2.2.06

Η Τσικίτα αφιερώνει στη Φαβέλα και περιμένει, λέει, εκείνη τη βόλτα με τη Sachs

Αποφάσισα να αλλάξω εντελώς στη ζωή
και να κόψω κάθε είδους με εσένα επαφή.
Ανακάλυψα πως ήσουν η πηγή του κακού
Γιατί σ' όσα λάθη είχα κάνει υπήρχες παντού.

Μα εγώωω σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ
και γι' αυτόοο δεν μπορώ, δεν μπορώ, δεν μπορώωω να σε ξεχάσω.

Και μου λείπεις, και μου λείπεις, κι υποφέρω...

Υποφέρω, υποφέρω, υποφέρω, υποφέρω πολύ...
Έχεις φύγει, έχεις φύγει, έχει μείνει η ζωή μου μισή.

Τι είν' αυτό που με τραβάει κοντά σου τόσο πολύ
και σ' εσένα άνευ όρων έχω παραδοθεί;

Σ' αγαπώωω, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ
και γι' αυτόοο δεν μπορώ, δεν μπορώ, δεν μπορώωω κι υποφέρω...


(ΑΝΤΕ, ΓΙΑΤΙ ΜΟΥ ΤΑ ΠΡΗΞΑΤΕ ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΓΚΥ ΖΗΝΑ.)


Η Φαβέλα ευχαριστεί και ανταποδίδει, αλλά η Sachs, λέει, δεν είναι για καθωσπρέπει κορίτσια σαν την Τσικίτα. Πάμε ν' ακούσουμε την αφιέρωση:

Πώς πέρασε απ' το μυαλό σου κάτι τόσο τρελό; / Πώς θα μπορούσα εγώ με κάποιον σαν εσένα να βγω; / Μην κάνεις όνειρα και μην πλησιάσεις ποτέ / Σταμάτα να μου κολλάς / Δε θέλω να με κοιτάς / Βρες άλλη να εκτονωθείς / Σταμάτα να με ενοχλείς / Σταμάτα να μου κολλάς / Δε θέλω να μου μιλάς / Και με αυταπάτες μη ζεις / Μαζί μου εσύ δε θα βγεις / Κι ο μόνος να 'σουν στη γη / Πάλι θα ' χα αρνηθεί. Είσαι τρελός αν θεωρείς πως σ' έχω ερωτευτεί / Δεν έχεις με το περιβάλλον σου καμία επαφή.

8 comments:

a spoonful weighs a ton said...

Η Τσικίτα δέχεται με χαρά την αφιέρωση και αντιπροτείνει μια βόλτα με τη Norton που χρησιμοποίησε και ο Τσε Γκεβάρα στο ταξίδι του (βλέπε και «Ημερολόγια Μοτοσικλέτας»). Εκεί σε κάποια στάση σε μια μικρή πόλη της Αργεντινής, ονόματι San Nicolás de los Arroyos (όχι πολύ μακριά από το Buenos Aires) μπήκε σε ένα χάνι και έφαγε ένα medium rare αργεντίνικο φιλέτο (το καλύτερο του κόσμου μετά το Wagyu, που προέρχεται από αγελάδες που τους κάνουν καθημερινό μασάζ με μπύρα), άκουσε από ένα παλιό τρανζίστορ μάρκας Perdio Empire ένα υπέροχο τραγουδάκι, το οποίο της το αφιερώνει με τη σειρά του, ανοίγοντας τον κύκλο των αφιερώσεων που έρχεται λίγες ημέρες μετά από την έλευση της χρονιάς του σκύλου.


Όλα σε σένα τα βρήκα (Γ. Πλούταρχος)

Νανανανανα
νανανανανα....

Πόσο, πόσο μπορεί ένα σ' αγαπώ,
ένα θιγμένο εγωισμό,
να τον γλυκάνει πόσο,
πόσο μπορεί μια αγκαλιά,
σε μια έρημη ακρογιαλιά
να σε μεθύσει πόσο...
πόσο μπορεί ένα ξαφνικό...
ήρθα για λίγο να σε δώ,
θα σε τρελάνει πόσο,
πόσο να νιώθει τυχερός
ένας άνθρωπος απλός..
όταν θα ζήσει, πόσο!

Και να του κόσμου τα απροσδόκητα
που είναι τόσο σπάνια...
στο πρόσωπο σου τα βρήκα,
είμαι ευτυχισμένος,
κάτι πιο πάνω απο ερωτευμένος,
θέλω για πάντα εμείς να ζήσουμε μαζί,
γιατί...
όλα σε σένα τα βρήκα...
είμαι ευτυχισμένος,
κάτι πιο πάνω απο ερωτευμένος,
θέλω σου λέω εμείς να ζήσουμε μαζί,
για πάντα στη ζωή!!!!

Πόσο...πόσο αξίζει τελικά
έστω ενα χάδι μια ματιά,
να σε αλλάξει ...πόσο
να βγάλει η χαρά φτερά,
και η καθημερινότητα να σπάει μια στο τόσο...

Και να του κόσμου τα απροσδόκητα
που είναι τόσο σπάνια...
στο πρόσωπο σου τα βρήκα,
είμαι ευτυχισμένος,
κάτι πιο πάνω απο ερωτευμένος,
θέλω για πάντα εμείς να ζήσουμε μαζί,
γιατί...
όλα σε σένα τα βρήκα...
είμαι ευτυχισμένος,
κάτι πιο πάνω απο ερωτευμένος,
θέλω σου λέω εμείς να ζήσουμε μαζί,
για πάντα στη ζωή!!!!

Όλα σε σένα τα βρήκα...
είμαι ευτυχισμένος,
κάτι πιο πάνω απο ερωτευμένος,
θέλω σου λέω εμείς να ζήσουμε μαζί,
γιατί...
όλα σε σένα τα βρήκα...
είμαι ευτυχισμένος,
κάτι πιο πάνω απο ερωτευμένος,
θέλω σου λέω εμείς να ζήσουμε μαζί,
για πάντα στη ζωή!!!!

a spoonful weighs a ton said...

Και ενώ το όμορφο τραγουδάκι συνόδευε πολύ ευχάριστα το γεύμα της Τσικίτα και το μυαλό της έτρεχε σε εκείνο το ταξίδι με τη Norton, ένας ρακένδυτος τύπος με ένα λαμπερό καπέλο εισήλθε σαν σίφουνας μέσα στο ήσυχο χάνι, βρήκε το πρώτο κενό τραπέζι και με μια βιαστική κίνηση ανέβηκε πάνω του και άρχισε να απαγγέλλει:

«Και μετά ταύτα ο Σαμψών ηγάπησε γυναίκα της οποίας το όνομα ήτο Δαλιδά. … Και είπε η Δαλιδά προς τον Σαμψών: Πώς λέγεις, Σε αγαπώ ενώ η καρδιά σου δεν είναι μετ’ εμού; Συ με εγέλασες τρίτην φοράν και δεν με εφανέρωσες εις τι ίσταται η δύναμίς σου η μεγάλη… Και εφανέρωσεν προς αυτήν όλην την καρδιάν αυτού… Ξυράφιον δεν ανάβει επί της κεφαλής μου, διότι εγώ είμαι Ναζηραίος εις τον Θεόν εκ κοιλίας μητρός μου…. Και απεκοίμησεν αυτόν επί των γονάτων αυτής και εκάλεσε άνθρωπον και εξύρισε τους επτά πλοκάμους της κεφαλής αυτού…. και η δύναμις αυτού έφυγεν απ’ αυτού… Και έπιασαν αυτόν οι Φιλισταίοι και εξόρυξαν τους οφθαλμούς αυτού… Αι δε τρίχες της κεφαλής αυτού ήρχισαν να εκφάονται πάλι… Και εβόησεν ο Σαμψών προς τον Κύριον και είπε: Δέσποτα Κύριε, ενθυμήθητί με δέομαι και ενίσχυσόν με … Και ενηγκαλίσθη ο Σαμψών τους δύο στύλους επί των οποίων ίστατο ο οίκος… και ο οίκος έπεσεν επί τους άρχοντας και επί πάντα τον λαόν τον εν αυτώ…»

l'esprit de l'escalier said...

Θόλωσε στα αργεντίνικα μάτια των αντρών το λαμπερό καπέλο του ραψωδού. Οι μύτες τους ανάσαιναν πόνο και απ' τα στόματά τους άχνιζε η τρύπα της αγάπης. Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, η Φαβέλα, που λουζόταν στον ήλιο, πάγωσε μονομιάς.
Τότε ακριβώς, το παλιό τρανζίστορ μάρκας Perdio Empire άρχισε να τρέμει από τα παράσιτα. Λίγο πριν πέσει από το περβάζι και τσακιστεί, μια γυναικεία κραυγή βγήκε με κόπο από το ηχείο του:
"Amami, Alfredo, quant'io t'amo. Addio..."
"Αγάπα με, Αλφρέδο, τόσο πολύ, όσο σ' αγαπώ. Έχε γεια..."
Τα πηνία και οι λάμπες σκορπίστηκαν στο πάτωμα, κι απ' όπου κύλησαν άνθισαν καμέλιες, μαργαρίτες και βιολέτες. Κανείς δεν μπόρεσε να καταλάβει πώς το διαλυμένο πια ραδιόφωνο μετέδωσε μέχρι τέλους την Τραβιάτα, την ιστορία της ερωτευμένης ετοιμοθάνατης πόρνης που θυσιάστηκε για να λυτρώσει τον αγαπημένο της.

a spoonful weighs a ton said...

Και τότε η Τσικίτα με δάκρυα στα μάτια προσπάθησε να περισώσει τα εναπομείναντα πηνία του παλιού τρανζίστορ, δίνοντας ένα παθιασμένο φιλί στο ασθμαίνων μεγάφωνο που τραύλιζε την Τραβιάτα ώστε να καταφέρει να ψελλίσει τον ακροτελεύτιο στίχο της τελευταίας πράξης ονόματι Signora, Che T'accade. Το παλιό τρανζίστορ κατάφερε να κερδίσει τη μάχη με τη ζωή και η Τσικίτα ορκίστηκε στον ‘Άγιο Βέρντι ότι θα είναι για πάντα ζωντανό ώστε η Φαβέλα να μπορεί να κάνει τις αφιερώσεις της μέσω αυτού ή έστω να το χρησιμοποιεί σαν υποτυπώδες καραόκε για να τραγουδάει τις επιτυχίες του Rufus Wainwright. Η Τσικίτα ήταν πια ευτυχισμένη. Η αγαπημένη της Φαβέλα είχε ανακαλύψει τον τρόπο να ηχογραφεί τους ήχους που αντιστοιχούσαν σε μια μεγάλη βόλτα με το μηχανάκι, απλά περίμενε κλειδαμπαρωμένη στο πηγάδι της να της στείλει την κασέτα (ονειρευόταν μια κασέτα με σκιτσαρισμένες μαργαρίτες στο εμπροσθόφυλλο και μαύρα τριαντάφυλλα στο οπισθόφυλλο). Όλοι οι υπόλοιποι να μην περιμένετε να βγει ποτέ στο εμπόριο.

l'esprit de l'escalier said...

(Όσο για τον Τσε Γκεβάρα, αφού, σε μια παρανόηση τύπου Μπρους Γουίλις στους "12 Πιθήκους", νόμισε ότι το "Che T'accade" -που φυσικά δεν ήταν ο ακροτελεύτιος στίχος της τελευταίας πράξης της "Τραβιάτα", αλλά μην περιμένετε αξιοπιστία εν μέσω ερωτικού παραληρήματος- ήταν μήνυμα που απευθυνόταν σε αυτόν προσωπικά, κατέβηκε από τη "Δυνατή ΙΙ" των 500 κυβικών, παραχωρώντας την στη μυθολογία των εραστών, και συνέχισε το δικό του δρόμο με τα πόδια.)

a spoonful weighs a ton said...

Και καθώς ξεμάκραινε ο Τσε «άκουσε ήχο πιάνου. Κάποιος από τους Ρουμάνους έπαιζε από συνήθεια το ίδιο κομμάτι και μεταμόρφωνε πάλι τους δήμιους της Αμερικάνικης Πρεσβείας τους μεταμόρφωνε πάλι σε χάδι».

*τα εισαγωγικά ώστε να αποδοθεί ο στίχος στην δημιουργό του (Λένα Πλάτωνος)
*η επιλογή της αναφοράς στην συγκεκριμένη περιοχή δεν είχε σκοπό να αποκτήσει λινκ με την επικαιρότητα (η οποία εδώ δεν μας αφορά)
*το «ονόματι» αναφερόταν στην πράξη και όχι στο στίχο. Ο τελευταίος στίχος είναι ο εξής: «Oh mio dolor!» και τον τραγουδάν όλοι μαζί με ένα στόμα μια φωνή.

l'esprit de l'escalier said...

"Όλοι μαζί" - βλέπε: και οι τρεις τους.

Φαβρίκιος said...

Αφού σου αρέσουν τα σονέτα, διάβασε. Το μόνο που έχω να σημειώσω είναι ότι ο αστερισμός της Κασσιόπης (ή Κασσιόπειας) σχηματίζεται στον ουρανό σαν ένα W με πέντε αστέρια 2ου και 3ου μεγέθους, αλλά στην πραγματικότητα αποτελείται από 89 αστέρια. Ή μήπως δεν είναι 89;



Τα 89 άστρα της Κασσιόπης

Με δανικό εξάντα περπατώ στον Γαλαξία
τον πάλσαρ του Καρκίνου εξαντλώ
τον έρωτά μου ονομάζω ταραξία
και του Ωρίωνα τη σκόνη συγκαλώ.

Στιλπνή ανάμνηση φιλιού που παίρνει βάθος
έτη φωτός από του Πλούτωνα τη ράχη.
Ιστιοφόρος ο καιρός, μα κάνει λάθος
στην ερυθρά κηλίδα χάθηκε η μάχη.

Με λέξεις δανικές την Κασσιόπη συλλαβίζω
-εσύ μετράς ξανά κι η νύχτα τον Κοπέρνικο νοθεύει-
στου Δράκοντα τα ζάρια σε κερδίζω
και στο φινάλε η νομική των άστρων θριαμβεύει:

«Ογδόντα εννιά», μου λες, «και τα κρατάω και τα ορίζω».
«Ογδόντα οκτώ», σου λέω. «Εγώ είμαι αυτό που περισσεύει».