σου μου τράβαγε τη φούστα. «Κυρία, κοίτα τι έχω!» και μου έδειξε ένα ροζ βραχιολάκι στον άσπρο της καρπό. «Πού το βρήκες, αγάπη μου;» «Μου το δώσανε οι κοπέλες χτες στα κινούμενα σχέδια, στο σινεμά. Είναι σαν αυτό που φοράνε στο δάσος όταν αρραβωνιάζονται και τα ζώα τραγουδάνε και χορεύουνε. Εγώ αρραβωνιάστηκα με τον μπαμπά μου χτες και φοράει κι αυτός το ίδιο μ’ εμένα τώρα». 3D animation ο παιδικός σταθμός, εγώ, η κόρη σου, εσύ, γύρω μας βέρες, βραχιόλια, χέλια, φίδια, δαχτυλίδια, όλα να ζωντανεύουν και να τρώει το ένα την ουρά του άλλου.

Πήρα αμέσως το αμάξι να πάω σπίτι, να προλάβω να ξεκρεμάσω το ροζ βραχιόλι των αγνών, αμελητέων αρραβώνων σου, να το σώσω, πριν βγούνε τα θηρία της ζούγκλας πεινασμένα και φάνε τις τριανταφυλλιές. Αγωνιούσα παράλογα. Το βρήκα και το φόρεσα στο χέρι μου. Γύρισα στο σταθμό κι η μικρή ενθουσιάστηκε. «Έχεις κι εσύ, κυρία!». «Δώσε το στον μπαμπά σου να το έχει, μήπως χάσει το άλλο. Για ρεζέρβα, για ανταλλακτικό, κατάλαβες;»

Στο σπίτι έκλαψα. Οι όρκοι μαρμαρώνουν στο στόμα μου, γλιστράνε από τα χέρια μας. Τους παίρνεις για ασπίδες και γίνονται καθρέφτες που κομματιάζονται. Αυτή η όψη της αγάπης δεν αντέχεται.

14.11.06

«Καταναλώστε, καταναλώστε» μας έλεγαν...

Μπορεί η κοινωνία του καταναλωτισμού να μη σε κάνει Γαλάτη, αλλά δεν είναι και απαραίτητο να σε κάνει λεγεωνάριο.

(δικό μου, καινούριο)

Ο ενθουσιασμός μου για τη νέα εμφάνιση και άνεση του σούπερ μάρκετ ΑΒ Βασιλόπουλος στη γειτονιά μου ανανεώνεται συνεχώς. Η νέα έκπληξη είναι η σακούλα.

Αυτή η φρέσκια σαν τοματοσαλάτα με υπόκρουση τζιτζίκια σακούλα.

Αυτή η τραγανιστή σαν φασολάκι τρελό, δες με πώς κατρακυλώ, αλλά ΟΧΙ σε περιβόλι άφραγκο σακούλα...

...Διότι αυτή η σακούλα που λάνσαρε σαν Β' επιλογή σακούλας ο ΑΒ, η ΟΧΙ ΜΙΑΣ ΧΡΗΣΗΣ, δεν είναι αποκλειστικά προϊόν του τρόμου που γέννησε κάποτε ο Κακαουνάκης όταν βγήκε στους δρόμους με το μικρόφωνο και ρωτούσε τους οδηγούς στο φανάρι: «Γιατί ρυπαίνεις;». Είναι μεν οικολογική, αλλά έχει κι άλλα προτερήματα έναντι της κλασικής πλαστικής σακούλας που ξεκολλάει η ταμίας με το νύχι από το πάκο. (Γιατί εσύ μπορεί να είσαι κατά της διατήρησης του οικοσυστήματος. Δεκτό.) Αναλυτικά:

Είναι ιδανική για τους έχοντες οικολογική συνείδηση. Το προφανές. Χρησιμοποιείται και ξαναχρησιμοποιείται, γιατί είναι ανθεκτική σαν λινό τσουβάλι και έχει δυο πλατιά χερούλια που δε σκίζονται, βρε που να την κάνεις διελκυστίνδα. Τέρμα οι κουβαριασμένες μέσα στο συρτάρι σακούλες που τις κρατάς για να μην τις πετάξεις και μια μέρα τακτοποιείς το συρτάρι και τις πετάς με μεγάλες ενοχές και μετά ξεσπάς με ιμέιλ στο δήμο, που δεν ενέκρινε ακόμα ανακύκλωση πλαστικού.

Είναι ιδανική για τους μοδάτους. Η φωτογραφία μου δεν είναι απλώς εύγλωττη, είναι πολυλογού. Τι σχέση έχει αυτό το ολοζώντανο, λαχταριστό still life, λες και συνοδεύει φαγητοκείμενο της Ψυχούλη, με το άσπρο-γαλάζιο του Ψωμιάδη της κλασικής σακούλας; Καμία. Κρατάς στο δρόμο αυτή τη σακούλα και νιώθεις σεταρισμένος, όχι πριν που νόμιζες ότι κουβαλάς τα καλλυντικά σου σε ελεύθερο κάμπινγκ (γιακ).

Είναι ιδανική για τους πάνω απ' όλα πρακτικούς ανθρώπους. Καθώς είναι ευρύχωρη, σταθερή και έχει επίπεδο πάτο, τα ψώνια μέσα της παλατζάρουν και δεν κυνηγάς πατάτες μέσα στο λεωφορείο ούτε παραπατάς ανάλογα με το πού πέφτει το μπουκάλι βότκα σε κάθε σου βήμα. Συν του ότι χωράει πολύ πράμα: χρησιμοποιείς μία καινούρια για κάθε τρεις τέσσερις παλιές, κι έτσι το πορτ μπαγκάζ σου χωράει επιπλέον και κάτι απ' το φυτώριο.

Είναι ιδανική για τους οικονόμους. Ο πειραγμένος Spy F & the Zakulas στίχος που λέγαμε παραπάνω. Με κάθε χρήση της σακούλας, νοικοκυραίοι μου, προστίθεται ένας πόντος στην κάρτα ΑΒ. Όπως ίσως γνωρίζετε, 200 πόντοι ισοδυναμούν με επιταγή 6 ευρώ. Αν λοιπόν πηγαίνετε 2 φορές εβδομαδιαίως στο Βασιλόπουλο και χρησιμοποιείτε 2 σακούλες τη φορά, τότε έχετε, μούμπλε μούμπλε, μία επιταγή το εξάμηνο. ΜΟΝΟ από τη χρήση της σακούλας. Απλώς πηγαίνοντας στο σούπερ μάρκετ. Καθόλου άσχημα.

Βλέπετε λοιπόν πως, ό,τι σόι άνθρωπος και να είστε,
*γύφτουλας που πετάει τα πακέτα τσιγάρα στο δρόμο,
*κακόγουστος που ξοδεύει έναν σκασμό λεφτά για να ντυθεί σαν πορτιέρη βου κλαμπ,
*αλλοπαρμένος που το βρίσκει λογοτεχνικό να σκορπάει τα ψώνια σαν τα χαλικάκια εκείνου του μικρούλη, του Κοντορεβιθούλη,
*σπάταλος του κερατά, που του πέφτουνε τα δίευρα και δε σκύβει να τα μαζέψει,
ό,τι και να είστε, έχετε έναν (τουλάχιστον) πολύ καλό λόγο να χρησιμοποιήσετε από δω και στο εξής την εναλλακτική τσάντα ωνίων του ΑΒ.

Κλείνοντας, θα ήθελα να προσθέσω ότι δε γνωρίζω αν άλλα σούπερ μάρκετ έχουν προσφέρει στον καταναλωτή κάτι ανάλογο (ενημερώστε), τους το συνιστώ όμως, αν μη τι άλλο γιατί θα λάβουν επαίνους από τούτο δω το μπλογκ, που είναι ξακουστό για τις ποιοτικές επιλογές του.

31.10.06

Ντέιβιντ Κόπερφιλντ: don't try this at home

Έκανα μια αναπάντεχη ανακάλυψη: Αν είσαι ανασφαλής και συγχρωτίζεσαι με ανθρώπους που δικαίως έχουν αυτοπεποίθηση, πιστεύεις πιο πολύ στον εαυτό σου! Μου φαίνεται εκπληκτικό, διότι μέχρι τώρα νόμιζα ότι ο ανασφαλής κάπως γιατρεύεται όταν βρίσκεται σε περιβάλλον όπου η ανασφάλεια πάει σύννεφο, μιας και βλέπει τα ολέθρια αποτελέσματα αυτής και παραδειγματίζεται και νιώθει κάπως πιο αμάσητος. Σχεδόν έχω πιστέψει πλέον ότι αυτό το το τελευταίο είναι ένα ιλούζιον, σαν κι αυτά που κάνει ο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ: η προσωπική ανασφάλεια σε περιβάλλον ανασφαλών δε φαίνεται μεν, αλλά είναι εκεί, όπως το Άγαλμα της Ελευθερίας στo σόου του μάγου. ΕΝΩ, μαζί με ανθρώπους που δεν έχουν τέτοιο θέμα (ωστόσο είναι ευγενείς και γενναιόδωροι, κι όχι τίποτα κακόψυχοι εξυπνάκηδες), ο ανασφαλής εμπνέεται, συμπαρασύρεται και βγάζει ασύνειδα το καλύτερο του εαυτού του, κι έτσι ΑΥΤΟΕΚΠΑΙΔΕΥΕΤΑΙ ΑΚΟΥΣΙΩΣ να το κάνει αυτό και παραέξω.

Νιώθω ότι ανακάλυψα κάτι πολύ σημαντικό. Με ευχαριστώ πολύ και με συγχαίρω γι' αυτό.

20.10.06

Ζητείται προγραμματιστής με μεράκι και γούστο

Μερικά μπλογκ τα αγαπάμε, κάποια άλλα τα λατρεύουμε και σε κάποιες περιπτώσεις φτάνουμε στο σημείο να έχουμε λατρέψει τον μπλόγκερ. Τότε επιδιδόμεθα σε ακραία παρακολούθηση, όχι μόνο του μπλογκ και των σχολίων του, αλλά και του μετρητή που έχει εγκαταστήσει σε αυτό (αν επιτρέπει την πρόσβαση των ξένων). Ποιος μπήκε, πότε, πόσες φορές, αχά, αυτή μπήκε σήμερα πέντε φορές, τι μου λες, τέτοιος θαυμασμός πια; Για κάτσε να δω, μπας και μπαίνει κι αυτός στο δικό της;

Πρόκειται για μια ακραία εκδήλωση λατρείας, για ένα κόλλημα μυστικό και ενοχικό, για το ιντερνετικό αντίστοιχο του να κάνεις περατζάδες έξω από το σπίτι του ανθρώπου με τον οποίο έχεις πάθει ντουβρουτζά, όχι με σκοπό να του μιλήσεις, αλλά για να δεις ποιο μηχανάκι είναι παρκαρισμένο απέξω και πόσα φώτα είναι ανοιχτά στο σπίτι.

Όποιος φτιάξει ένα μετρητή για μετρητές μπλογκ, δηλαδή ένα μετρητή που θα δίνει στοιχεία για τους επισκέπτες, όχι του μπλογκ, αλλά του μετρητή του μπλογκ, θα συμβάλει καθοριστικά στο ηδονικό-ηδονοβλεπτικό παιχνίδι παρακολούθησης μπλόγκερ από μπλόγκερ, και κατ' επέκταση στην εντατικοποίηση του μαζικού αυνανισμού, ο οποίος κάνει το αίμα, τα δάκρυα και τον ιδρώτα να κυλάνε ορμητικά στο νερόμυλο που ηλεκτροδοτεί το μπλογκοχωριό.

18.10.06

Κι εγώ

-Σ' αγαπώ.
-Ναι, αλλά εγώ το σκέφτηκα πρώτη.

17.10.06

Φέτος η απεργία θα φορεθεί πολύ

Οι εγχώριες ασφάλτινες πασαρέλες δίνουν σαφές μήνυμα για τα in και τα out της σεζόν 06-07. Κοινό στοιχείο στις συλλογές των μικρομεσαίων οίκων και των οίκων χαμηλής παροχής η απεργία. Αν και ποτέ δε θεωρήθηκε ντεμοντέ, φέτος κάνει το δυναμικό της comeback, συνδυασμένη με γυμνές γροθιές, πανό με prints και, για τις τολμηρές, με ντουντούκα. Αν είστε πιο ιντάστριαλ τύπος, δοκιμάστε την ασορτί με μια σιδηρογροθιά ή με ένα κλομπ περασμένο στη ζώνη – αν αρνείστε να εγκαταλείψετε το περσινό μποέμ στιλ, τονίστε την με μια τσάντα περασμένη σταυρωτά στον ώμο, που χωράει άνετα τις προκηρύξεις σας. Η απεργία φέτος προβλέπεται να φορεθεί πολύ και από πολλούς, μιας και ταιριάζει σε κάθε μισθωτότυπο.

Εν όψει της Eβδομάδας Mόδας που ξεκινάει στις 20 του μήνα, εντοπίσαμε μερικούς από τους κορυφαίους Έλληνες συνδικαλιστές, όπως ο Δάκης Τσέλιος, ο Γιώργος Ξελευθεριάδης, ο Μιχάλης Τσακλάνης και οι ΜΟ-ΝΕ, και τους κάναμε μια ερώτηση. «Η διεθνής τάση» επισημάναμε «είναι ο ακτιβισμός. Θα δούμε κάποια σχετική αναφορά και στις ντόπιες κολεξιόν στο μέλλον;» «Εμείς κάνουμε μια σοβαρή προσπάθεια να μην αντιγράφουμε τις τάσεις που μας έρχονται απέξω» μας απάντησαν ομόφωνα. «Ακόμα κι αν ο ακτιβισμός ως πρακτική θα μπορούσε να προκύψει, όχι από τα πατρόν του εξωτερικού, αλλά από την ίδια τη φασόν ελληνική κοινωνική πραγματικότητα του 21ού αιώνα, τον απορρίπτουμε, διότι πρώτον δεν ταιριάζει στο μεσογειακό μας ταμπεραμπέντο, δεύτερον δεν ταιριάζει στο ελληνικό γυναικείο σώμα τύπου αχλάδι, τρίτον χρησιμοποιείται από τους εχθρούς μας, αυτούς που δεν παραδέχονται τη γούνα, και τέταρτον έχουμε και μια παράδοση, βρε αδερφέ, την οποία οφείλουμε να υπερασπιστούμε, δεν πα’ να είναι ζημιογόνος για τον κλάδο. Η απεργία δεν είναι μόδα: η απεργία είναι η Ελλάδα».

Και η Ελλάδα, ως γνωστόν, είμαστε εμείς.

Ο Λάκης Γαβαλάς ήταν ο μόνος που είχε διαφορετική άποψη: «Εγώ στα σόου μου βάζω τη Βέφα, τη βράκα, την γκλίτσα, δηλαδή βάζω την καλή παράδοση. Αν η απεργία ήταν καλή παράδοση, δε θα έβαζα μοντέλα στο catwalk, αλλά διαδηλωτές μπουλούκι».

Το μότο της σεζόν
είναι λοιπόν:

In=απεργία, out=ακτιβισμός.
Για να είστε και φέτος στη μόδα.


Σημείωση 1. Απεχθάνομαι τους κατ’ εξακολούθησιν απεργοσπάστες.
Σημείωση 2. Ακόμα ερυθριώ για λογαριασμό της ανθρώπου που ξεστόμισε κάποτε με περηφάνια την ατάκα: «Εγώ δεν έχω απεργήσει ποτέ στη ζωή μου».

16.10.06

ΝομαρΧιακές

ΚΑΡΑΒΟΜΑΡΑΘΩΝΙΟΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ
Όταν ταξιδεύω με πλοίο την ημέρα των εκλογών, παρακολουθώ πάντα τηλεόραση. Είναι μια συνήθεια που έχω από πολύ μικρή, τις Κυριακές που επιστρέφαμε οικογενειακώς στη Χίο από τη Μυτιλήνη, τότε που όλη η οικογένεια ψήφιζε εκεί που ήταν εγγεγραμμένος ο πάτερ φαμίλιας, τότε που ψήφιζε το 100% του πληθυσμού και δεν έπαιζε να ζητήσεις άδεια από τον προϊστάμενό σου για να πας να ψηφίσεις στο χωριό σου (δεν υπήρχε Καποδίστριας – ο δήμος μου, δήμος Ομηρούπολης, παρεμπιπτόντως, ήταν πάντα δήμος: Βροντάδου) και να σου πει ο προϊστάμενος «Και γιατί να πας να ψηφίσεις;», τότε που οι φαντάροι φύλαγαν τα εκλογικά τμήματα για να μην κλαπούν οι κάλπες, τότε που δεν υπήρχαν exit poll και ο Ηλίας Νικολακόπουλος δεν είχε δει τηλεοπτικό πλατό από κοντά, τότε που παρακολουθούσαμε αποκλειστικά κρατική, ασπρόμαυρη τηλεόραση, τότε που περιμέναμε το επόμενο πρωί για να μάθουμε ποιος βγήκε και γενικώς κάτι παλιές εποχές που όλοι εσείς απορείτε πώς τις πρόλαβα, αφού δε φαίνομαι ούτε καν παντρεμένη (και ούτε είμαι).

ΠΑΛΙΑ, ΚΡΥΦΗ ΑΓΑΠΗ
Και σε αυτό το ταξίδι, λοιπόν, παρακολούθησα τα κανάλια - επιλογές πληρώματος και απόλαυσα τις αναλύσεις, τις κουβέντες, τα αστειάκια, τις μπηχτές και φυσικά τη βέρι σέξι μπούκλα του Αλέξη Παπαχελά. I love Alexis Papahelas. Είναι ένας πόθος χρόνων, που αρνείται να ξεθωριάσει. Αν δεν ήταν παντρεμένος (σκατά), θα του έστελνα ραβασάκια.

ΚΑΙ ΝΑ ΤΙ ΜΟΥ 'ΜΕΙΝΕ - ΝΤΕΖΑΒΟΥ
Η απαράδεκτη συνήθεια να μετακομίζει ο καλεσμένος από κανάλι σε κανάλι. Αν καθόσουν απέναντι σε Antenna και Mega, ήταν σαν να καθόσουν μπροστά σε συνδεδεμένες οθόνες υπολογιστή. Ένα δίπτυχο (ή τρίπτυχο στο σαλόνι της Α θέσης) κουβεντολόι, με τις προσωπικότητες να μπαινοβγαίνουν στις τηλεοράσεις σαν βελάκια του ποντικιού. Από κάποια στιγμή και μετά, είχα την εντύπωση ότι οι δημοσιογράφοι-οικοδεσπότες έμεναν στις θέσεις τους γιατί δεν είχαν πολλούς φίλους και δεν τους καλούσανε παντού.

KAI NA TI MOY 'MEINE - EMMONH
Η Πέμυ Ζούνη όλο να ρωτά να μάθει την αλήθεια: αυτές οι εκλογές είναι τελικά αυτοδιοικητικές ή πολιτικές; Της απάντησαν μια, της απάντησαν δυο, αποτέλεσμα μηδέν: μια παπακαλιατική απορία είχε ριζώσει στο βλέμμα της και δεν έφευγε με τίποτα.

ΚΑΙ ΝΑ ΤΙ ΜΟΥ 'ΜΕΙΝΕ - ΚΑΣΣΑΝΔΡΙΚΗ ΠΡΟΒΛΕΨΗ
Δυστυχώ με τη σκέψη ότι ο πονηρός καλαμπόρτζος των ΜΜΕ Θέμος θα παίξει έως ξεκατινιασμού το πλάνο όπου Σημίτης (=κοντός) και Φασούλας (=ψηλός) στέκονται δίπλα για τα συχαρίκια.

ΚΑΙ ΝΑ ΤΙ ΜΟΥ 'ΜΕΙΝΕ - ΔΗΛΩΣΕΙΣ
«Εμένα αυτό που με απασχολεί τώρα είναι ο υπόλοιπος τρύγος».
Κυρ Γιάννης Μπουτάρης (στην ερώτηση τι πιθανότητες πιστεύει ότι θα είχε να μπει στο εκλογικό δίδυμο της β’ αναμέτρησης, αν τον υποστήριζε το ΠαΣοΚ)
«Ήταν επόμενο ο Πειραιάς να ψηφίσει Ολυμπιακό».
Γιάννης Ιωαννίδης (για την εκλογή του Παναγιώτη Φασούλα στον Πειραιά)
«Ευχαριστώ τη μάνα μου».
Παναγιώτης Ψωμιάδης (από το πρωθυπουργικών διαστάσεων βάθρο των νικητήριων δηλώσεων)
«Όταν είσαι 2,13, είσαι πάνω απ’ όλους».
Νίκος Ευαγγελάτος (για το Φασούλα, όταν, σε μια στιγμή φώτισης, ασχολήθηκε με τα αποτελέσματα σε δήμους και νομαρχίες και όχι με τις κατά φαντασίαν βουλευτικές εκλογές 2006)

ΚΑΙ ΝΑ ΤΙ ΔΕ ΜΟΥ 'ΜΕΙΝΕ - ΝΟΜΟΣ ΧΙΟΥ
Καθώς όλοι ασχολούνταν με τις υπερνομαρχίες, το φαινόμενο Αλέξης Τσίπρας και κυρίως με το καυτό γκάλοπ του Ευαγγελάτου "Πρόθεση ψήφου" (ο οποίος έφτασε στο σημείο να δίνει και αναλυτικούς πίνακες με βουλευτικές έδρες!) και διέθεταν χρόνο για τα υπόλοιπα αποτελέσματα ίσο με έναν δημοτικό σύμβουλο σε πολυπληθές δημοτικό συμβούλιο, εγώ δεν έμαθα τίποτις για τη Χίο (θα ανοίξω τον υπολογιστή να μάθω από δω). Συμπέρασμα 1: Ελλάδα είναι μόνο η Αθήνα, άντε και η Θεσσαλονίκη (κι αυτό λόγω Ψωμιάδη). Συμπέρασμα 2: Πάνω από 25 χρόνια μετά την εποχή που οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ πήγαιναν για ύπνο το πρωί με την αυγούλα, πάλι το πρωί θα μάθει ο τηλεθεατής τα αποτελέσματα του δήμου Μάρκος Μπότσαρης. Συμπέρασμα 3: Τελικά οι εκλογές δεν είναι αυτοδιοικητικές, αλλά ευκαιρία για να πάρουμε όλοι θέσεις μπροστά σε Καραμανλή και Παπανδρέου και να περιμένουμε να τις βγάλουν να τις μετρήσουν (ακούς, Πέμυ;).

22.9.06

Μπερτόδουλος

(Φαμ Φρακτάλ, έργο 6)

Ο θείος Μίμης, ο αδερφός της μαμάς μου, είχε ένα Fiat Bertone – στην οικογένεια το λέγαμε Μπερτόδουλο, παρατσούκλι που είχε λανσάρει ο μπαμπάς μου. Με το Μπερτόδουλο ο θείος Μίμης εντυπωσίαζε τις τουρίστριες: τις φόρτωνε δυο δυο στο διθέσιο και γκάζωνε στην προκυμαία. Το ρεκόρ ανθρώπων που είχε κουβαλήσει ο Μπερτόδουλος ήταν πέντε, όλοι της οικογενείας μας.

Την εποχή που πήρε τον Μπερτόδουλο, ο θείος Μίμης ήταν τρίτος καπετάνιος, περιβόητος χαρτοπαίκτης (πόκερ, κούκος μονός, κούκος διπλός) και κάπως ιντελεκτουέλ... Συνεχίζεται εδώ.

21.9.06

Η αξία τού εν δυνάμει

Είμαι στο γραφείο και ψοφάω να πιω έναν καφέ (όταν έπινα καφέ, διότι τώρα τον έχω κόψει, μαζί με τα άλευρα). Για κάμποση ώρα τον λαχταρώ και τον ονειρεύομαι, και τελικά σηκώνω το τηλέφωνο και τον παραγγέλνω. Ο καφές έρχεται, τον ακουμπώ δίπλα στον υπολογιστή μου, αχνιστό και λαχταριστό. Βιώνω μια ευτυχία: ωραία, έχω το καφεδάκι μου δίπλα, είμαι βασίλισσα. Και μισή ώρα μετά... ο καφές είναι ανέγγιχτος. Δεν τον έχω πιει, αλλά είναι εκεί, μπορώ να τον πιω όποτε θέλω. Κι αφού μπορώ να τον πιω όποτε θέλω, δεν έχει και τόση σημασία αν τελικά θα τον πιω.

Η ευχαρίστηση που μπορεί κανείς να αντλήσει από τη δυνατότητα χωρίς να την αξιοποιήσει ήταν γνωστή εδώ και πολλά χρόνια. Το πιο κλασικό παράδειγμα είναι το βασικό επιχείρημα των υπερασπιστών της Αθήνας έναντι της περιφέρειας: "Στην Αθήνα μπορείς να δεις τις καινούριες ταινίες, να πας σε δεκάδες θέατρα, κι αν θελήσεις στις 3.00 το βράδυ καθημερινής να κάνεις στριπτίζ πάνω σε μπάρα, σίγουρα θα υπάρξει ένα πλήθος να σε χειροκροτήσει που δεν αποτελείται αποκλειστικά από φαντάρους και φοιτητές". Ωστόσο, κάποτε αυτού του είδους το επιχείρημα δεν το έτρωγαν εύκολα οι άνθρωποι με πρακτικό πνεύμα. Αρκούσε η ερώτηση: "Και πόσες φορές πήγες φέτος στο θέατρο;", για να κομπιάσει ο άλλος και να αρχίσει να λέει πράγματα τύπου "Φέτος δεν είχα χρόνο, αλλά τον επόμενο μήνα έχω σκοπό να εισπράττω καθολικό χειροκρότημα λόγω στριπτίζ μία φορά την εβδομάδα". Άντε πες σήμερα, τη διαδικτυακή εποχή, σε κάποιον "Και πόσες φορές μιλάς στο Σούλη όταν τον βλέπεις στο msn" και περίμενε να κομπιάσει. Μάλλον θα σε κοιτάξει σαν αντιδραστικό τεχνοφοβικό.

Το Ίντερνετ μας καλόμαθε να έχουμε απεριόριστες δυνατότητες και μας απάλλαξε από το ενδιαφέρον να τις αξιοποιήσουμε. Βλέπω το Σούλη στο msn, τον αισθάνομαι δίπλα μου, δε χρειάζεται να του μιλήσω κιόλας. Του τάδε σκηνοθέτη που μ' άρεσε δεν ξέρω τη φιλμογραφία, αλλά όποτε θέλω μπαίνω στο imdb και τη μαθαίνω, οπότε καλύφθηκα. Τις ειδήσεις του κόσμου τις έχω πρόχειρες, στο google news, ένα κλικ δρόμος, σαν να τον έκανα νιώθω. Το Ίντερνετ έδωσε πόντους στη σημασία της δυνατότητας, την αναβάθμισε σε ξεχωριστό (αχανές) στάδιο, από συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο "θέλω" και στο "κάνω" που ήταν. Και η νέα, αυτάρκης δυνατότητα εποίκισε ολόληρο τον υπολογιστή. Έτσι, τα χιλιάδες τραγούδια που κατεβάσαμε ίσως και να μην τα ακούσουμε ποτέ - αρκεί που έχουμε άμεση πρόσβαση στο φάκελο Η μουσική μου.

Λίγη τριβή με το λογαριασμό του τηλεφώνου που χρεώνει "συνομιλία με τρεις" (γιατί ίσως κάποια φορά να θελήσουμε οι φίλες να κουτσομπολέψουμε σε "απαρτία"), με τη φωτογραφική μηχανή που μπορεί να τραβάει στα 8,1 Mega Pixel (αλλά εμείς τη ρυθμίζουμε πάντα στα 6), με τη συνδρομή στη Nova (γιατί μπορεί κάποια νύχτα να μας έρθει να δούμε κρίκετ), και εκπαιδευτήκαμε να είμαστε αρχηγοί με το εν δυνάμει στον ψηφιακό κόσμο - τόσο ικανοποιημένοι, που, αν η δυνατότητα που ποτέ δεν αξιοποιήσαμε μάς λείψει, αναστατωνόμαστε σαν να μας στέρησαν μια καθημερινή συνήθεια χρόνων. Και ο φυσικός κόσμος ακολούθησε. Το εν δυνάμει ενδυναμώθηκε και εκεί - τόση συνήθεια πώς να πάει χαμένη; Και κάπως έτσι φτάσαμε στον καφέ, που αρκεί να υπάρχει δίπλα σου για να σε ξυπνήσει.

Αν και αναγνωρίζω τα κακά αυτής της τροπής που πήρε η ζωή, γενικά πολύ με βόλεψε. Σαν άνθρωπος που το 'χει μέσα του να νιώθει αποκλεισμένος, αλλά και σαν άνθρωπος με μια έμφυτη ροπή προς τη νωχελικότητα, λόγω αίσθησης ματαίου, μου ταίριαξε που οι δυνατότητες αναλαμβάνουν πλέον να προσφέρουν το πλήρες της ικανοποίησης. Διότι, ακόμα κι αν δεν κάνω τίποτα απ' αυτά που θέλω, νιώθω πως "τα 'χω". Και, για να "τα 'χω", δε χρειάζεται να κάνω απολύτως τίποτα.

Και κάπως έτσι δε θα γράψω ποτέ τα διηγήματα γύρω από το κοινό θέμα που έχω σκεφτεί - αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

18.9.06

Ποδοβολητό ακούω από κει κάτω...




...το οποίο συνοδεύεται από κάποια μουντάδα...


...βάρδα να μην είναι το φθινόπωρο...

16.9.06

Το πιο μεγάλο ποστ που γράφτηκε ποτέ για το πλυντήριο

Η πιο χρήσιμη εφεύρεση για το νοικοκυριό είναι το πλυντήριο ρούχων. Σε αυτό συμφωνούν 39 παραθεριστές τσαντηρίων. Ο κατασκηνωτής μπορεί να στέκεται ατάραχος στην παράλογη ουρά έξω από τις τούρκικες τουαλέτες, να μη σκοτίζεται για τις αμμοθύελλες, κι ας απειλούν να καταστήσουν το ναΐφ κατάλυμά του μελλοντικό αρχαιολογικό εύρημα, να μη χαλιέται από το μπιζέλι-πετραδάκι κάτω από τον υπνόσακο και τα εφτά -παντελώς αναποτελεσματικά- υποστρώματα. Όμως αυτό τον κουλ τύπο, τον έμπειρο σκηνίτη, ξάφνου, καθώς στο διάβα του θα εμφανιστεί ένα πλυντήριο και θα του διαθέσει ένα πρόγραμμα πλύσης για χρωματιστά, ετοιμάσου να τον δεις να πέφτει στα γόνατα, να πλέκει τα χέρια και να τα κουνάει προς τον ουρανό, πάνω από το σκυμμένο του κεφάλι, τα μάτια του οποίου θα χύνουν δάκρυα ευγνωμοσύνης προς την ανθρωπότητα - και προς το χώμα του κάμπινγκ που θα έχει κάνει χαλάκι πέφτοντας από το μαλλί του.

Δε θέλω να θυμάμαι τις εποχές που αντί για πλυντήριο είχα το κατασκεύασμα εκείνο ελληνικής έμπνευσης που, αν και βρίσκεται σε λειτουργικότητα πολύ πιο κοντά σε μια κοίτη ποταμιού και σε ένα ραβδί, εντούτοις παρουσιάζεται ως ηλεκτρική συσκευή που διευκολύνει τη ζωή. Πριν από λίγο καιρό στο Praktiker είδα μια ηλικιωμένη γυναίκα να φορτώνει ένα τέτοιο μέσα σε ένα ταξί και ακόμα έχω ενοχές που την άφησα να το κάνει. Η θλίψη με συγκλονίζει όταν σκέφτομαι ότι εκείνη η γυναίκα πολύ σύντομα θα έκλαιγε το μικρό κομπόδεμα που είχε με κόπο μαζέψει για να εξοπλίσει το φοιτητικό δωμάτιο της μοναχοκόρης του χήρου αδερφού της, η οποία μόλις είχε περάσει σε κάποιο ΤΕΙ μιας μακρινής κωμόπολης. (Είναι ένα πολύ πιθανό σενάριο.)

Το ελληνικό πλυντήριο, για όποιον δεν ξέρει, είναι ένας κύλινδρος με μία προπέλα στη βάση του η οποία δημιουργεί υποτυπώδη δίνη και στριφογυρίζει τα ρούχα σε εξαιρετικά αργή ταχύτητα, αποτυγχάνοντας να τα πλύνει. Το νερό σε συμφέρει να το ζεστάνεις σε κατσαρόλα και να το ρίξεις μέσα, γιατί, μέχρι να το ζεστάνει το ίδιο το πλυντήριο, έχει χαθεί ενέργεια ίση με αυτή που χρειάζεται για να λιώσει ένα κεφαλοχώρι Εσκιμώων.

Το σύγχρονο πλυντήριο, αυτή η -ομολογουμένως- ενεργειοβόρα ηλεκτρική συσκευή, δεν είναι απλώς το όνειρο του κατασκηνωτή του Αυγούστου, αλλά ο υπ' αριθμόν ένα πρέσβης της τεχνολογίας στο σπίτι σου. Είτε ανοίγει από πάνω είτε από κάτω, είναι ο σωτήρας της γκαρνταρόμπας μας, των χεριών μας, του χρόνου μας και των νεύρων μας. Χωρίς τηλεόραση μπορείς. Χωρίς ηλεκτρική κουζίνα μπορείς. Χωρίς ηλεκτρική σκούπα μπορείς. Χωρίς υπολογιστή μπορείς. Χωρίς dvd player και χωρίς στερεοφωνικό μπορείς. Χωρίς ηλεκτρική οδοντόκρεμα μπορείς. Ακόμα και χωρίς ψυγείο μπορείς (ξέρω κάποιον). Τι μπορείς να κάνεις όμως όταν όλη σου η ντουλάπα μεταμορφωθεί σε βουνό από άπλυτα; Πώς μπορείς να τα καθαρίσεις στο χέρι, όταν χρειάζεσαι τουλάχιστον 15 λεπτά για να πλύνεις ένα ελαφρώς λερωμένο παντελόνι, όταν ποτέ στην ουσία δεν το ξεπλένεις καλά, όταν φθείρεται σαν να το έχεις πλύνει 10 φορές και, αν είναι τζιν, απλώς δεν ξεβρομίζει;

Μπορεί το πλυντήριο να σας φαίνεται δεδομένο πράγμα και να γελάτε στην εικόνα του εαυτού σας να πλένει σε μια μαρμάρινη γούρνα με Roll, δίπλα στις τούρκικες τουαλέτες, όμως σας βεβαιώνω ότι κάμποσοι κατασκηνωτές το κάνουν και δεν το φχαριστιούνται ούτε κατά διάνοια όπως το να μαγειρεύουν μακαρονάδα στην αρχαία εγκατάσταση πετρογκάζ του κάμπινγκ. Και ούτε εσείς πρόκειται να το ευχαριστηθείτε, αν ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο σας αναγκάσει να τρίβετε με μια βούρτσα βρακιά γεμάτα αίματα και μπλουζάκια φορεμένα στο γυμναστήριο. (Τα κεριά όμως που θα αντικαταστήσουν το πορτατίφ μια χαρά θα τα χαρείτε.)

Είμαι ν' απορήσω γιατί δε διδασκόμαστε τον εφευρέτη του πλυντηρίου, ενώ γνωρίζουμε πολύ καλά ποιος έφτιαξε το αεροπλάνο και ποιος έστησε το Google. Μια εφεύρεση τόσο σημαντική για το δυτικό κόσμο δεν είναι δυνατόν να φαίνεται ορφανή. Μήπως φταίει το ότι πολλοί Αγγλοσάξονες βολεύονται με το πλυντήριο της γειτονιάς και ξεχνούν την αίγλη της ιδυοφυούς συσκευής, αφού δε βλέπουν καθημερινά μέσα στο σπίτι τους το μεγαλείο της; Δεν ξέρω τι να πω επ' αυτού.

'Ομως αρκετά μακρηγόρησα. Θα κλείσω υπογραμμίζοντας μια τραγική ειρωνεία η οποία εντοπίζεται στις οικιακές συσκευές που η ύπαρξή τους οφείλεται πρωτίστως στο ότι πλέον το τρίχωμά μας δεν είναι αρκετό για να μας ντύσει: Ενώ, λοιπόν, το πλυντήριο ανακηρύσσεται η πιο χρήσιμη εφεύρεση του νοικοκυριού, ο τίτλος της πιο άχρηστης πηγαίνει στο διάδοχό του στον κύκλο του ρούχου: στο ηλεκτρικό σίδερο. Το οποίο -ω του οξύμωρου- και μόνο με την επονείδιστη ύπαρξή του μειώνει την αξία του πλυντηρίου: προσωπικά προτιμώ να πάω να πλύνω ένα σεντόνι στη βάθρα του Φονιά παρά να το σιδερώσω στην τραπεζαρία μου.

Επ' ευκαιρία, ορίστε και οι οδηγίες που, αν είχα εγκαίρως διαβάσει, δε θα είχα γράψει το ποστ-αριστούργημα για το πλυντήριο που πηδάει (ή χορεύει, γιατί όχι;).

4.8.06

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, σου γράφω σήμερα...

Η ΜΑΝΤΟΝΑ ΚΙ ΕΓΩ
Ένας φίλος μου είπε ότι η Μαντόνα ήρθε σ' αυτό τον κόσμο μόνο για να πάρει. Και μόλις το είπε, κατάλαβα για ποιο λόγο δεν τη συμπαθώ στο ελάχιστο (άσχετο αν τρελαίνομαι με το Holiday). Πού πας, άπληστη κόρη; Η ανθρωπότητα είναι σαν τον πλανήτη: δεν έχει ανεξάντλητα αποθέματα ενέργειας. Έπειτα από λίγες μέρες, του έστειλα ένα SMS, που έλεγε:«Εγώ σ' αυτό τον κόσμο ήρθα για να δώσω. Αλλά κάτι έχει μπλοκάρει και όλο παίρνω». Είναι φοβερή αλήθεια, αλλά καμιά φορά νιώθω σαν μανιτάρι, που απομυζεί τους χυμούς του οικοσυστήματος. Δηλαδή δεν παίρνω χωρίς ενοχές (μακριά από μας τα αμοραλιστικά μανιτάρια). Επίσης, δεν παίρνω ζητώντας ευθέως, παίρνω παρεμπιπτόντως (δε θα πω ύπουλα). Ενώ η τάση μου είναι άλλη. Ποια; Διάβασε αυτό το απόσπασμα από το ημερολόγιο της Σίλβια Πλαθ και έχεις μια ιδέα για το τι εννοώ: «Θεέ μου, θα μου άρεσε τόσο να μαγειρεύω και να φτιάξω ένα σπίτι και να δίνω δύναμη στα όνειρα ενός άντρα και να γράφω, αν θα μπορούσε να μιλάει και να περπατάει και να δουλεύει και να θέλει με πάθος να χτίσει την καριέρα του. Δεν αντέχω τη σκέψη αυτής της δυνητικής αγάπης και προσφοράς να μετατρέπεται σε στάχτη μέσα μου. Και όμως, η επιλογή είναι τόσο σημαντική, που με τρομάζει λίγο. Πολύ» (μτφρ. Μυρσίνη Γκανά, εκδόσεις Μελάνι - έχουμε και την καταπίεση της αναφοράς των πηγών). Μια ιδέα για το τι εννοώ, είπαμε. Και μιας που είπα «ιδέα»: Δεν περίμενα αυτός ο φίλος μου να έχει την παραμικρή ιδέα για το τι μπορεί να έχει μπλοκάρει μέσα μου και να εξελίχθηκα σε μανιτάρι ενώ γεννήθηκα πηγή (που 'σαι νιότη μου, που μου 'λεγες πως θα γινόμουν άλλος), αλλά του έστειλα το SMS ποντάροντας σε μια καλή ατάκα. Την οποία μου έδωσε: «Εγώ σ' αυτό τον κόσμο ήρθα για να τον δώσω, αλλά κάτι έχει μπλοκάρει και όλο τον παίρνω». (Αξίζει να εκθέτεις τα υπαρξιακά σου, αν είναι η κουβέντα να πηγαίνει έτσι.)

ΠΕΡΙ ΥΨΟΥΣ
Το ξεκαθαρίζω μια και καλή: Δεν είμαι μικροκαμωμένη. Τουλάχιστον τρεις μπλόγκερ που έχω γνωρίσει από κοντά μου είπαν πρωτίστως ότι με φαντάζονταν μικρόσωμη (πολλά θαυμαστικά). Ένας μου το ανέλυσε κάπως: η μελαγχολία που στάζει από τα ποστ μου αντιστοιχίζεται αυτομάτως με το ανυπεράσπιστο κορμάκι ενός μικρού ροζ κουταβιού (δεν το είπε έτσι μελάτα, αλλά πιο εύστοχα, αλλά πού να θυμάμαι και ακριβώς) και, αντιστρόφως, η εικόνα μου δεν παραπέμπει σε εξομολογήσεις μελαγχολικού κυκλάμινου (αυτό κι αν δεν το είπε έτσι). Νιώθω (αυτό δεν αλλάζει) την ανάγκη να σας πληροφορήσω ότι: είμαι ψηλή. Εντάξει, όχι τόσο ψηλή όσο η mindstripper, αλλά πάντως ψηλή.

ΜΙΑ OMOΡΦΗ ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ
Κυνηγούσε ο κόκορας την κότα κι η κότα σκεφτόταν: «Αν κάτσω να με πιάσει, θα με θεωρήσει εύκολη. Αν τρέξω να ξεφύγω, θα χάσω το πήδημα. Το βρήκα: Θα σκοντάψω!» Όμορφα μας αναμεταδίδει το τύπου ανέκδοτο η Ειρήνη Χειρδάρη στο περιοδικό Status (το μεταφέρω εδώ με δικά μου λόγια), αλλά αναρωτιέμαι ποιο είναι το φλερτικό ισοδύναμο του περδικλώματος. (Δεν έχετε, εύχομαι, σκοντάψει στην αντίρρηση «και τι έγινε άμα σε θεωρήσει εύκολη». Πολλά έγιναν, με πρώτο και καλύτερο ότι το πήδημα θα είναι άπαξ διά παντός, και, όσο κι αν η κότα γλυκαθεί και θέλει κι άλλο, τόσο ο κόκορας θα κάνει την κότα και θα τραβήξει για άλλη κότα. Και δε βράζουν και τα κοτέτσια από κόκορες - έλα, μη με βάζετε να εξηγώ τα αυτονόητα.) Ποια η πράξη, ποια η λέξη που θα παραπλανήσει δεόντως τον πετεινό ώστε το πήδημα να φανεί ότι προέκυψε παρεμπιπτόντως; Χωρίς να ζητηθεί από την κότα ευθέως; Κάπως ύπουλα ίσως; Να που σε αυτό το θέμα σηκώνω τα χέρια (τα χέρια) ψηλά, όσο κι αν περίμενε κανείς ότι θα έχω προπονηθεί, ως μανιτάρι, στη δραστηριότητα κάτω από ένα φαίνεσθαι πλήρους αδράνειας. Σε αυτήν εδώ την εξειδικευμένη περίπτωση η πείρα του συναισθηματικού παράσιτου (οπ, χονδρό) δεν προσφέρει τίποτα. Υποψιάζομαι ότι πρόκειται για λεπτό χειρισμό που απαιτεί μαεστρία ενδεχομένως εγγενή. Μέχρι να πέσω πάνω σε κάτι που θα μου φανεί πιθανή απάντηση, διασκεδάζω με τις περιπέτειες μιας αυθεντικής περίπτωσης πετεινού που βλέπει τις κότες του να «σκοντάφτουν», ενός τύπου που στέλνει για θελήματα όσους μπλόγκερ νομίζουν ότι γράφουν σεξοπεριπέτειες με αξιώσεις: μιλώ για τις ιστορίες του Ζώη (κάτω κάτω στο λινκ) στο ελληνικό σεξοφόρουμ eftaxias.gr. Σεβασμός.

ΜΕΤΑΞΥ ΣΙΛΒΙΑΣ ΠΛΑΘ (ΜΙΑΣ ΠΟΥ ΤΗΝ ΑΝΑΦΕΡΑΜΕ ΠΙΟ ΠΑΝΩ), ΠΟΛΙΤΑΚΗ ΚΑΙ ΜΠΑΡΝΣ ΕΠΟΧΗΣ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥ ΤΟΥ ΦΛΟΜΠΕΡ...
...θα ήταν το ύφος (και προπάντων το ύψος) αυτού του ποστ στο καλύτερό του σχεδίασμα (γελάτε). Θα φτάσουμε κι εκεί, αγαπητοί. Ο καθείς έχει το δικό του, προσωπικό, εσωτερικό ρολόι, και αυτό που έχω εγώ είναι κουρδισμένο μερικές (χρονοβ)ώρες πίσω.

2.8.06

SMSα

(Το ποστ αυτό έχει μόνο τίτλο. Αν θέλετε περιεχόμενο, χέστε τo Short Message Service.)

28.7.06

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, θέλω να σου πω πως...

Από πότε ένας πόλεμος σταματάει τους ανθρώπους μιας άλλης γειτονιάς να γράφουν στο ημερολόγιό τους για μικρά πράγματα που δεν εγείρουν ούτε το ένα χιλιοστό του ενδιαφέροντος μίας ανάλυσης για τον επανασχεδιασμό του χάρτη στη μέση ανατολή; Έτσι απάντησα στις ενοχές μου και, σε πείσμα των πιθανών αντιδράσεων τύπου «εδώ ο κόσμος καίγεται και το μουνί χτενίζεται», της υπονόμευσης του «σκεπτόμενου» χαρακτήρα των μπλογκ και της δημοσιογραφικής/αφυπνιστικής τους προσφοράς, θα αφεθώ να γράψω για τα μικρά πράγματα που γράφω πάντα, για τα μικρά πράγματα που είναι η καθημερινότητά μου.


ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΑΒ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ

Τι θαύμα! Ακριβώς τη μέρα που είχε αναγγείλει, το σούπερ μάρκετ της κεντρικής πλατείας Ηλιούπολης άνοιξε αναθεωρημένο και συμπληρωμένο. Κάτω από την τεράστια κόκκινη-μπλε ταμπέλα από γυαλιστερό πλαστικό, οι Ηλιουπολίτες λένε στην υπεύθυνη: «Καλορίζικο! Πολύ ωραίο το φτιάξατε!» και κοιτάνε το ταβάνι, που τώρα πια δεν είναι στο Θεό, αλλά άσπρισε και χαμήλωσε για να απλωθεί ελεύθερα ο δεύτερος όροφος, που ως τώρα ήταν μικρός σαν κεφαλόσκαλο. Οι ταμίες καμαρώνουν και χαμογελάνε. Είναι η πρώτη μέρα που το σούπερ μάρκετ λειτουργεί ανακαινισμένο, και τα ψάρια λάμπουν μέσα στους πάγους τους, τα λαχανικά φωσφωρίζουν τακτοποιημένα και ευθυγραμμισμένα σαν συρτάρια με πτώματα στα αμερικάνικες αστυνομικές ταινίες. Μια παλιού τύπου ζυγαριά ανεμίζει, για να προζυγίσουν οι πελάτες τα φρούτα τους πριν τα πάνε στον κύριο με τις ρυτίδες χαμογελαστής έκφρασης και τα χέρια δεμένα στον ποπό.

Θαυμάζω. Επιτέλους, το σούπερ μάρκετ μου έγινε καθαρό, συμμαζεύτηκε, ράφτηκε, βάφτηκε. Στο κρεοπωλείο είναι ο ηλικιωμένος κοτσωνάτος ανοιχτόχρωμος κύριος με τους αριστοκρατικούς τόπους. «Συγχαρητήρια, θαύμα η ανακαίνιση!» λένε οι γειτόνισσές μου με τα ασπρόμαυρα κλαρωτά φουστάνια και τα βαμμένα θαμπά μαλλιά περμανάντ και τα μάτια τους χαμογελάνε. «Και πού να δείτε πάνω, πήγατε πάνω; Α, είναι καταπληκτικά! Ναι, ναι! Τι να βάλουμε για κιμά; Ελίτσα;» Πηγαίνω πάνω με το ασανσέρ - δεν ξανάγινε εδώ πέρα! Μόλις βγαίνω, με περιμένει φάτσα ένα σταντ με βιβλία - μπεστ σέλερ, όπως ο καινούριος Μικρός Νικόλας, Νταν Μπράουν, και πιο κάτω παιδικά των εκδόσεων Παπαδόπουλος. Ψάχνω τα τελευταία να δω αν υπάρχει κανένα που έχω κάνει διόρθωση εγώ, αλλά δεν υπάρχει, είναι για πολύ μικρά πιτσιρικάκια. Ο όροφος απλώνεται και απλώνεται και βρίσκω μέχρι και ξεβουλωτικό εργαλείο, που παλιά δεν έβρισκα ούτε καλαθάκι για την τουαλέτα. Οι πελάτες περιπλανιούνται και σχεδόν χαμογελούν ο ένας στον άλλον, τύπου «αυτό το μοιραζόμαστε εδώ και τώρα και περνάει μέσα μας σαν συλλογικό βίωμα» - είναι, σε μικρότερη κλίμακα βέβαια, η αίσθηση που υπήρχε στον αέρα τις πρώτες μέρες τις λειτουργίας του μετρό. Μόνο η κορδέλα λείπει - δεν ξέρω, μπορεί και να έκοψαν, μπα, μάλλον όχι.

Ψωνίζω πολλά πράγματα και ξοδεύω όλο το πενηντάρικο που δανείστηκα για μέχρι τη Δευτέρα. Στο ταμείο λίγο σαστίζω: τώρα θα πρέπει να δανειστώ κι άλλα λεφτά. Όμως δε ζητάω να μου αφαιρέσουν τίποτα, η κάρτα μου μαζεύει 18 πόντους (166 - σύντομα 200!), φορτώνομαι τις τσάντες και γυρίζω σπίτι με το στήθος προτεταμένο.


ΠΟΔΙΑ ΣΤΟ ΚΑΘΙΣΜΑ

«Σας παρακαλώ, κατεβάστε το πόδι σας από το κάθισμα» μου είπε ο ταξιτζής. Το αριστερό μου πόδι έχει βγει από τη σαγιονάρα και κουλουριάζεται μισό σταυροπόδι στο κάθισμα. Το κατέβασα, αλλά, ειλικρινά, εφόσον δε φοράω παπούτσι, άρα δε λερώνω το κάθισμα, δε βλέπω γιατί ενοχλώ. Αν το πόδι μου βρομούσε, θα το δεχόμουν. Αλλά το πόδι μου είναι πεντακάθαρο και μυρωδάτο, έχω βάλει και κρέμα και το ίδιο πρωί έπλυνα τις σαγιονάρες. Ρωτάω για να μάθω πώς το βλέπει ο κύριος καθωσπρέπει ταξιτζής. Μου λέει ότι δεν είναι αισθητικά ωραίο. Μα δεν υπάρχει κάποιος δίπλα μου για να υποστεί την «αισθητική προσβολή» και ο οδηγός υποτίθεται ότι βλέπει το δρόμο μπροστά. Άλλο επιχείρημα καθωσπρεπισμού: «Έτσι σε έχουν μάθει να κάνεις;». Ξέρω γω, πρέπει να κάνουμε ό,τι μας μαθαίνουν, επειδή μας το μαθαίνουν; Ο ταξιτζής νομίζει ότι του πάω κόντρα από εγωισμό και το λέει, και επίσης προσθέτει ότι δεν έχω τρόπους επειδή ακόμα δε βγήκα απ' τ' αυγό. Περίεργο, δε χαίρομαι που με έκαναν πάλι μικρή. Και πραγματικά απορώ, μου φαίνεται παραξενιά αυτή η εμμονή με τα πόδια κάτω, δεν του πάω κόντρα ως τώρα, αλλά τώρα θα του πάω, γιατί με προσβάλλει και εύχομαι να είχα πατήσει κουτσουλιές και να του λέρωνα το πατάκι. Και στο μυαλό μου έρχεται η χτεσινή σκηνή στο Ηρώδειο:

Δίπλα μου κάθεται μια κυρία με τον κανακάρη της, ηλικίας φοιτητή. Οι παραδιπλανές της, δύο φίλες, μαζεύουν τα πόδια στο στήθος και τα αγκαλιάζουν, τα πέλματά τους πάνω στο μαξιλαράκι του Ηρώδειου, οι σαγιονάρες κάτω. Η κυρία σηκώνεται και ζητά από την ταξιθέτρια να της αλλάξει θέση. Η ταξιθέτρια λέει ότι δε γίνεται. Η κυρία μεταφέρει τα κακά νέα στο γιο της αγανακτισμένη. «Μα είναι πράγματα αυτά; Πώς το επιτρέπουν;» Οι φλέβες της έχουν τσιτωθεί κάτω από το κολιέ. Η φίλη μου αντιδρά πολύ χαριτωμένα: «Άντε, άντε, περάστε τώρα, δεν πειράζει, καλέ!».

Ο ταξιτζής έχει βγει από τα ρούχα του (όχι όμως από τα παπούτσια του). Μα τι μανία να είναι τα πέλματα καρφωμένα στη γη! Εκεί, στο καθήκον. Δικαιούνται μόνο επαφή με το έδαφος, όπως το βλέμμα των βοδιών στο χωράφι δικαιούται να κοιτάει μόνο μπροστά, στριμωγμένο στις παρωπίδες. Τα πέλματα είναι μέλη βήτα κατηγορίας, η σάρκινη υπόστασή τους δεν έχει τη γοητεία του ώμου, του λαιμού, του καρπού, του αφαλού. Είναι απλώς πόδια, ταπεινά εργαλεία για το βάδην και την ορθοστασία, που προκαλούν αμηχανία και καλύτερα να μην τα εξισώνουμε με το υπόλοιπο κορμί. Καλύτερα να τα κρύβουμε και, αν γίνεται, να τα τυλίγουμε και μέσα στο σεντόνι όταν είμαστε στο κρεβάτι. Θα υπερβάλω αν πω ότι ο κόσμος είναι αποξενωμένος από το σώμα του; Αν πω ότι η οικειότητα με το πόδι εμπίπτει πλέον στην κατηγορία της ποδολαγνείας (και μόνο έτσι ίσως θα γινόταν αποδεκτή);

Ξέρω ωστόσο ένα επιχείρημα που θα είχε μεγάλες πιθανότητες να πιάσει και στις δύο περιπτώσεις: «Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, Ο Σωκράτης, ο Σοφοκλής, ο Ηρόδοτος και πολλοί άλλοι, καθόντουσαν με τα πόδια στο ίδιο ύψος με τον κώλο». Δεν το επιχειρώ. Κάνω απλώς μια νοερή σημείωση, τιμώντας όλα τα παραμελημένα και ταπεινωμένα πόδια αυτής της πόλης, να φερθώ έξτρα τρυφερά στο πρώτο ζευγάρι πόδια που, όπως μια πλάτη, ένα στομάχι, ένα πουλί, θα βρεθεί γυμνό, έξω από τα σεντόνια, στο κρεβάτι μου.

20.7.06

Her hips don't lie

- Θέλω με την γκόμενα να καταλαβαίνω τι γίνεται στο κρεβάτι, να μην αναρωτιέμαι π.χ. αν προσποιείται οργασμό!
- Φτιάξ' τα με τη Σακίρα.

18.7.06

Overheard

Θέατρο Επιδαύρου, Σάββατο 8/7, Ικέτιδες Κουκ-Μαρμαρινού:

«Χτες μαρσάρανε την ώρα του έργου. Είκοσι αυτοκίνητα είχανε μείνει στο τέλος...»
(υπάλληλος του θεάτρου σε συνάδελφό του)

Θέατρο Επιδαύρου, Σάββατο 15/7, Πέρσες Κονιόρδου

«Ένας χορός... μα ένας χορός... Θα ανατριχιάσεις... Σαν αυτό που κάναμε εμείς, Μαίρη, αλλά ποooλλύ δουλεμένο...»
(νεαρή με σκουλαρίκια στο κινητό)

«Γι' αυτό σου λέω... το επίπεδο της Επιδαύρου έχει πέσει πάρα πολύ...»
(κυρία με κότσο στο συνοδό της)

17.7.06

Δισδιάστατα

(Φαμ Φρακτάλ, έργο 5)

Θες δε θες,
Ακούω το σφυγμό σου,
Στους καρπούς σου σπαρταράει ο μοντέρνος εαυτός σου
Και στα πλήκτρα κάνει γκελ,
Αναπάντεχη Βαβέλ.
Σαν απόστολος: διαβάζω και φωτίζομαι απ' το φως σου.

(Ρεφρέν)
Θες δε θες, θα σε λατρεύω δισδιάστατα... Συνεχίζεται εδώ.

3.7.06

Aloof

-Πότε επιτέλους θ' αρπάξεις τη ζωή απ' τα μαλλιά;
-Όταν έχω σοβαρές υποψίες ότι πνίγεται.

29.6.06

Sorry, wrong mix of drugs

O ταλαντούχος κύριος chill-the-blood-to-warm-the-soul επιστρέφει στο l'esprit de l' escalier με ένα ακόμη μικρό αριστούργημα, όπως τα τότε.

Περιοχή Κούσκο, Περού. 26 Ιουνίου 1973. Ημέρα λατρείας της Ταβιέ, θεότητας που προήλθε από την πολιτιστική αλληλεπίδραση των Ινδιάνων Νάσκας με τους Ίνκας, κάπου το 12ο αιώνα. Παρέα ανδρών κάθεται σε καφενείο, πίνοντας τσάι με φύλλα κόκας. Υψόμετρο πάνω από 3.000 μέτρα. Από κάτω εκτείνεται η Ιερή Κοιλάδα.

«Έι, ποιος είναι αυτός ο γκρίνγκο που κάθεται απέναντι;»
«Άσε, κι έχω πικρά πείρα. Είναι ο Henry J. Littlefinger, αυτός που ανέλαβε να εκτελέσει το σχέδιο του ογδονταπεντάχρονου χίπη Large Daddy Throckmortan για να κυβερνήσει την Αμερική και να την κάνει όπως έπρεπε να είναι – απλή, τεμπέλα, χαρούμενη, αγαπητή και βρόμικη».
«Δηλαδή;»
«Ο Henry J. έπιασε δουλειά στη Sticky & Sons, την εταιρεία που έβαζε κόλλα στα γραμματόσημα, και έριχνε στο καζάνι με την κόλλα ολόκληρα κομμάτια μαριχουάνα. Σε λίγο καιρό όλος ο κόσμος που έγλειφε τα γραμματόσημα φτιαχνόταν κανονικά, κάνοντας έτσι εφικτό το σχέδιο ανάκτησης της εξουσίας απ’ τους χίπις. Ο ίδιος ο Ρίτσαρντ Νίξον εθεάθη να πηγαίνει στη δουλειά του με σανδάλια και τζιν και να διατάζει την αεροπορία να σταματήσει τους βομβαρδισμούς στο Βιετνάμ, αφού προηγουμένως είχε σαλιώσει ένα γραμματόσημο και έστειλε για πρώτη φορά στα χρονικά ένα γράμμα στον Άρη. Κι άλλα κουφά έγιναν, όπως ότι η General Motors ανακοίνωσε το λανσάρισμα του νέου της αυτοκινήτου, που δε θα ξεπερνούσε την ταχύτητα των πέντε μιλίων ανά ώρα».
«Και γιατί έχεις πικρά πείρα;»
«Θυμάστε πριν από κάτι μήνες που είχα φάει αυτό το κόλλημα με τη Θεά Ταβιέ;»
«Ναι. Είχες δει ένα όραμα ότι σου μίλησε με τόσο ωραίο τρόπο και σου επέτρεψε την είσοδο στα ενδότερα του ναού της για να επικοινωνείς μαζί της κι εσύ αποφάσισες να αφοσιωθείς στη λατρεία της και να γίνεις σαμάνος και κουραντέρο. Ευτυχώς, φίλε μου, γλίτωσες απ’ αυτή τη φάση».
«Μην το λες. Τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται».
«Τι εννοείς;»
«Η ζωή μου είχε βρει ένα νόημα. Πήγαινα κάθε μέρα στο ιερό, τη λάτρευα, επικοινωνούσα μαζί της κι ένιωθα έντονη την παρουσία της. Αυτό μου έδινε… ζωή. Κι έτσι μπορούσα να μεταφέρω τα μηνύματά της και να θεραπεύω τον κόσμο. Ώσπου έμπλεξα με το Henry J. Μια μέρα, μετά από πολύωρη ιεροτελεστία, με έντονα οράματα εκσωμάτωσης, είχα εξαντληθεί. Ήρθα σ’ αυτό εδώ το καφενείο σκέτο ράκος. Ο Henry J. καθότανε στο ίδιο σημείο που κάθεται και τώρα. Με πλησίασε και μου είπε:

“Μεγάλε, έχεις τα χάλια σου. Τι συμβαίνει;”
“Δεν ξέρω, γκρίνγκο. Κάτι δεν κάνω σωστά. Προσπαθώ να είμαι εκατό τα εκατό αφοσιωμένος και πιστός στη θεά που πιστεύω. Προσκυνώ, νηστεύω, προσεύχομαι... Βεβαίως ένας πιστός δεν μπορεί να έχει εγωιστικές απαιτήσεις ή ενδοιασμούς για την πίστη του. Όμως αισθάνομαι ένα κενό στην επικοινωνία. Τις περισσότερες φορές το σήμα μου δε φτάνει όσο βαθιά θέλω ή, ακόμη χειρότερα, εξοστρακίζεται και παίρνει εντελώς άλλες κατευθύνσεις από τις ηθελημένες. Ομολογώ ότι αισθάνομαι μια μεγάλη απόρριψη, ότι είμαι πολύ λίγος για κείνη, κάτι που με κάνει να θέλω ν’ ανοίξω ένα λάκκο και να χωθώ μέσα”.
“Φίλε, έχεις πολύ σοβαρό πρόβλημα. Άσε με να σε βοηθήσω”.
“Μπορείς αλήθεια να με βοηθήσεις;”
“Και βέβαια μπορώ. Για πες μου, τι ουσίες παίρνεις για τις ιεροτελεστίες και τις ενοράσεις σου;”
“Είναι να ρωτάς; Γιάχε φυσικά. Ευλογημένος αυτός ο τόπος που στα χώματά του αναπτύσσεται αυτό το φυτό”.
“Σωστά, χμ, χαρμίνη και χαρμαλίνη. Σκέτη ψυχεδέλεια. Όμως, φίλε μου, ίσως εδώ βρίσκεται το πρόβλημά σου. Αν θες τη γνώμη μου, το ’χεις παρακάνει με τη θρησκεία. Τα 'χεις δώσει όλα στη θεά και στους άλλους. Χρειάζεσαι λίγο να φροντίσεις τον εαυτό σου. Να έχεις λίγο εγωισμό. Έτσι θα είσαι πιο χρήσιμος και για τους άλλους, αφού η δική σου παρέμβαση και μεσολάβηση θα είναι λιγότερο παθητική μεταβίβαση και περισσότερο αυτενεργός δράση. Άκουσέ με. Όλοι οι μεγάλοι κουραντέρος έχουν έντονη προσωπικότητα και δεν είναι απλοί μεταβιβαστές των θεϊκών θελήσεων. Ασκούν προσωπική, πρωτότυπη θεραπεία”.
“Ας υποθέσουμε ότι έχεις δίκιο. Και πως θα γίνει αυτό;”
“Αυτό σκέφτομαι τώρα. Κοίταξε, χρησιμοποιείς, και καλώς, φυσικά ψυχεδελικά φάρμακα για τη λατρεία σου. Εγώ θα έφτιαχνα ένα μείγμα όπου θα πρόσθετα και κάτι πιο… σπιντάτο, θα έλεγα. Να προβάλεις το εγώ σου. Ν’ αποκτήσεις λίγο τσαμπουκά. Αρκετά με την ευλάβεια. Θα έβαζα τρυπταμίνες, όπως DMT, για παράδειγμα. Ή, ακόμα καλύτερα, θα χρησιμοποιούσα MDA και MMDA, που προκαλούν εμπειρίες σαν αυτές που προκύπτουν απ’ το συνδυασμό ενός ψυχεδελικού και κοκαΐνης ή του LSD και αμφεταμίνης. Λοιπόν, κάτι τέτοιο θα σου φτιάξω. Θα έχει ως βάση τη μεσκαλίνη ή αμίδια του λυσεργικού οξέος ή ακόμη ψιλοκυβίνη και ψιλοκίνη, ώστε να μην απολέσεις τη θρησκευτική διάσταση και ενόραση. Αλλά θα σου ρίξω και πιο σπινταριστά φάρμακα, όπως το STP, που σου δίνει τεράστια ενέργεια κι απευθύνεται περισσότερο στο παρόν και στο τώρα απ’ ό,τι στο παρελθόν ή στο μέλλον. Έλα σε δυο μέρες και θα σ’ έχω έτοιμο”.

»Πράγματι, μετά από δυο μέρες ο Henry J. μού έδωσε το μείγμα και μου ευχήθηκε καλή τύχη. Περπάτησα μια ώρα δρόμο μέσα στην κοιλάδα μέχρι το ιερό και, φτάνοντας έξω απ’ τον πέτρινο ναό, σταμάτησα και έκατσα οκλαδόν. Αυτοσυγκεντρώθηκα και με αγωνία πήρα το φάρμακο απ’ το στόμα. Σε είκοσι λεπτά είχα κρυάδες, ναυτία, ανακατωμένο στομάχι, μούδιασμα στα άκρα, συσπάσεις στους μυς του λαιμού, διαστολή της κόρης των ματιών κι αισθανόμουνα έντονη σύγχυση, ταραχή, υπερένταση και μια απίστευτη ενέργεια, χιλιάδων βολτ θα έλεγα. Άρχισαν οι παραισθήσεις, τόσο σε χρώματα, σχήματα και φιγούρες, όσο και σε ήχους. Τα χρώματα ήσαν φοβερά φωτεινά στις αποχρώσεις του μοβ, πράσινου και κόκκινου. Φίδια, αράχνες και αναρριχώμενα φυτά σκαρφάλωναν πάνω στους στύλους του ιερού της Ταβιέ και μια ξανθιά γυναικεία φιγούρα, μάλλον η ίδια η θεά, μου έκανε έντονες και προσβλητικές παρατηρήσεις, ενώ ταυτόχρονα χάιδευε ένα γεροδεμένο άντρα με περικεφαλαία και φιλούσε μια όμορφη, λεπτή κοπέλα που στέκονταν σ’ ένα μπαρ. Η ηχητική υπόκρουση δεν ήταν αυτή που είχα συνηθίσει από τις άλλες μου ενοράσεις, αφού είχε χαρακτηριστικά όχι φευγάτου, αλλά σκληρού μεταλλικού ρυθμού. Άρχισα να απολογούμαι στις παρατηρήσεις, αλλά όχι με ένοχο ούτε παρακλητικό ούτε φοβισμένο ύφος. Μάλιστα, άρχισα να υψώνω τη φωνή μου και να λέω κάτι σε στιλ "άμα σ’ αρέσει. Αλλιώς… δενφοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι ελεύθερος". Όσο μιλούσα εγώ, εκείνη φαινόταν να μη με προσέχει και γελούσε τώρα δυνατά πλαισιωμένη από ένα κοινό άγριων ζώων της αφρικανικής σαβάνας και ανθρωποφάγων φυλών. Φώναζα δυνατά για ν’ ακουστώ, αλλά οι βρυχηθμοί των λιονταριών και κάτι ελέφαντες τρομπετίστες που έπαιζαν φρι τζαζ κάλυπταν τις κραυγές μου. Η γυναικεία φιγούρα με αγνοούσε προκλητικά, παρ’ όλο που φώναζα και χτυπούσα με τις γροθιές το στήθος μου. Μετά από λίγο εξαφανίστηκε αυτή και όλο το υπόλοιπο σκηνικό και ήταν τότε που έχασα κάθε επαφή με τη θεά Ταβιέ. Όταν συνήλθα, ήμουν μέσα στο ιερό και από αφηγήσεις περαστικών έμαθα ότι είχα μπει μέσα στο ναό σπρώχνοντας και κλοτσώντας όποιον και ό,τι έβρισκα μπροστά μου και είχα ξεστομίσει άσχημες βρισιές προς την ίδια τη θεά. Ήταν φανερό ότι είχα διαπράξει μεγάλη ιεροσυλία και θα έπρεπε εφεξής να ξεχάσω τη θεά Ταβιέ και την καριέρα του σαμάνου».

«Έι. Ο γκρίνγκο έρχεται προς τα δω».
«Γεια χαρά. Τι νέα; Θέλει κανείς μια τζούρα από την πρώτης κατηγορίας ινδική κάνναβη που καπνίζω;»
«Ευχαριστώ. Σφφφ. Έλεγα στα παιδιά τη φάση με το μείγμα που μου έφτιαξες. Έμαθες, φαντάζομαι, ότι με διώξανε κακήν κακώς απ’ το ιερό. Φφφ».
«Κάτι πήρε τ’ αυτί μου. Λυπάμαι πολύ, αμίγκο. Αλλά να σου πω κάτι; Καλύτερα έτσι. Βάδιζες προς την καταστροφή. Βλέποντάς σε τώρα έτσι ήρεμο με τους φίλους σου, πιστεύω ότι έχεις λυτρωθεί».
«Ναι, αλλά, σφφφ, ο φίλος μας εδώ διαμαρτύρεται γιατί ξέκοψε από μια φάση που λέει ότι κατά βάθος του άρεσε και… πως το 'πες, του έδινε ζωή, φφφ».
«Δεν φταίω γω αν είσαι μαζόχα, αμίγκο. Όμως, ακόμη κι έτσι αν είναι, μπορείς κάλλιστα να πας πίσω, να ζητήσεις συγνώμη και να ρίξεις το φταίξιμο σε μένα».
«Το έχω σκεφτεί. Και θα το κάνω. Δεν ξέρω τι ακριβώς ζητάω βέβαια, αλλά, σφφφ, θα ζητήσω μια τελευταία ευκαιρία. Έστω κι αν ταπεινωθώ στο έπακρο αυτή τη φορά. Φφφ».
«Δε θα σε συμβούλευα να δοκιμάσεις κάτι τέτοιο. Δε βλέπω τι έχεις να κερδίσεις. Μπορεί να πέρναγες λίγο καλά πριν χαλάσει τελείως η φάση, αλλά, όπως είπε ένας φιλόσοφος, σφφφ, η ιστορία μόνο ως φάρσα επαναλαμβάνεται. Φφφ».
«Ναι, αλλά, σφφφ, όπως θα τραγουδήσει σε λίγο καιρό ένας τροβαδούρος, love is the drug. Φφφ. Τη χρειάζομαι τη θεά μου και την αγαπώ».
«Τότε πήγαινε και βγάλ' τα όλα από πάνω σου. Πες της “sorry, wrong mix of drugs, δεν εννοούσα αυτά που έκανα”. Αλλά θα σου πω και κάτι τελευταίο. Ποια νομίζεις ότι είναι η Ταβιέ; Αλλιώς ξεκίνησε όταν ακόμα λατρευόταν από τους Νάσκας. Ήδη όταν κυριάρχησαν οι Ίνκας μπλέχτηκαν διαφορετικά χαρακτηριστικά και η αρχική μορφή και το μήνυμά της αλλοιώθηκαν. Πόσο μάλλον τώρα, την εποχή του Νίξον και του ψυχρού πολέμου. Η Ταβιέ δεν είναι αυτή που νομίζεις ούτε αυτή που ήτανε. Και γι’ αυτό έχεις πρόβλημα επικοινωνίας. Ξύπνα, αμίγκο. Οι άνθρωποι αυτές τις μέρες είναι λιγότερο αυθόρμητοι και πολύ επιφυλακτικοί. Κοιτάνε την πάρτη τους. Και οι θεοί δεν πάνε πίσω».
«Σφφφ… Φφφ. Φίλε, μου 'χεις κάνει το κεφάλι καζάνι. Φεύγω πριν με μπερδέψεις άλλο. Έχω την ανάγκη ν’ ανήκω κάπου. Κατάλαβέ το. Θα πάω και θα ζητήσω συγχώρεση και μια δεύτερη ευκαιρία, μια νέα αρχή. Θα προσκυνήσω στο ιερό της, θα της πω ότι εξακολουθώ να τη λατρεύω και ό,τι και να γίνει δεν πρόκειται να την προδώσω ποτέ. Χωρίς μελοδραματισμούς και περιττά πάθη. Και θα δεχτώ το θέλημά της όποιο κι αν είναι αυτό. Γιατί η Ταβιέ είναι θεά και γνωρίζει καλύτερα».

Ο επίδοξος κουραντέρο πάσαρε το τσιγαριλίκι στο Henry J. και, χωρίς να κοιτάξει και να χαιρετήσει κανέναν, άρχισε την πεζοπορία προς το ιερό της Ταβιέ με αποφασισμένο ύφος και θρησκευτικό συναίσθημα. Κατηφόρισε από τον πετρώδη λόφο, όπου βρισκόταν το καφενείο, προς την ιερή κοιλάδα. Καθώς περπατούσε με σίγουρο και σταθερό βήμα στο καταπράσινο λιβάδι, ο ήλιος, που κρυβόταν εδώ και ώρα πίσω από ένα τεράστιο μαύρο σύννεφο, άρχισε να ρίχνει τις ζεστές αχτίδες του στον ευλογημένο τούτο τόπο και να θερμαίνει την καρδιά του προσκυνητή. Ένα μουσικό κομμάτι άρχισε ν’ αντηχεί σ’ ολόκληρη την κοιλάδα, με αυξανόμενη ένταση…

Let the sunshine Let the sunshine in
The sunshine in
Let the sunshine Let the sunshine in
The sun shine in


φωτό: http://www.horolezec.cz/galery/gal_66/peru/galpe66.html

Not a brain wave by l'esprit de l' escalier:
A message by chill-the-blood-to-warm-the-soul.

27.6.06

Παραγγελία

-Δύο καπουτσίνους φρέντους μέτριους;
-Verbatim*.


*Κατά λέξη.

26.6.06

Το κορίτσι που δεν αφήνω πίσω μου

Φίλη: «Ενηλικιώνεσαι ραγδαία».
Ψυχοθεραπευτής: «Βλέπω εβδομάδα με την εβδομάδα ένα κορίτσι να γίνεται γυναίκα».
Μπλόγκερ: «Μήπως ωρίμασες εν μία νυκτί;»

Είναι αλήθεια ότι οι φούξια φιόγκοι στα ρούχα, τα θεατρικά μαντίλια, τα κολιέ φορεμένα το ένα πάνω στ' άλλο και τα μεσάτα εμπριμέ φορέματα με φουσκωτό, ίσιο ποδόγυρο (απ' αυτά που κάνουν τη γιαγιά μου να με λέει «σαν γιασεμάκι») με κάνουν να νιώθω κάπως άβολα τελευταία. Είναι αλήθεια πως προτιμάω το μαύρο πλισέ φόρεμα, τα χρυσά σανδάλια και το βαφτιστικό μου σταυρό. Είναι αλήθεια πως η αίσθηση κενού μετά το χαζοξενύχτι υπερισχύει κατά πολύ του γάργαρου γέλιου πάνω στο τσούγκρισμα του Μοχίτο. Είναι αλήθεια πως η αυτάρεσκη επίγνωση «και πολλή του πέφτω» και η αγωνιώδης ερώτηση «γιατί δε με θέλει» έχουν μπει σε διαδικασία απολίθωσης κάτω από ιζηματογενή πετρώματα κακών σχέσεων, ενώ στο χώμα από πάνω τους έχουν φυτρώσει σκέψεις τύπου «τι μπορούμε να κάνουμε μαζί». Είναι, επίσης, αλήθεια, πως ακούω περισσότερο και μιλάω λιγότερο. Και γενικά, είναι πολλά πράγματα που κάνω τελευταία και που μοιάζουν με πράγματα που κάνει μια τριαντα-κατιτίς και όχι μια σκερτσόζα κορασίδα με κοτσίδια.

Ωστόσο, συνεχίζω να βγαίνω στα μπαρ, να χαζεύω αριστερά δεξιά, να αναβάλλω τις αληθινές επιθυμίες και να διασπώμαι - σε μια άσκοπη διαδρομή, μάλιστα, κόλλησα στην παρέα ενός δεκάχρονου αγοριού, επειδή και καλά ήταν άσος στα πεντόβολα και η μάνα του του χτένιζε ωραία τα μαλλιά. Το κορίτσι μέσα μου, πάνω στον πανικό της οπισθοχώρησης, ψάχνει τους ομοίους του. Πιάνεται από ένα γερό βράχο και τρίβει στο χώμα την πληγωμένη του πατούσα όπως το άλογο πριν καλπάσει, σε μια από τις τελευταίες προσπάθειες να μην παραδώσει γη και ύδωρ στην ωριμότητα - αυτή τη λέξη που, όταν προφέρεται, ακούγονται από το βάθος επιφωνήματα περιφρόνησης, σαρκαστικά γέλια και ένα «φτου φτου μακριά από μας» με ροκ εκφορά.

Η ωριμότητα είναι κάτι που δεν ξέρω. Την ανιχνεύω και την επιζητώ, αλλά δεν την ξέρω. Τι διαδέχεται την από κεκτημένη ταχύτητα δια-σκεδαστική προσέγγιση στα πάντα; Ξέρω όμως ότι, για να καλοϋποδεχτείς την ωριμότητα, αυτό το επόμενο πράγμα, και να τη νιώσεις στο πετσί σου, χρειάζεσαι παρέα. Μόνη σου δεν κατακτάς παρά μερικούς πόντους από δαύτην, περίπου (περίπου!) όσους έχω μαζέψει. Να γιατί με φοβίζει. Να γιατί είμαι με το ένα πόδι εδώ και με το άλλο εκεί πίσω. Να γιατί ακόμα ρίχνω ένα ξεροκόμματο στο κορίτσι μέσα μου - και μερικά ευρώ, για να ανανεώσει τους φιόγκους του και να μπορώ να τους καμαρώνω. Επειδή μόνη μου δεν ξέρω πώς να εγκατασταθώ σ' αυτή την καινούρια χώρα.

Όταν όμως, μέσα από την ταλαιπωρία, το άγχος και τις αμφιβολίες, πάρω την πράσινη κάρτα, το κορίτσι μέσα μου θα πάψει να απειλείται. Γιατί θα κινείται ελεύθερα μέσα σε όρια - θα έχει το δικό του δωμάτιο για να παίζει.

24.6.06

Λίστα

Πράγματα για τα οποία αγχώνομαι, αλλά, παρ' όλο που είναι πολύ απλό να κλείσω την κάνουλα απ' όπου ξεπηδά το άγχος, αδρανώ κι έτσι συνεχίζω να καρα-αγχώνομαι:

-Μήπως τα σαφρακιασμένα από την αφυδάτωση λουλούδια στις αρτάνες μαραθούν ανεπιστρεπτί. Ωστόσο, κάθε πρωί που βλέπω το χάλι τους, σκέφτομαι ότι βιάζομαι τρελά και α, δε γίνεται, θα τα ποτίσω το βράδυ. Μέχρι το βράδυ, αλλά και μέχρι το πρωί -διότι και το βράδυ το αναβάλλω- ζω με ενοχές.
-Μήπως εξαντληθούν τα εισιτήρια για τα θεάματα του καλοκαιριού που με ενδιαφέρουν και χάσω κι άλλα εκτός από αυτά που έχω χάσει ήδη. Ωστόσο, κάθε φορά που περνάω από τα ταμεία του Φεστιβάλ ή το Ticket House κτλ., θεωρώ πρωτεύον να ικανοποιήσω μια από το πουθενά πείνα/νύστα/ζέστη και αλλάζω πορεία. Τις νύχτες έχω εφιάλτες ότι δεν καταφέρνω να δω Antony & The Johnsons.
-Μήπως μου έρθει ο επόμενος λογαριασμός του ΟΤΕ κατακούτελα, εξαιτίας του εξαντλητικού σέρφινγκ στο Ιντερνέτι. Ωστόσο, δε βάζω adsl, διότι και καλά δεν ξέρω ποια εταιρεία να διαλέξω και διότι προηγείται η αποσύνδεση isdn, που πρέπει να κάνει ο τοπικός ΟΤΕ. Το γεγονός ότι παίρνω τον ΟΤΕ τηλ. και δεν απαντά μου προκαλεί παράλογη ανακούφιση. Η υποψία ότι το τηλ. του ΟΤΕ που παίρνω είναι λάθος δεν αρκεί για να μην ξανακαλέσω σε αυτό και να ψάξω το σωστό, αλλά αρκεί για να γιγαντωθεί η σκιά της Ερινύας που παίρνει τη μορφή του πορτοφολιού μου και φωνάζει στο αυτί μου: Γιάννη, γιατί έκοψες το πεύκο, γιατί, γιατί; (δε λέει αυτό, αλλά την πιάνετε την ατμόσφαιρα).

Και το μέγα άγχος:

-Μήπως κάποιος μου αφήσει μήνυμα στη στήλη της Αthens Voice ΣΕ ΕΙΔΑ και δεν το πάρω χαμπάρι ποτέ, χάνοντας τη γνωριμία του αιώνα. Ωστόσο, βαριέμαι τρελά να διαβάζω τη στήλη (η οποία έχει γίνει και τεράστια δηλαδή). Οι Αthens Voice κάνουν ντάνα στο σαλόνι, ντάνα η οποία όπου να 'ναι θα φλερτάρει με τις κατσαρίδες, ντάνα η οποία ξεφτιλίζει τη χρησιμότητα του coffee table, ντάνα η οποία θα ψηλώσει, θα ψηλώσει, θα ψηλώσει και μια μέρα θα πέσει πάνω μου και θα με θάψει κάτω από ένα χαρτοπολτό ψυχαναγκαστικής εκκρεμότητας.

...

Συμπεράσματα:
1. Νομίζω ότι πρέπει να παζαρέψω την τιμή της συνεδρίας με τον ψυχοθεραπευτή μου.
2. Ευτυχώς που δεν έχει και η Lifo ΣΕ ΕΙΔΑ.

23.6.06

Ως ουκ είθισται

(Φαμ Φρακτάλ, έργο 4)

Έχω κρατήσει από τότε πέντ’ έξι SMS στο κινητό - αυτά που εκείνη ήταν όχι-και-τόσο-μεθυσμένη κι εγώ όχι-και-τόσο-νηφάλιος. Πες πως η ιστορία πήγαινε κάπως έτσι:

«ΑΝ ΛΕΩ ΑΝ ΜΟΥ ΡΘΕΙ ΜΕ ΦΙΛΟΞΕΝΕΙΣ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΣΟΥ ΚΟΡΙΤΣΙ;»... Συνεχίζεται εδώ.

18.6.06

Boring...

Ήξερα κάποιον που στις διακοπές έλεγε πράγματα όπως: «Άντε να πάμε και στο σπήλαιο να ξεμπερδεύουμε». Αντιμετώπιζε την επίσκεψη στο χάιλαιτ αξιοθέατο του μέρους σαν κάτι που, αφού ήταν γραφτό απ' τη μοίρα να κάνουμε, ε, ας το κάναμε μια ώρα αρχύτερα.

Συχνά, πολύ συχνά, βλέπω ακριβώς έτσι τη ζωή. «Άντε να γεράσουμε, να πεθάνουμε, να ξεμπερδεύουμε». Μερικές νύχτες όμως με πιάνει αισιοδοξία. Τότε κάνω τη σκέψη: «Μια ζωή είναι, θα περάσει».

15.6.06

Σωστός ο Γιαν Τιερσέν

Θα μπορούσε: α) να παίξει Αμελί με την ενορχήστρωση του σάουντρακ, τύπου «πάρτε το προκάτ χιτ στ' αυτάκια, αφού γι' αυτό ήρθατε» - και το κοινό να το φχαριστηθεί, αφού όντως γι' αυτό ανέβηκε στο Λυκαβηττό (η πλειοψηφία). β) να μην παίξει καθόλου Αμελί, διότι δεν μπορεί ένας μουσικός να παγιδεύεται από το ίδιο του το χιτ και να κάνει τεμενά στον άψαχτο ακροατή - και το κοινό (η πλειοψηφία) να αποχωρήσει μες στην απογοήτευση. Με το α) θα «πρόδιδε» τον εαυτό του, με το β) το κοινό του. Δύσκολο το δίλημμα - αν μείνεις σε αυτό. Διότι να που υπήρχε λύση: το θέμα (τα θέματα) της Αμελί παιγμένα λίαν κιθαριστικά και παραλλαγμένα σε βαθμό διασκευής.

Η λύση αυτή δεν είχε προκύψει στη συναυλία των Radiohead στο Λυκαβηττό τo 2000, διότι προφανώς εκείνοι, σχετικά με το δικό τους χιτ, έμειναν στο δίλημμα. Και επέλεξαν το β), δηλαδή να μην παίξουν το Creep, που το κοινό (η πλειοψηφία) περίμενε.

Φυσικά, υπάρχει βασική διαφορά στις δύο περιπτώσεις: από τη μία πρόκειται για ένα ολόκληρο σάουντρακ, από την άλλη για ένα μόνο κομμάτι. Ωστόσο, και τα δύο σύστησαν τα ονόματα στο μεγάλο κοινό. Και τα δύο δε live έγιναν στην Ελλάδα πολλά χρόνια μετά ΤΑ ΧΙΤ (5 το live του Τιερσέν μετά την ταινία Αμελί, 7 αυτό των Radiohead μετά το άλμπουμ Pablo Honey), με both τα ονόματα να έχουν βγάλει κατόπιν μπόλικες δουλίτσες (+4 άλμπουμ o Tιερσέν, +2 και το 3ο να κυκλοφορεί λίγους μήνες αργότερα, χώρια τα ιπιά -ep-, οι Radiohead), οι οποίες ωστόσο παρέμεναν σε δεύτερη μοίρα στη συνείδηση της θειας μου της Θοδώρας (=ευρύ κοινό) σε σχέση με ΤΑ ΧΙΤ. Θα μπορούσε λοιπόν ο Τομ Γιορκ (ή έστω ο Κόλιν Γκρίνγουντ, που είχε και τα γενέθλιά του εκείνη τη μέρα) να πει: «Ας κεράσουμε τους αδαείς ακροατές που έχουν μείνει στην εποχή του Creep το κομματάκι που περιμένουν πώς και πώς, μιας και ερχόμαστε για πρώτη φορά στην Ελλάδα και ένας Θεός ξέρει πότε και αν θα ξανάρθουμε, αλλά ας του ρίξουμε μια ξεγυρισμένη αναπροσαρμογή, για να πάρουμε και τα σώβρακα των φανατικών οπαδών, που ξέρουν απέξω τους στίχους όλων των ιπιών -ep- μας και τους έχει έτσι κι αλλιώς σηκωθεί η τρίχα κάγκελο». Ε, they didn't.

Δεν είναι που είχα τα γενέθλιά μου κι εγώ εκείνη τη μακρινή μέρα και νομιμοποιούμουν να τσαντιστώ με όποιον δε μου έκανε το χατίρι. Είναι που εκτίμηση φουλ πάντα είχα μόνο στο μουσικό που σπάει το κεφάλι του και βρίσκει τον τρόπο να ξεπαγιδευτεί από την ίδια του την επιτυχία, σεβόμενος ταυτόχρονα και τη δημιουργική του υπόσταση και την προσδοκία της μάζας. Διότι η τοποθέτηση της μάζας είναι το μισό live (γι' αυτό μιλάω, όχι για το στούντιο, όπου η μάζα μπορεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό να πάει να χεστεί). Αυτόν λοιπόν το μουσικό εγώ θα μπορούσα να τον ακούω προσεκτικά σε ό,τι έχει να μου πει, χωρίς να μου χαλά η κόμμωση από την αύρα τεμπελιάς/εφηβικού τύπου άρνησης που φυσά από τη σκηνή.

Χτες ο μεσιέ Τιερσέν (που, σημειωτέον, είχε ξανάρθει στην Ελλάδα τη χρονιά ΤΟΥ ΧΙΤ, και επομένως θα μπορούσε να είχε ξεμπερδέψει τότε με αυτό), μου επιβεβαίωσε πόσο πιο πλούσια εμπειρία (και μάθημα, γιατί όχι;) είναι το να παρακολουθείς κάποιον να μην αρκείται απλώς στο ταλέντο του, αλλά να το παιδεύει.

13.6.06

Χημεία-Ψυχολογία 0-1

-Φαίνεσαι κάπως. Έχεις πάρει κάτι;
-Όχι, είναι φυσικό down.

12.6.06

Small time crooks*

Οι κλέφτες ήταν δύο και μαύροι. Και, μπορεί στο ανθρωποκυνηγητό να έχασαν τις παντόφλες τους, αλλά τουλάχιστον βούτηξαν τη σωστή τσάντα: Ανάμεσα σε πορτοφόλι, ταυτότητα, διαβατήριο, δίπλωμα οδήγησης, κλειδιά σπιτιού, κλειδιά αυτοκινήτου, κινητό κτλ., υπήρχαν και δύο προσκλήσεις για την εμφάνιση του 50 Cent. Πιθανότατα σε ένδειξη ευγνωμοσύνης που ανέλπιστα θα βρεθούν να παρακολουθούν τo live του brother, άφησαν να πέσει στην άσφαλτο το πιο πολύτιμο αντικείμενο της τσάντας: η κολώνια. Διότι όλες οι φυλές γνωρίζουν και σέβονται ότι πάνω απ' όλα είμεθα γυναίκες.

Ευχαριστούμε και καλή διασκέδαση!


*Στην Έφη, που η εφηβική φωτό της ταυτότητάς της χάθηκε για πάντα.

8.6.06

Yin Yang

-Τσ τσ τσ, δεν είσαι καθόλου γιν.
-I'm too yang to be yin.

7.6.06

Ο άστεγος εντός-εναλλάξ μου

(Φαμ Φρακτάλ, έργο 3)

Έχοντας κανείς αυτονόητα ένα σπίτι μέσα στο οποίο μπορεί να κοιμηθεί σαν μωρό, να μπουσουλήσει και να κάνει κακά του, σταδιακά αντιλαμβάνεται πόσο ωραία είναι που με κάποιους το μοιράζεται. Διότι ναι μεν το να κάνεις κακά σου είναι μια υπόθεση απολαυστικής μοναξιάς από τη παιδική ηλικία ως τα γερατειά, αλλά δεν ισχύει το ίδιο με το φαγοπότι, τη φασίνα, το Trivial Pursuit κτλ. Όσο μεγαλώνεις και δένεσαι με τη μαμά, τον μπαμπά, τον αδερφό, την αδερφή, τη γιαγιά κοκ., τόσο μεγαλώνει η αίσθηση ασφάλειας, χωνεύεται η αποδοχή, πολλαπλασιάζονται τα κοινά βιώματα. Έτσι, η διεύθυνση της οικίας σου, από στοιχείο της ταυτότητάς σου, γίνεται παροχέας ταυτότητας. Ανήκεις στην οικογένεια της οδού π.χ. Αγίου Ισιδώρου 11.

Το οικογενειακό κεραμίδι είναι κάτι σαν προαπαιτούμενο μάθημα, Στέγη 1, για να προχωρήσεις στις επόμενες στέγες της ζωής... Συνεχίζεται εδώ.

6.6.06

Η ζωή στη μονταζιέρα

Πριν από λίγο καιρό, στην Καλαμάτα, με μερικούς από τους αγαπημένους μου φίλους, τον koyan, τη Στέλλα και το Βούλη (βγαίνει από το σλόγκαν του ελληνικού κινηματογράφου "Έχει δίκιο ο Βούλης" - έξτρα κουίζ: βρες από ποια ταινία είναι και κέρδισε τη φιλοξενία ενός ποστ σου στο l'esprit de l' escalier), κουβεντιάσαμε για τις εσφαλμένες πεποιθήσεις που σου κληροδοτεί ο τόπος στον οποίο μεγάλωσες. Τι θέλω να πω - δηλαδή τι είπαμε:

Εγώ, καθώς μεγάλωσα μέχρι τα 18 μου στο Βροντάδο (ναι, εκεί με τις ρουκέτες), έβλεπα στον ορίζοντα απέναντι τα βουνά της Τουρκίας (τα παιδιά των Αθηναίων παραθεριστών ρωτούσαν έντρομα: "Δε φοβάστε;", αλλά αυτό είναι άλλο ποστ). Έβγαινα διάλειμμα στο σχολείο και έβλεπα τα βουνά της Τουρκίας. Έτρωγα παγωτό πραλίνα Κρόνου στη χώρα, στα ζαχαροπλαστεία της προκυμαίας, και έβλεπα τα βουνά της Τουρκίας. Έπινα μπίρες στην παραλία μετά το βραδινό μπάνιο και έβλεπα τα φωτάκια στα βουνά της Τουρκίας. Μέχρι και σήμερα λοιπόν, όταν είμαι στη θάλασσα και βλέπω απέναντι βουνά, νομίζω αυτομάτως ότι βλέπω Τουρκία. Πρέπει να το σκεφτώ για να συνειδητοποιήσω ότι, αφού βρίσκομαι π.χ. στην Κορώνη, δεν μπορεί παρά να βλέπω τα βουνά της Μάνης.

Για τον koyan, καθώς μεγάλωσε μέχρι τα 18 του στην Καλαμάτα, λάδι ίσον ελαιόλαδο. Πατάτες τηγανητές ίσον πατάτες τηγανισμένες σε ελαιόλαδο. Λάδι όχι από ελιά ίσον ύποπτο ανθυποϋγρό. Άνθρωπος που δεν τηγάνιζε σε ελαιόλαδο ίσον άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο, κινητή απειλή για τη δημόσια υγεία, ενδεχομένως και κακός, εχθρός των ελαιοπαραγωγών, προδότης της ιδιαίτερης πατρίδος. Όταν λοιπόν αργότερα, στην Αθήνα, ο koyan είδε άνθρωπο να ρίχνει ανέμελα στο τηγάνι ηλιέλαιο, για να τηγανίσει φρεσκοκαθαρισμένες πατατούλες, λίγο έλειψε να τον σβήσει από την τηλεφωνική του ατζέντα. Πλέον ο χρόνος που του παίρνει για να το εκλογικεύσει έχει μειωθεί αρκετά (και προπάντων δεν του ορμάει μαινόμενος να του πάρει το μπουκάλι και να το τσαλαπατήσει στα μάρμαρα).

Έχει πλάκα το πώς τα παιδικά μας χρόνια, αυτά που περάσαμε σε μικρή ακτίνα από το πατρικό μας σπίτι, βρίσκουν τρόπους και υπάρχουν μέσα μας. Εκεί που δεν το περιμένουμε, να σου ένα ρεφλέξ από το παρελθόν σε ένα ερέθισμα του παρόντος. Ένα ρεφλέξ που φωτίζει για μια στιγμή ολόκληρο τον πίνακα της ζωής-πριν-από-το-δικαίωμα ψήφου-και-πριν-από το-δίπλωμα-οδήγησης, πίνακας που, λόγω της πολυτιμότητάς του, είναι τοποθετημένος στην πιο σκοτεινή κρύπτη του λαβυρίνθου της ζωής.


Ποια είναι η δική σου πεποίθηση που άφησε τον τόπο όπου μεγάλωσες και σε ακολουθεί παντού; Μ;

2.6.06

Αλλιώς ο ευφυής

- Εντάξει, ώρες ώρες γίνεται παράλογα επιθετικός, αλλά είναι έξυπνος, ευφυής, πώς το λένε.
- Το λένε βλάκα.

26.5.06

Αυτοαναφορικότητα

22.5.06

Γεώργιος Βιζυηνός Revisited

(Φαμ Φρακτάλ, έργο 2)

Τι το ήθελα να τους πω ότι έχω προϋπηρεσία στην Καρακίτσος Security; Με ορίσανε μπάστακα στην πύλη του ξενοδοχείου. Την ώρα δηλαδή που εκείνοι θα φτιάχνουν πηγαδάκια στη σάλα του Hotel Memory και θα περιμένουν με αχνιστή αδημονία τυλιγμένη σε κρούστα coolness την επίσκεψη του νεκραναστημένου συγγραφέα, κάνοντας καθωσπρέπει κόντρες μεταξύ τους για το ποιος θα του απευθύνει την πιο εύστοχη ερώτηση, εγώ θα στέκομαι, λέει, στην είσοδο και θα παραφυλάω για τυχόν επίθεση παραθρησκευτικών οργανώσεων με πλακάτ-αιτήματα: «Κάτω ο λοξός διαφθορέας κορασίδων», «Στην πυρά τα νοσηρά γραπτά του φιλότουρκου» και «Γεώργιε Βιζυηνέ, go χώμα».

Ωστόσο, έχω το σχέδιό μου... Συνεχίζεται εδώ.

18.5.06

Eurovision 06 - Stay heavy

Στηρίζω Lordi, αλλά, όπως και πέρσι, το «ντους» το δίνω στο Γιάννη Νένε.

14.5.06

Τα παλάτια του έρωτα, η ψηφιακή άμμος και ο επίμονος οικοδόμος

Το ποστ-ραβασάκι (το μετα-ραβασάκι, δηλαδή) είναι μια κατηγορία ποστ που γράφεις πρωτίστως για να ξελαμπικάρει ο εγκέφαλός σου, όπως συμβαίνει με όλα τα ποστ που γράφεις, αλλά με επιπλέον μια ενδόμυχη επιθυμία να το διαβάσει ξέρεις ποιος. Αν είσαι της σχολής του μπλόγκερ-ημερολογίτη, γράφεις στο βήτα πρόσωπο, «σε βλέπω στο φεγγάρι που γεμίζει, Πανσέληνος, όπως τη μέρα που γεννήθηκες», τέτοιο στιλ. Αν είσαι της σχολής του μπλόγκερ-μυθιστορηματία, φτιάχνεις μια αλληγορική ιστορία, κάτι του τύπου «η Τσικίτα αφιερώνει στη Φαβέλα και περιμένει, λέει, εκείνη τη βόλτα με τη Sachs». Στην πρώτη περίπτωση υπερθεματίζεις στην καψούρα, δε σε νοιάζει πώς θα το πάρει ο μπλογκοκόσμος που παρακολουθεί, προέχει το να τα βγάλεις από μέσα σου. Στη δεύτερη προσπαθείς να περάσεις λίγο στο ντούκου τον ερωτικό καημό και να πλασάρεις το ποστ σαν ένα ακόμα προϊόν της ανεξάντλητης φαντασίας σου.

Και στις δύο περιπτώσεις έχεις στο μυαλό σου το φανταστικό παραλήπτη, που τελικά είναι πραγματικός, αφού, όπως βλέπεις καθαρά στο μετρητή σου, μπήκε στις 08.27, στις 14.03, στις 22.30 και στις 22.40 (ή θα φαίνεται ο σέρβερ της εταιρείας όπου δουλεύει ή θα φαίνεται η είσοδος από το δικό του μπλογκ -δεν μπορεί, έστω μία από τις 4 εισόδους θα την έκανε ο ίδιος κι όχι κάποιος άσχετος που κλίκαρε στα λινκ του- ή θα σου υπονοήσει ο ίδιος ότι διάβασε το αριστούργημα, πετώντας π.χ. μια ατάκα-παραπομπή στην Πανσέληνο). Τον έχεις νοερά απέναντί σου όταν γράφεις το ποστ-ραβασάκι. Και του γράφεις αυτά που θα 'θελες, στην καλύτερη, να καταλάβει από μόνος του, στη μέτρια να του δείξεις, στην τελική να του πεις. Αλλά δεν του λες, δεν του δείχνεις και δεν καταλαβαίνει (ή κάνει πως δεν καταλαβαίνει) γιατί... γιατί ο κόσμος σήμερα είναι πολύπλοκος, η πόλη δαιδαλώδης, η μοναξιά του σχοινοβάτη, έχεις και την πετριά με το γράψιμο και τα λοιπά και τα λοιπά.

Ρίχνεις έτσι τα χαλίκια του Χάνσεν ή της Γκρέτελ στο σκοτεινό μονοπάτι φτιάχνοντας ένα διακεκομμένο φωσφορίζον κορδόνι επικοινωνίας, που θα λάμψει για λίγο, όσο να βγει μια ωραία αεροφωτογραφία, αλλά πολύ γρήγορα θα το φάνε οι κότες (οι κότες τρώνε χαλικάκια για να φτιάξουν καλής ποιότητος τσόφλι αυγού - ή βάλε ψίχουλα αντί για χαλίκια, και νυχτοπούλια αντί για κότες, αλλά έτσι θα χάσεις τη φωσφοριζέ εικόνα του λευκού χαλικιού, προκειμένου να κερδίσεις τα νυχτοπούλια, που είναι ασύγκριτα πιο λυρική επιλογή σε σχέση με τις κότες, ορίστε η πετριά που λέγαμε). Και θα το φάνε οι κότες όχι μόνο επειδή οι μέρες θα περάσουν και θα χαθεί μέσα στον ψηφιακό πολτό του Monitor και κάτω από τις εκατοντάδες λέξεις των καινούριων σου ποστ. Αλλά και επειδή το ποστ-ραβασάκι, εμπλουτισμένο με το ουράνιο των θεατών του διαδικτυακού φλερτ και σημαδεμένο από τη φυσική απουσία, εκπέμπει σε ισχνό βόλιουμ. Όλοι αυτοί που το κοιτάνε απορροφούν μεγάλο ποσοστό από τον ηλεκτρισμό του, ενώ ο ενδιαφερόμενος το δέχεται ολίγον παρεμπιπτόντως, ολίγον μέσα στην τούρλα του σερφαρίσματος. Το ποστ-ραβασάκι δεν είναι ικανό να εγκαταστήσει μια μικροφωνική της προκοπής, για μια επικοινωνία της προκοπής. Ή, για να επιστρέψουμε στο Χάνσεν και στην Γκρέτελ, τα χαλικάκια είναι κουκκίδες που καμιά γραμμή δεν τις ενώνει ώστε να σχηματιστεί το περίγραμμα του ερωτικού συμπλέγματος.

Δε φταίει όμως το μπλογκ κι ο εφευρέτης του. Δεν φταίει το μπλογκ που δε βάζει το κερασάκι πάνω στο αληθινό ερωτικό πάρε δώσε - το ραντεβού με το τριαντάφυλλο στο χέρι κάτω από το στύλο της ΔΕΗ και το χάρτινο ραβασάκι στην τσέπη. Στην πραγματικότητα, η ψηφιακή ερωτική επικοινωνία, αυτή η επικοινωνία με ειδικές ανάγκες, κουκουλώνει το σχεδόν απόλυτο κενό ερωτικής συνομιλίας που ζεις μέρα νύχτα. Αν το βόλιουμ του ποστ είναι ισχνό, οι φωνητικές χορδές δεν ακούγονται καν. Δεν εισακούγονται τα βλέμματα, οι ανατριχίλες δε μεταδίδονται. Το ποστ-ραβασάκι υπάρχει για να σου υπενθυμίζει τι δεν υπάρχει στη ζωή σου και στο κρεβάτι σου, τι θα ζούσες αν δεν είχες την επίμονη ανάγκη να του/της γράψεις.

12.5.06

Μερικές φορές ξυπνάω το πρωί

και νιώθω σαν μπριζόλα που θέλει χτύπημα.

10.5.06

Οι άνθρωποι χωρίζονται σε...

εξωστρεφείς και εσωστρεφείς...
εκείνους που χτίζουν κι εκείνους που φυτεύουν...
μαλάκες (το 100%) και μη μαλάκες (το 0,0%)...
κοκ.

Το μαχαίρι μπορεί να χαράξει πολλές φορές τη διάμετρο της πίτας.
Να άλλη μια χαρακιά, από τον ελβετικό σουγιά μου:

Οι άνθρωποι χωρίζονται σ' εκείνους που ασχολούνται με τον κόσμο και σ' εκείνους που ασχολούνται με τη ζωή.

Αυτούς που δε βλέπουν τη διαφορά δεν ξέρω πού να τους κατατάξω.

8.5.06

Επιλεκτικότητα

- Ααα, θα πάω με τον πρώτο τυχόντα.
- Γιατί, οι άλλοι είναι καλύτεροι;

3.5.06

Ποια στ' αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω*



















*Sponsored by Vassilopoulos.

Με βάση το εκπληκτικό εκείνο ποστ του thas, βάζω ένα μολύβι στο αυτί και, πιπιλώντας τη γόμα ενός άλλου, μπαινοβγαίνω από δωμάτιο σε δωμάτιο καταγράφοντας. Τη χρυσοποίκιλτη κορνίζα αξίας του θάσειου ποστ δεν τολμώ να την κλέψω, αλλά ούτε και θα φτιάξω άλλη, κατώτερη. Η καταγραφή θα παραμείνει χωρίς πλαίσιο (θα κολληθεί με Βlue Τak στον τοίχο).

Στο μπάνιο
Λοσιόν ντεμακιγιάζ Vichy (το διαφανές μπουκάλι, λίαν δημοφιλές στις ευαίσθητες επιδερμίδες), δίσκοι ντεμακιγιάζ Pom Pon (οι μεγάλοι), καθαριστικό προσώπου Avene (το πρασινωπό τζελ, πάλι για ευαίσθητες επιδερμίδες, μας περισσεύει εδώ μέσα η ευαισθησία), ενυδατική κρέμα Avene Hydrance Optimale και μία φορά την εβδομάς Avene Masque Apaisant hydratant, για πιο βαθιά ενυδάτωσις, κρέμα για την ακμή φτιαχτή σε φαρμακείο (έχει μέσα της Παναγιάς τα μάτια) και Dalacin C γέλη (μόνο η γέλη είναι αποτελεσματική) -εφαρμόζεται η πρώτη το βράδυ, το δεύτερο το πρωί και η θεραπεία γαμωτελειώνει σε λίγες μέρες-, υγρό φακών Renu, κολλύριο Visin (το ασπράδι των ματιών καλό είναι να τιμά το όνομά του), σαμπουάν Herbal Essences Fruit fusions, αφρόλουτρο Κέδρος του Κορρέ, αποσμητικό Dove stick (πάση θυσία ουδέτερο, χωρίς άρωμα), αποτριχωτικό κερί Veet (orientale, με αιθέρια έλαια), αντικυτταριδική κρέμα Roc (να 'ναι καλά η chili), κρέμα σώματος Eau de Lalique (αγαπημένο άρωμα), Dior Addict ή, άμα πέσει αφραγκία, Dove Nutri Body Milk, σερβιετάκια Libresse normal (στα 2 πακετάκια των 32 το 1 δώρο), σερβιέτες Always Ultra & Freshelle (φοβερή η εφεύρεση με το μαντιλάκι ανά σερβιέτα, αν και είναι κάπως αντι-οικολογικό με όλες αυτές τις ατομικές συσκευασίες πια).

Στην κουζίνα
Βρώμη Bio Gusto (λεπτές νιφάδες), νιφάδες κεχριού Βιοϋγεία, φαγόπυρο Ekoland, κινόα Ekoland (δεν έχω εντοπίσει αυτά τα δύο είδη δημητριακών σε άλλη μάρκα), ρύζι γλασέ Agrino, παξιμαδάκια κρίθινα Τσατσαρωνάκης (τις σπάνιες φορές που τρώω άλευρα), πένες τρικολόρε Barilla (τις σπάνιες φορές που τρώω ζυμαρικά), ρεβύθια Trofino (bio), φακές 3 Άλφα, τόνος σε νερό Rio Mare, συμπυκνωμένος χυμός ντομάτας Bio Farma, ορυκτό αλάτι Erntesegen (από αρχαίες θάλασσες 2.000 ετών, χωρίς τη μόλυνση των σημερινών θαλασσών), ζάχαρη καστανή Fytro, αρακάς κατεψυγμένος Μπαρμπα-Στάθης, κοτόπουλο Αγγελάκης, χυμός μήλο Life, Ξυνό Νερό Φλώρινας, νερό Evian, ελληνικός καφές Λουμίδης κουπάτος ή σκούρος (μία φορά την εβδομάδα), καφές φίλτρου Carte Noire (για τους επισκέπτες μόνο), σαμπάνια Moet (μάλλον για μένα μόνο).
Τα υπόλοιπα είναι λαχανικά (κολοκύθια, καρότα for sure), μήλα, αποξηραμένα φρούτα (such as βερίκοκο, σύκο Ευβοίας, δαμάσκηνο απύρηνο), ξηροί καρποί (αμυγδαλάκι, καρύδι), τσάγια (βουνού, τήλιο κτλ.), δηλαδή προϊόντα μη τυποποιημένα. Έχουμε όμως και συμπληρώματα διατροφής στα ντουλάπια, με τα οποία ταΐζουμε τον οργανισμό μας καθημερινώς (και τα οποία πολύ πιθανόν να σταθούν αιτία να φανώ φρικιό της υγείας, όλως αστόχως βέβαια):
Evening primrose Lamberts, λιπαρά οξέα Ω Omega Nutrition, σύμπλεγμα βιταμίνης Β Quest, βιταμίνη Ε Quest, βιταμίνη C Health Aid, μαγνήσιο Health Aid, ασβέστιο Nature's Plus (από κοράλλια Ιαπωνίας μεν, οικολογικό δε), μαγιά μπίρας Health Aid (σε χάπια), εκχύλισμα από σπόρους γκρέιπ φρουτ Citrus Paradisi (προϊόν Γερμανίας), πασιφλόρα φτιαχτή, του φαρμακείου (αλλιώς: passion flower), για τη ρύθμιση του βιολογικού μου ρολογιού.

Στο καθιστικό
Jamaica Blue Mountain, το λικέρ καφέ από τον καλύτερο καφέ του κόσμου - τα υπόλοιπα ποτά δεν τα καταναλώνω εγώ (ούτε και κανένας, εδώ που τα λέμε).

Junk

Τις σπάνιες φορές που παίζει πλέον, διαλέγω κάποιο είδος Pizza Hut, ζητώντας σάλτσα μπάρμπεκιου αντί για την κανονική, Goodissimo με λευκή σάλτσα, τυρόπιτα με φύλλο από το Μακεδονικόν στη Σόλωνος, βρόμικο πλατείας Μαβίλη, κρέπα με άλλα αντί άλλων, σοκολάτα υγείας Παυλίδη.

Τέλος, αναφέρω και το αιθέριο έλαιο λεβάντας που ψεκάζω στο μαξιλάρι και εξαγνίζει την αναπνευστική μου οδό, ειδικά όταν έχω εισπνεύσει μπόλικη τοξίνη σε μορφή καπνού τσιγάρου.

Is this me?

28.4.06

Χάσμα γενεών

Είπε ο άνθρωπος:

Δεν την καταλαβαίνω τη νέα γενιά...

Ήταν η Χι στο πάρτι...

Και νόμιζα ότι τα είχε με τον Ψι...

Αλλά όλο το βράδυ ήταν κάπως...

Και μπερδεύτηκα...

Αναπολώ τις εποχές που καταλαβαίναμε πότε κάποιος είναι ζευγάρι...

27.4.06

Θείος Μίμης

Ο Θείος Μίμης είναι κάτι σαν τον οικογενειακό μας γκουρού. Είναι εξαιρετικά έμπειρος αστρολόγος και χειρομάντης - ίσως όχι τόσο καλός χειρομάντης όσο εκείνος ο Ταϊλανδός μαθουσάλας που ήταν υπεύθυνος για την πρώτη μεταφυσική εμπειρία του (θείου Μίμη) αρχές δεκαετίας '70, στο δεύτερό του ταξίδι με πλοίο φορτηγό, αλλά πάντως καλός. Γι' αυτό και δεν τον πολυρωτάω να μου πει. Σήμερα όμως ο διάολος με κούντησε, που θα 'λεγε κι η γιαγιά μου.

Έδωσα πληροφορίες για το κωδικό όνομα "Τομ-Αργοστόλι". Ημερομηνία, ώρα, χρονολογία γέννησης. Ο θείος Μίμης σταύρωσε λίγο πιο σφιχτά τα πόδια στον καναπέ και σε λιγότερο από μερικά δευτερόλεπτα είπε τη φράση 1:

ΑΥΤΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ Ή ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΟ ΔΕΡΜΑ Ή ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΑΣΧΗΜΟ.

Του είπα ότι τώρα με κουφαίνει. Και είπε τη φράση 2:

Ο ΑΞΟΝΑΣ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ ΤΟΥ... ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΔΕΝ ΣΥΜΠΕΡΙΦΕΡΟΝΤΑΙ ΟΠΩΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ, ΚΙΝΟΥΝΤΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΑ.

Του είπα ότι τώρα με σοκάρει. Και είπε τη φράση 3:

ΕΧΕΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΤΑΡ.

Δεν του είπα τίποτα, μόνο τον κοιτούσα καθώς πήγαινε να ανοίξει τον υπολογιστή και τη βίβλο της καρμικής αστρολογίας.

22.4.06

-Θα πάτε πουθενά για Πάσχα;

-Εγώ Κρήτη, στο αμόρε μου.
-Ωραία. Καλή ανάσταση.
-Εγώ Χίο, στη μαμά μου.
-Τέλεια. Καλή όρεξη.

21.4.06

Το μπλουζάκι της επαύριον:

ΗΜΟΥΝ ΚΙ ΕΓΩ ΣΤO ΜΠΛΟΓΚΟΠΑΡΤΙ.

16.4.06

Πήγα κι εγώ στην Boom Boom (αν και αυτός ο τίτλος αδικεί το ποστ)

Την ντισκοτέκ εννοώ, στη συμβολή Θησέως και παραλιακής, για την οποία μιλάνε τα παιδιά της νύχτας και έγραψαν τα φριπρέσια. Ένα μέρος όπου η φράση «'80s revival» δε σημαίνει τίποτα.

ΣΤΑΔΙΟ ΠΡΩΤΟ: Θαλπωρή, οικειότητα. Ενθουσιασμός με τα αυτοκόλλητα-καρδούλες «I love Boom Boom» και με τον DJ Soulis, που μιλάει πάνω από τα κομμάτια ανοίγοντας διάλογο με τους τραγουδιστές. Σαστιμάρα με τα τοιχοκολλημένα A4 «Απαγορεύεται το κάπνισμα και το τρενάκι στην πίστα (για τη δική σας ασφάλεια)» και «Μην παρκάρετε στο διάδρομο, ενοχλείτε τους σερβιτόρους» («Δε νιώθεις εδώ μέσα ότι κάποιος θα σου κάνει παρατήρηση;»). Είναι απελευθερωτικό που ο καθένας χορεύει με κινησιολογία όποιου μουσικού ρεύματος του καπνίσει (και μερικοί μπροστά στον καθρέφτη, σαν να έχουν πίσω τους καμιά δεκαριά άτομα να μιμούνται τις κινήσεις τους σε πρόγραμμα step-aerobics). Παραμερίζοντας την κουρτίνα και κοιτώντας έξω από το παράθυρο, βλέπεις γραμμένο στον απέναντι τοίχο του δρόμου με μαύρα γράμματα: «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ» - αυτοί ο ρόλοι τοίχου και κουρτίνας σανιδώνουν το κέφι μας. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι ο τρόπος που διασκεδάζαμε τότε αντικατοπτρίζει τη σαφήνεια εκείνης της εποχής: Αν θες να χορέψεις ή να φλερτάρεις, πας στην πίστα, αν θες να πιεις, να καπνίσεις ή να συζητήσεις, κάθεσαι στο τραπέζι. Σήμερα στα κλαμπ τα μπουρδουκλώνεις αυτά, τα κάνεις όπως λάχει και όλα μαζί, σαν ένας ασαφής τουρίστας στη χώρα της φλουότητας.

ΣΤΑΔΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: Χορός. Όταν χορεύουμε, δε σκεφτόμαστε.

ΣΤΑΔΙΟ ΤΡΙΤΟ. Αφόρητη ζέστη («κλιματισμός κι αυτός '80s»). Αδιέξοδο με το ότι οι δυνατότητες σε αυτό το μέρος εξαντλούνται: πήρες και από πίστα, πήρες και ποτό, κουβέντιασες, πέρασες από όλα τα στάδια - και τώρα; Είσαι άνθρωπος των 00s, που η ασάφεια του δίνει την ελπίδα και που οτιδήποτε ασάρωτο του φαίνεται πιο πλούσιο, κι όμως ένας κάποιος τρόμος πλανάται για τη στιγμή που θα περάσεις από την έξοδο και θα βρεθείς στα 00s. Οι παράξενα ντυμένοι και κατά λάθος ντεμοντέ άνθρωποι φαντάζουν πολύ μόνοι. Τα 80s κομμάτια είναι τα πολύ προβλέψιμα και η μουσική προέρχεται και από τα 70s και από τα 90s. Δεν είναι και ό,τι καλύτερο όλο αυτό, αλλά δεν προκαλεί όση αμηχανία προκαλούν τα νησιώτικα. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι δεν μπορείς να προσλάβεις με φυσικότητα το μεταμοντέρνο, αν το συνολικό τοπίο δεν είναι μεταμοντέρνο: Χτες στο μπαρ Άνθρωπος, το ότι ο dj πέρασε από τoυς Peppers σε νησιώτικο δε γέννησε κανένα συλλογισμό. Σήμερα στην ντισκοτέκ οτιδήποτε εκτός από ντίσκο ακούγεται άσχημο και ύποπτο.

ΣΤΑΔΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ. Σε αυτό το στάδιο, έχουμε φύγει από την Boom Boom, έχοντας πάρει ο καθένας το αναμνηστικό του δωράκι που μας κάνει να νιώθουμε σαν να φύγαμε μόλις από παιδικό πάρτι. Νοσταλγούμε ήδη την ντισκοτέκ, μάλλον γιατί φύγαμε πριν από τα «μπλουζ». (Εμένα η φάση με τα «μπλουζ» ίσως να με κατέθλιβε, γιατί δεν είχα αγαπημένο να χορέψω μαζί του κι έτσι δε θα μπορούσα να πάρω σοβαρά και αυτόν το χορό, όπως τους άλλους, αλλά θα έπρεπε να τον δω χλευαστικά, όπως θα ταίριαζε σε ένα 80s revival, κάτι που δεν είχε καμία θέση εδώ.) Το πάρτι κάποιου φρι περιοδικού όπου πηγαίνουμε είναι απολύτως χάλια. Το να σκεφτώ αν αυτό έχει να κάνει με τα 00s μου φαίνεται κουραστικό και άκυρο.

ΣΤΑΔΙΟ ΠΕΜΠΤΟ. Μια μίνι περιπλάνηση στην Αθήνα αποκαλύπτει ότι όλα τα μπαρ κλείνουν. Όλα; Όχι. Υπάρχει ένα μπαρ-ηπερήρωας που αντιστέκεται στην ηλιακή εισβολή. Μια κουβέντα για θέματα που μας απασχολούν ξεδιπλώνεται, από την οποία λείπουν οι ατάκες και περισσεύει η προσήλωση. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι αυτό το πράγμα (η κουβέντα, όχι το μπαρ) είναι υπεράνω δεκαετιών. Έτσι, δεν έχει συντεταγμένες και γι' αυτό το βρίσκεις πολύ εύκολα και πολύ δύσκολα, παντού και πουθενά, κι ακόμα, ξέρεις και δεν ξέρεις πώς και πότε θα το ξαναβρείς.

ΣΤΑΔΙΟ ΕΚΤΟ. Ποστάρω τη βραδιά, είναι 9.39. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι υπάρχει κάποιος άνθρωπος που θα ήθελα πολύ να ήταν τώρα εδώ, για να τα κουβέντιαζα όλα αυτά μαζί του τρώγοντας την ομελέτα, αντί να τα γράφω σα μαλάκας στο μπλογκ μου.

14.4.06

Έι, μπλόγκερ...

...Θα σε δω στο ΠΑΡΤΙ.

5.4.06

Τι μου έμαθε η ζωή (επίμετρο)

(Εναλλακτικός τίτλος: αΠΟΣΤημα).

Εν είδει αντιφλεγμονώδους μη στεροειδούς (που δεν μπορώ να πάρω, μιας και μου προκαλεί αλλεργικό σοκ), απλώνω στο πάσχον σημείο την παρακάτω φτιαχτή αλοιφή από 5 συστατικά-τσιτάτα για τον έρωτα (ομοιοπαθητική είναι):

1. Ο έρωτας έχει πολλά ποδάρια.
2. Ο άντρας-παιδί είναι το πιο επικίνδυνο είδος άντρα: Όταν σπάει το βάζο, δεν καταλαβαίνει ότι έκανε ζημιά.
3. Η λέξη «ξενερώνω» είναι η πιο ξενερωτική λέξη απ' όλες.
4. Αν θέλεις να κάνεις απόλυτα ευτυχισμένο το μαζοχιστή που σε λατρεύει, ένας είναι ο τρόπος: η αυτοκτονία σου.
5. Μην τρέξεις ποτέ να αγκαλιάσεις κάποιον αν δεν έχεις δει το ντοκιμαντέρ Imagine, με το Λένον και τη Γιόκο να πλησιάζουν ο ένας τον άλλον σε αργή κίνηση με τα χέρια ανοιχτά και να περνάνε ξυστά.

3.4.06

Πλατεία Ερωτευμένων, αντίο για πάντα

Ήταν θέμα χρόνου. Για ποια πλατεία μιλάμε;

Για εκείνη την αγέρωχη στρογγυλή πλατεία με τις ψηλές λεύκες και τα ξύλινα παγκάκια - τόσο χαμηλά, σαν να ήταν φτιαγμένα για παιδικό σταθμό. Για την πλατεία με τις σπασμένες από τις ρίζες των δέντρων πλάκες, φουλ ανισόπεδες, που ανάμεσά τους φύτρωναν μαργαρίτες και χορτάρια και εκείνα τα ψιλά ψιλά μπλε λουλουδάκια που υπάρχουν και σε πορτοκαλί. Για την πλατεία με το καθαρό κέντρο, που, αν ερχόσουν για λίγο (μοναχά για ένα βράδυ), ήταν σαν να λούζεσαι σε μια δέσμη καρμικού φωτός, με τον γκριζοπράσινο χνουδωτό δακτύλιο από τα φύλλα τριγύρω να συγκρατεί την ενέργεια μέχρι να τη ρουφήξεις ολόκληρη.

Για την πλατεία που, όταν την είχα πρωτοδεί, πάνω σ' ένα βανάκι με όλα μου τα έπιπλα και τις κούτες, ονειρευόμουν απογεύματα με τον αγαπημένο μου Κατηγορία Πρίζα-Πρίζα, Εκδοχή Ένα και παγωτά διά δύο να λιώνουν από το χρυσό, διακεκομμένο ηλιοβασίλεμα. (Όπως τα ζευγάρια που της έδωσαν το όνομά της και διέγραψαν από τη μνήμη της γειτονιάς το «Παλαιών Πατρών Γερμανού».) Απογεύματα που, βέβαια, δεν υπήρξαν, γιατί «έμενα πολύ μακριά».

Τώρα θόρυβος. Η από μηχανής ανάπλαση αποφάσισε να τη σώσει. Άσπρα πλαστικά απ' αυτά που βάζουν στα μπαλκόνια για να μην πέσουν τα παιδάκια. Χρειάζεται να πω για τις γερόντισσες πλάκες που ξηλώθηκαν; Μη με αναγκάσετε. Είναι οδυνηρό.

Έπειτα από οκτώ σχεδόν χρόνια. Δε θα καθίσω ούτε μια φορά παρέα με τον αγαπημένο μου Κατηγορία Πρίζα-Πρίζα, Εκδοχή Δύο. Για πιο σοβαρό λόγο από το «μένω μακριά». Για πιο σοβαρό λόγο από το ότι όπου να 'ναι κι εγώ φεύγω (οι πλάκες μού κουνάνε λερωμένα λευκά μαντίλια - «άμε κι εσύ στο καλό»). Γιατί:

η Πλατεία Ερωτευμένων φονεύεται.

Έτσι ανταμείβεται η αντοχή της.


Πλατεία, πλατεία, τι παίρνεις μαζί σου στο τάφο σου;

27.3.06

Η ιστορία του πιάνου μου

Λίγες βδομάδες πριν
Η Β. ήρθε και στο γραφείο μου με ένα τεφτεράκι. «Ποιο είναι το ωραιότερο πράγμα που έκανε κάποιος για σένα;» «Πώς;» ρώτησα πληκτρολογώντας λέξεις και σημεία στίξης. «Για τη στήλη "Η ερώτηση του μήνα". Πες μας κι εσύ». Πάτησα μερικά πλήκτρα ακόμα. Μετά σταμάτησα, έγειρα το κεφάλι στην παλάμη μου και είπα: «Κάποιος μου χάρισε κάποτε ένα πιάνο». «Ωωωω! Ένα πιάνο; Έλα, σοβαρά; Γκόμενος;» «Ννναι. Δεν είναι πλούσιος» πρόσθεσα, φοβούμενη ότι το έθεσα παρεξηγήσιμα. «Ουάου» είπε η Β. με ειλικρινή θαυμασμό. Και μετά: «Δεν πιστεύω να τον άφησες αυτό τον άντρα να φύγει».

Πολύ παλιά
Μικρή μάθαινα ακορντεόν, για το λόγο ότι αυτό το όργανο τύχαινε να έχουμε στο σπίτι. Ο κύριος Παντελογιάννης, που μου έκανε μάθημα, έτρωγε όλες τις Νουαζέτες από τη φοντανιέρα και μια φορά ήταν τα μαγαζιά του ανοιχτά και δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Μετά το μάθημα, με έπιανε μια ανακούφιση και μια ανεμελιά, και το επόμενο Σάββατο μου φαινόταν πολύ μακρινό. Όταν ερχόταν όμως η μέρα, ξυπνούσα αγχωμένη, ο μπαμπάς μου με επέπληττε, και έπαιζα Τα κύματα του Δουνάβεως και Τ' αστέρι του βοριά για πρώτη φορά, ξέροντας ότι θα τα μπουρδουκλώσω στο μάθημα. Κάθε βδομάδα τα ίδια. Για χρόνια. Και το 46άρι ακορντεόν είναι αρκετά βαρύ για ένα κοριτσάκι του δημοτικού. Το είχα ευχαριστηθεί μόνο μια φορά που είχαμε πάει με τα Πουλιά στο Γηροκομείο και είχα παίξει στους παπούδες και στις γιαγιάδες το Ετίναξε την Ανθισμένη Μυγδαλιά και το Μάρω Μάρω, μια φορά είν' τα νιάτα, που ήταν μάλιστα το αγαπημένο τραγούδι της γιαγιάς μου της Μάρως και γι' αυτό το είχα μάθει.

Παλιά
Φοιτήτρια, είχα την τύχη να έχω μία συγκάτοικο με πιάνο ρωσικό και μετά άλλη μία με πιάνο ρωσικό πάλι, αλλά πιο ξεκούρδιστο. Όταν έλειπαν, καθόμουν στο ειδικό σκαμπό και προσπαθούσα να προσθέσω αριστερό χέρι στις μελωδίες που ήξερα με το δεξί. Έβρισκα τα ακόρντα ως εξής: εντόπιζα τη βασική νότα και μετά έβρισκα άλλες δύο που ταίριαζαν. Τα πήγαινα καλά. Κατόρθωσα να συλλαβίσω και τελικά να μάθω μέχρι και κάτι του Σοπέν - δε θυμάμαι τι, δε θυμάμαι ποιο, αλλά ακόμα θυμάμαι να το κουτσοπαίζω, παπαγαλία. Μια μέρα η μαμά μου με πλήγωσε, καθώς, αν και έπαιξα ικανοποιητικότατα το Φεύγω του Νίκου Παπάζογλου, που είχα βγάλει μόνη μου, και δε με ξαναείχε δει ποτέ να παίζω πιάνο, έδωσε θερμά συγχαρητήρια μόνο στη συγκάτοικο νούμερο 1, που το τραγούδησε. Το τραύμα μετριάστηκε τη μέρα που, με τη συγκάτοικο, μερικούς άλλους και έναν μπαγλαμά κάναμε κατάληψη στο πιάνο της γωνιακής ψαροταβέρνας της Καισαριανής και φτιάξαμε πρόγραμμα, με εμένα να ωθούμαι από ζητωκραυγές να παίξω το Γιατί δε με θες, κυρά μου; «Επειδή είμαι ψαράς» κτλ.) και φυσικά να επαναλάβω την Επιτυχία (του Παπάζογλου και δική μου).

Αρκετά χρόνια πριν
Δεν έπαιζα πιάνο πια - οι συγκάτοικοι με τα πιάνα πήγαν στις Καρδίτσες. Σκέφτηκα να ψήσω τη θεία μου να μου χαρίσει το ένα από τα δύο Yamaha του άντρα της, αλλά δε γινόταν να παραβλέψω το πολυδιάστατο μουσικό ταλέντο του πρωτότοκου ξάδερφου (που ξεκινάει από κιθάρα και φτάνει μέχρι progressive techno επένδυση σε γερμανικά φιλμάκια) και να του στερήσω το πεδίο άσκησης. Αγόρασα λοιπόν έναντι ευτελούς ποσού την παλιά ηλεκτρική κιθάρα του, μάρκας Segovia, χρώματος οινοπνευματί (αν και σε ροκ γκρουπ δεν υπήρχε περίπτωση να είμαι κιθαρίστρια, παρά μόνο η μπασίστρια). Σουξέ μου έγινε το I'd love to change the world των Ten Years After. Τα σύρματα όμως δεν άργησαν να μου τη σπάσουν και στο χώρο άρχισε να δεσπόζει το αρμόνιο-σίνθι του παλιού μου φίλου που τον έχω χάσει. Αλλά, ακόμα και στο «pianο» να το έβαζες, τα πλήκτρα του συνέχιζαν να είναι μικρά, η επαναφορά τους αυτόματη, οι οκτάβες λίγες και ο ήχος ηλεκτρικός. Δεν ξεχνούσα ότι ήθελα ένα αληθινό πιάνο και κανονικά μαθήματα με δάσκαλο. Αλλά πού λεφτά; Η τελευταία μου συγκάτοικος και παλιά φίλη έλεγε ότι θα κάνει οικονομίες να μου πάρει ένα (εγώ γελούσα). Η μαμά μου μου ζήτησε συγνώμη για τη μέρα που με πλήγωσε και μου υποσχέθηκε να μου πάρει πιάνο στο γάμο μου. Αλλά με τη φίλη οι δρόμοι μας χώρισαν βίαια. Και δεν παντρευόμουν. Το πιάνο υπήρχε μονάχα μέσα μου - με τον καιρό, ούτε καν σε συζητήσεις.

Λίγα χρόνια πριν
Σε τζαζ mode αυτή τη φορά, σε μια βραδιά ατελιέ στο ωδείο Athenaeum, γνώρισα το Β. Δεν υπάρχει ούτε ένας από τους άντρες με τους οποίους σχετίστηκα που να μην έπαιζε μουσική - έστω από τη θέση του ντιτζέι. Ο Β. βέβαια δεν παίζει απλώς μουσική: είναι γεννημένος ντράμερ. Τον θαυμάζω. Μου θυμίζει τον Τσάρλι Γουότς, που είναι τόσο κουλ και διαφορετικός από το Μικ και τα λαμέ παντελόνια του, τον Κιθ και τα δαχτυλίδια-νεκροκεφαλές του. Παίζει. Απλώς. Και αφήνει την πόζα για κανέναν άλλο, με απωθημένα ροκ σταρ (ή τζαζ μέσαντζερ). Νομίζω μάλιστα πως τον είχε συναντήσει κιόλας τον Τσάρλι, σε ένα παλαιοπωλείο στο Λονδίνο. Βέβαια o ίδιος ίσως να προτιμούσε να τον παραλληλίσω με τον Μπίλι Μάρτιν των Medeski, Martin & Wood. Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία. Ο Β. μελετούσε στα Zildjian και στα Istanbul του. Και, καθώς φαίνεται, σκεφτόταν πιάνα.

Εκείνη τη μέρα
Ο Β. μού είχε πει για την ηλικιωμένη κυρία που πουλούσε ένα παλιό πιάνο. Με ιντρίγκαρε η περίπτωση: δεν ήθελα καινούριο, βιομηχανοποιημένο πιάνο με ανέκφραστη μούρη, και στα μαγαζιά με τα μεταχειρισμένα έβρισκες μόνο πολύ ακριβά. Άρχιζα να συνειδητοποιώ ότι, έπειτα από 30 σχεδόν χρόνια, ίσως να ξεκινούσα την πρώτη μου σοβαρή πιανιστική σχέση. Ίσως να ζούσα την εμπειρία τού να γίνει πραγματικότητα ένα αρχαίο όνειρο. Ανυπομονούσα. Εκείνη την καλοκαιρινή μέρα γύρισα σπίτι από τη δουλειά και ένα ευγενικό πιάνο με ρυτίδες γύρω από το στόμα και γλυκιά, σοφή φωνή ήταν στο σαλόνι μου. Το κοίταζα από μακριά και του χαμογελούσα. Για ώρα. Μετά άφησα κάτω την τσάντα μου, το πλησίασα και πήρα στα χέρια μου την κόλλα Α4 που το συνόδευε. Είχε λέξεις και ένα σκίτσο:

Γεια σου,

με λένε Πιάνο και ελπίζω να γίνουμε φίλοι. Είμαι απ' το Λίβερπουλ, αλλά από τότε που γεννήθηκα έχω κάνει πολλά ταξίδια μέχρι να καταλήξω εδώ. Έμαθα ότι κι εσένα σου αρέσουν τα ταξίδια, οπότε έχουμε τουλάχιστον τα ίδια ενδιαφέροντα! Πρέπει να σου πω ότι είμαι λιγάκι μοναχικό, γιατί έχουν να με παίξουν πάρα πολύ καιρό (περίπου 20 χρόνια), άρα, όπως καταλαβαίνεις, έχω «σκουριάσει» λίγο. Με λίγη περιποίηση όμως και πολλή στοργή νομίζω πως θα ξανανιώσω και θα τραγουδάω όπως και πρώτα. Θέλω να ξέρεις ότι χαίρομαι πάρα πολύ για τη γνωριμία μας και σ' έχω συμπαθήσει ήδη.

Το Πιάνο σου


Σήμερα
Το πιάνο βρίσκεται στο σαλόνι μου, με το βιβλίο ασκήσεων της ηλικιωμένης κυρίας πλαγιασμένο πάνω του και το καπάκι πάντα κλειστό. Μετά το καλοκαίρι εκείνο, εγώ και ο Β. χωρίσαμε. Δεν ξεκίνησα ποτέ μαθήματα. Προχτές, όταν είχα 39 πυρετό, όταν ένιωθα πάνω μου ένα χρόνο κούραση και σκεφτόμουν τα πιθανώς μοναχικά μου γεράματα, έπαιξα για πρώτη φορά έπειτα από καιρό.