Στο βάθος του χολ
«Είμαι στην Κοραή, από πού θα περάσεις να με μαζέψεις;»
«Να πούμε... μπροστά στο Τιτάνια;»
«Έγινε».
Έριξα το παγωμένο κινητό στην τσάντα και έκανα «χου χου» στο χέρι μου για να ζεσταθεί. Ψόφος, νύχτα, κι εγώ στους δρόμους από το μεσημέρι. Όμως τώρα έξοδος. Λίγο περπάτημα ακόμα και θα χωνόμουνα σ' ένα ζεστό αυτοκινητάκι που θα με κέρναγε ταινία και εξερεύνηση στα περιβόητα Ster.
Κατηφορίζω, φτάνω στο Τιτάνια και τη στήνω απέξω. Ατμόσφαιρα λουξ, σαν να έχουν ανακαινίσει και το πεζοδρόμιο. Σαν να είμαι στο χολ ενός ζεστού, κατάφωτου σαλονιού, με κρύσταλλα στο σύνθετο και φοντανιέρα στη ροτόντα. Χαζεύω γύρω. Ταξί που παραλαμβάνουν πελάτες του ξενοδοχείου. Βαλίτσες. Ζευγάρια που διαφωνούν μεγαλοφώνως χωρίς να κοιτάζονται. Τρόλεϊ. Ένας κοντός μεσήλικας βγαίνει από το ξενοδοχείο και στέκεται μπάστακας δίπλα μου. Με στραβοκοιτάει σαν να φοράω λοφίο. Μου ξεφεύγει ένα γελάκι. Κοιτάζω ευθεία μπροστά, το εγκαταλειμμένο ισόγειο απέναντι. Κοίτα να δεις. Οι όροφοι από πάνω του μια χαρά, το ΡαδιοΑθήναι κράχτης δίπλα του, κι αυτό ένα χάλασμα με φουσκωμένα ξύλα και βρόμικα τζάμια. Κι ένα τζάμι στο ύψος του στήθους να λείπει. Είμαι στην Πανεπιστημίου και, αν νεκρώσω την περιφερειακή μου όραση, είναι σαν να είμαι στην Αχαρνών. Ποτέ δεν το 'χα προσέξει αυτό το ερείπιο - κοίτα να δεις.
Και τότε, πλησιάζει το ανύπαρκτο τζάμι ένας αδύνατος τύπος. Σηκώνει το ένα πόδι και το καβαλάει. Ανοιγοκλείνω τα μάτια. Πώς; Το άλλο του πόδι κρέμεται απέξω και με τα χέρια του έχει γραπώσει την κάσα. Είναι φανερό ότι πάει να μπει. Δυσκολεύεται και ταλαντώνεται περίεργα, τα σγουρά, μέχρι το σβέρκο μαλλιά του τραντάζονται καθώς γλιστράει για μια στιγμή, αλλά την αμέσως επόμενη πηδάει μέσα κι εξαφανίζεται. Το παράθυρο πάλι μια τετράγωνη μαύρη τρύπα.
Κυρίες με τακούνια, νεαρές με σακάκια, άντρες, φοιτηταριό κατρακυλάνε ξαφνικά από την περιφερειακή μου όραση και συνωστίζονται στην πρόσοψη του κτιρίου. Λες και το είδε αυτό σαν σινιάλο, το αμάξι που περίμενα έρχεται κι απλώνεται στο πρώτο πλάνο της εικόνας μου. Το οπτικό μου πεδίο είναι πλέον σαν πίνακας ζωγραφισμένος πάνω σε άλλον πίνακα.
Πριν ανοίξω την πόρτα του αυτοκινήτου, ρίχνω μια προσεκτική ματιά στους ανθρώπους γύρω μου. Είναι φανερό ότι κανείς δεν είδε. Το τρύπιο παράθυρο μου είπε ένα μυστικό. Κλείνω την πόρτα μου και ξεκινάμε για την Αχαρνών.