16.10.06

ΝομαρΧιακές

ΚΑΡΑΒΟΜΑΡΑΘΩΝΙΟΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ
Όταν ταξιδεύω με πλοίο την ημέρα των εκλογών, παρακολουθώ πάντα τηλεόραση. Είναι μια συνήθεια που έχω από πολύ μικρή, τις Κυριακές που επιστρέφαμε οικογενειακώς στη Χίο από τη Μυτιλήνη, τότε που όλη η οικογένεια ψήφιζε εκεί που ήταν εγγεγραμμένος ο πάτερ φαμίλιας, τότε που ψήφιζε το 100% του πληθυσμού και δεν έπαιζε να ζητήσεις άδεια από τον προϊστάμενό σου για να πας να ψηφίσεις στο χωριό σου (δεν υπήρχε Καποδίστριας – ο δήμος μου, δήμος Ομηρούπολης, παρεμπιπτόντως, ήταν πάντα δήμος: Βροντάδου) και να σου πει ο προϊστάμενος «Και γιατί να πας να ψηφίσεις;», τότε που οι φαντάροι φύλαγαν τα εκλογικά τμήματα για να μην κλαπούν οι κάλπες, τότε που δεν υπήρχαν exit poll και ο Ηλίας Νικολακόπουλος δεν είχε δει τηλεοπτικό πλατό από κοντά, τότε που παρακολουθούσαμε αποκλειστικά κρατική, ασπρόμαυρη τηλεόραση, τότε που περιμέναμε το επόμενο πρωί για να μάθουμε ποιος βγήκε και γενικώς κάτι παλιές εποχές που όλοι εσείς απορείτε πώς τις πρόλαβα, αφού δε φαίνομαι ούτε καν παντρεμένη (και ούτε είμαι).

ΠΑΛΙΑ, ΚΡΥΦΗ ΑΓΑΠΗ
Και σε αυτό το ταξίδι, λοιπόν, παρακολούθησα τα κανάλια - επιλογές πληρώματος και απόλαυσα τις αναλύσεις, τις κουβέντες, τα αστειάκια, τις μπηχτές και φυσικά τη βέρι σέξι μπούκλα του Αλέξη Παπαχελά. I love Alexis Papahelas. Είναι ένας πόθος χρόνων, που αρνείται να ξεθωριάσει. Αν δεν ήταν παντρεμένος (σκατά), θα του έστελνα ραβασάκια.

ΚΑΙ ΝΑ ΤΙ ΜΟΥ 'ΜΕΙΝΕ - ΝΤΕΖΑΒΟΥ
Η απαράδεκτη συνήθεια να μετακομίζει ο καλεσμένος από κανάλι σε κανάλι. Αν καθόσουν απέναντι σε Antenna και Mega, ήταν σαν να καθόσουν μπροστά σε συνδεδεμένες οθόνες υπολογιστή. Ένα δίπτυχο (ή τρίπτυχο στο σαλόνι της Α θέσης) κουβεντολόι, με τις προσωπικότητες να μπαινοβγαίνουν στις τηλεοράσεις σαν βελάκια του ποντικιού. Από κάποια στιγμή και μετά, είχα την εντύπωση ότι οι δημοσιογράφοι-οικοδεσπότες έμεναν στις θέσεις τους γιατί δεν είχαν πολλούς φίλους και δεν τους καλούσανε παντού.

KAI NA TI MOY 'MEINE - EMMONH
Η Πέμυ Ζούνη όλο να ρωτά να μάθει την αλήθεια: αυτές οι εκλογές είναι τελικά αυτοδιοικητικές ή πολιτικές; Της απάντησαν μια, της απάντησαν δυο, αποτέλεσμα μηδέν: μια παπακαλιατική απορία είχε ριζώσει στο βλέμμα της και δεν έφευγε με τίποτα.

ΚΑΙ ΝΑ ΤΙ ΜΟΥ 'ΜΕΙΝΕ - ΚΑΣΣΑΝΔΡΙΚΗ ΠΡΟΒΛΕΨΗ
Δυστυχώ με τη σκέψη ότι ο πονηρός καλαμπόρτζος των ΜΜΕ Θέμος θα παίξει έως ξεκατινιασμού το πλάνο όπου Σημίτης (=κοντός) και Φασούλας (=ψηλός) στέκονται δίπλα για τα συχαρίκια.

ΚΑΙ ΝΑ ΤΙ ΜΟΥ 'ΜΕΙΝΕ - ΔΗΛΩΣΕΙΣ
«Εμένα αυτό που με απασχολεί τώρα είναι ο υπόλοιπος τρύγος».
Κυρ Γιάννης Μπουτάρης (στην ερώτηση τι πιθανότητες πιστεύει ότι θα είχε να μπει στο εκλογικό δίδυμο της β’ αναμέτρησης, αν τον υποστήριζε το ΠαΣοΚ)
«Ήταν επόμενο ο Πειραιάς να ψηφίσει Ολυμπιακό».
Γιάννης Ιωαννίδης (για την εκλογή του Παναγιώτη Φασούλα στον Πειραιά)
«Ευχαριστώ τη μάνα μου».
Παναγιώτης Ψωμιάδης (από το πρωθυπουργικών διαστάσεων βάθρο των νικητήριων δηλώσεων)
«Όταν είσαι 2,13, είσαι πάνω απ’ όλους».
Νίκος Ευαγγελάτος (για το Φασούλα, όταν, σε μια στιγμή φώτισης, ασχολήθηκε με τα αποτελέσματα σε δήμους και νομαρχίες και όχι με τις κατά φαντασίαν βουλευτικές εκλογές 2006)

ΚΑΙ ΝΑ ΤΙ ΔΕ ΜΟΥ 'ΜΕΙΝΕ - ΝΟΜΟΣ ΧΙΟΥ
Καθώς όλοι ασχολούνταν με τις υπερνομαρχίες, το φαινόμενο Αλέξης Τσίπρας και κυρίως με το καυτό γκάλοπ του Ευαγγελάτου "Πρόθεση ψήφου" (ο οποίος έφτασε στο σημείο να δίνει και αναλυτικούς πίνακες με βουλευτικές έδρες!) και διέθεταν χρόνο για τα υπόλοιπα αποτελέσματα ίσο με έναν δημοτικό σύμβουλο σε πολυπληθές δημοτικό συμβούλιο, εγώ δεν έμαθα τίποτις για τη Χίο (θα ανοίξω τον υπολογιστή να μάθω από δω). Συμπέρασμα 1: Ελλάδα είναι μόνο η Αθήνα, άντε και η Θεσσαλονίκη (κι αυτό λόγω Ψωμιάδη). Συμπέρασμα 2: Πάνω από 25 χρόνια μετά την εποχή που οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ πήγαιναν για ύπνο το πρωί με την αυγούλα, πάλι το πρωί θα μάθει ο τηλεθεατής τα αποτελέσματα του δήμου Μάρκος Μπότσαρης. Συμπέρασμα 3: Τελικά οι εκλογές δεν είναι αυτοδιοικητικές, αλλά ευκαιρία για να πάρουμε όλοι θέσεις μπροστά σε Καραμανλή και Παπανδρέου και να περιμένουμε να τις βγάλουν να τις μετρήσουν (ακούς, Πέμυ;).

22.9.06

Μπερτόδουλος

(Φαμ Φρακτάλ, έργο 6)

Ο θείος Μίμης, ο αδερφός της μαμάς μου, είχε ένα Fiat Bertone – στην οικογένεια το λέγαμε Μπερτόδουλο, παρατσούκλι που είχε λανσάρει ο μπαμπάς μου. Με το Μπερτόδουλο ο θείος Μίμης εντυπωσίαζε τις τουρίστριες: τις φόρτωνε δυο δυο στο διθέσιο και γκάζωνε στην προκυμαία. Το ρεκόρ ανθρώπων που είχε κουβαλήσει ο Μπερτόδουλος ήταν πέντε, όλοι της οικογενείας μας.

Την εποχή που πήρε τον Μπερτόδουλο, ο θείος Μίμης ήταν τρίτος καπετάνιος, περιβόητος χαρτοπαίκτης (πόκερ, κούκος μονός, κούκος διπλός) και κάπως ιντελεκτουέλ... Συνεχίζεται εδώ.

21.9.06

Η αξία τού εν δυνάμει

Είμαι στο γραφείο και ψοφάω να πιω έναν καφέ (όταν έπινα καφέ, διότι τώρα τον έχω κόψει, μαζί με τα άλευρα). Για κάμποση ώρα τον λαχταρώ και τον ονειρεύομαι, και τελικά σηκώνω το τηλέφωνο και τον παραγγέλνω. Ο καφές έρχεται, τον ακουμπώ δίπλα στον υπολογιστή μου, αχνιστό και λαχταριστό. Βιώνω μια ευτυχία: ωραία, έχω το καφεδάκι μου δίπλα, είμαι βασίλισσα. Και μισή ώρα μετά... ο καφές είναι ανέγγιχτος. Δεν τον έχω πιει, αλλά είναι εκεί, μπορώ να τον πιω όποτε θέλω. Κι αφού μπορώ να τον πιω όποτε θέλω, δεν έχει και τόση σημασία αν τελικά θα τον πιω.

Η ευχαρίστηση που μπορεί κανείς να αντλήσει από τη δυνατότητα χωρίς να την αξιοποιήσει ήταν γνωστή εδώ και πολλά χρόνια. Το πιο κλασικό παράδειγμα είναι το βασικό επιχείρημα των υπερασπιστών της Αθήνας έναντι της περιφέρειας: "Στην Αθήνα μπορείς να δεις τις καινούριες ταινίες, να πας σε δεκάδες θέατρα, κι αν θελήσεις στις 3.00 το βράδυ καθημερινής να κάνεις στριπτίζ πάνω σε μπάρα, σίγουρα θα υπάρξει ένα πλήθος να σε χειροκροτήσει που δεν αποτελείται αποκλειστικά από φαντάρους και φοιτητές". Ωστόσο, κάποτε αυτού του είδους το επιχείρημα δεν το έτρωγαν εύκολα οι άνθρωποι με πρακτικό πνεύμα. Αρκούσε η ερώτηση: "Και πόσες φορές πήγες φέτος στο θέατρο;", για να κομπιάσει ο άλλος και να αρχίσει να λέει πράγματα τύπου "Φέτος δεν είχα χρόνο, αλλά τον επόμενο μήνα έχω σκοπό να εισπράττω καθολικό χειροκρότημα λόγω στριπτίζ μία φορά την εβδομάδα". Άντε πες σήμερα, τη διαδικτυακή εποχή, σε κάποιον "Και πόσες φορές μιλάς στο Σούλη όταν τον βλέπεις στο msn" και περίμενε να κομπιάσει. Μάλλον θα σε κοιτάξει σαν αντιδραστικό τεχνοφοβικό.

Το Ίντερνετ μας καλόμαθε να έχουμε απεριόριστες δυνατότητες και μας απάλλαξε από το ενδιαφέρον να τις αξιοποιήσουμε. Βλέπω το Σούλη στο msn, τον αισθάνομαι δίπλα μου, δε χρειάζεται να του μιλήσω κιόλας. Του τάδε σκηνοθέτη που μ' άρεσε δεν ξέρω τη φιλμογραφία, αλλά όποτε θέλω μπαίνω στο imdb και τη μαθαίνω, οπότε καλύφθηκα. Τις ειδήσεις του κόσμου τις έχω πρόχειρες, στο google news, ένα κλικ δρόμος, σαν να τον έκανα νιώθω. Το Ίντερνετ έδωσε πόντους στη σημασία της δυνατότητας, την αναβάθμισε σε ξεχωριστό (αχανές) στάδιο, από συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο "θέλω" και στο "κάνω" που ήταν. Και η νέα, αυτάρκης δυνατότητα εποίκισε ολόληρο τον υπολογιστή. Έτσι, τα χιλιάδες τραγούδια που κατεβάσαμε ίσως και να μην τα ακούσουμε ποτέ - αρκεί που έχουμε άμεση πρόσβαση στο φάκελο Η μουσική μου.

Λίγη τριβή με το λογαριασμό του τηλεφώνου που χρεώνει "συνομιλία με τρεις" (γιατί ίσως κάποια φορά να θελήσουμε οι φίλες να κουτσομπολέψουμε σε "απαρτία"), με τη φωτογραφική μηχανή που μπορεί να τραβάει στα 8,1 Mega Pixel (αλλά εμείς τη ρυθμίζουμε πάντα στα 6), με τη συνδρομή στη Nova (γιατί μπορεί κάποια νύχτα να μας έρθει να δούμε κρίκετ), και εκπαιδευτήκαμε να είμαστε αρχηγοί με το εν δυνάμει στον ψηφιακό κόσμο - τόσο ικανοποιημένοι, που, αν η δυνατότητα που ποτέ δεν αξιοποιήσαμε μάς λείψει, αναστατωνόμαστε σαν να μας στέρησαν μια καθημερινή συνήθεια χρόνων. Και ο φυσικός κόσμος ακολούθησε. Το εν δυνάμει ενδυναμώθηκε και εκεί - τόση συνήθεια πώς να πάει χαμένη; Και κάπως έτσι φτάσαμε στον καφέ, που αρκεί να υπάρχει δίπλα σου για να σε ξυπνήσει.

Αν και αναγνωρίζω τα κακά αυτής της τροπής που πήρε η ζωή, γενικά πολύ με βόλεψε. Σαν άνθρωπος που το 'χει μέσα του να νιώθει αποκλεισμένος, αλλά και σαν άνθρωπος με μια έμφυτη ροπή προς τη νωχελικότητα, λόγω αίσθησης ματαίου, μου ταίριαξε που οι δυνατότητες αναλαμβάνουν πλέον να προσφέρουν το πλήρες της ικανοποίησης. Διότι, ακόμα κι αν δεν κάνω τίποτα απ' αυτά που θέλω, νιώθω πως "τα 'χω". Και, για να "τα 'χω", δε χρειάζεται να κάνω απολύτως τίποτα.

Και κάπως έτσι δε θα γράψω ποτέ τα διηγήματα γύρω από το κοινό θέμα που έχω σκεφτεί - αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

18.9.06

Ποδοβολητό ακούω από κει κάτω...




...το οποίο συνοδεύεται από κάποια μουντάδα...


...βάρδα να μην είναι το φθινόπωρο...

16.9.06

Το πιο μεγάλο ποστ που γράφτηκε ποτέ για το πλυντήριο

Η πιο χρήσιμη εφεύρεση για το νοικοκυριό είναι το πλυντήριο ρούχων. Σε αυτό συμφωνούν 39 παραθεριστές τσαντηρίων. Ο κατασκηνωτής μπορεί να στέκεται ατάραχος στην παράλογη ουρά έξω από τις τούρκικες τουαλέτες, να μη σκοτίζεται για τις αμμοθύελλες, κι ας απειλούν να καταστήσουν το ναΐφ κατάλυμά του μελλοντικό αρχαιολογικό εύρημα, να μη χαλιέται από το μπιζέλι-πετραδάκι κάτω από τον υπνόσακο και τα εφτά -παντελώς αναποτελεσματικά- υποστρώματα. Όμως αυτό τον κουλ τύπο, τον έμπειρο σκηνίτη, ξάφνου, καθώς στο διάβα του θα εμφανιστεί ένα πλυντήριο και θα του διαθέσει ένα πρόγραμμα πλύσης για χρωματιστά, ετοιμάσου να τον δεις να πέφτει στα γόνατα, να πλέκει τα χέρια και να τα κουνάει προς τον ουρανό, πάνω από το σκυμμένο του κεφάλι, τα μάτια του οποίου θα χύνουν δάκρυα ευγνωμοσύνης προς την ανθρωπότητα - και προς το χώμα του κάμπινγκ που θα έχει κάνει χαλάκι πέφτοντας από το μαλλί του.

Δε θέλω να θυμάμαι τις εποχές που αντί για πλυντήριο είχα το κατασκεύασμα εκείνο ελληνικής έμπνευσης που, αν και βρίσκεται σε λειτουργικότητα πολύ πιο κοντά σε μια κοίτη ποταμιού και σε ένα ραβδί, εντούτοις παρουσιάζεται ως ηλεκτρική συσκευή που διευκολύνει τη ζωή. Πριν από λίγο καιρό στο Praktiker είδα μια ηλικιωμένη γυναίκα να φορτώνει ένα τέτοιο μέσα σε ένα ταξί και ακόμα έχω ενοχές που την άφησα να το κάνει. Η θλίψη με συγκλονίζει όταν σκέφτομαι ότι εκείνη η γυναίκα πολύ σύντομα θα έκλαιγε το μικρό κομπόδεμα που είχε με κόπο μαζέψει για να εξοπλίσει το φοιτητικό δωμάτιο της μοναχοκόρης του χήρου αδερφού της, η οποία μόλις είχε περάσει σε κάποιο ΤΕΙ μιας μακρινής κωμόπολης. (Είναι ένα πολύ πιθανό σενάριο.)

Το ελληνικό πλυντήριο, για όποιον δεν ξέρει, είναι ένας κύλινδρος με μία προπέλα στη βάση του η οποία δημιουργεί υποτυπώδη δίνη και στριφογυρίζει τα ρούχα σε εξαιρετικά αργή ταχύτητα, αποτυγχάνοντας να τα πλύνει. Το νερό σε συμφέρει να το ζεστάνεις σε κατσαρόλα και να το ρίξεις μέσα, γιατί, μέχρι να το ζεστάνει το ίδιο το πλυντήριο, έχει χαθεί ενέργεια ίση με αυτή που χρειάζεται για να λιώσει ένα κεφαλοχώρι Εσκιμώων.

Το σύγχρονο πλυντήριο, αυτή η -ομολογουμένως- ενεργειοβόρα ηλεκτρική συσκευή, δεν είναι απλώς το όνειρο του κατασκηνωτή του Αυγούστου, αλλά ο υπ' αριθμόν ένα πρέσβης της τεχνολογίας στο σπίτι σου. Είτε ανοίγει από πάνω είτε από κάτω, είναι ο σωτήρας της γκαρνταρόμπας μας, των χεριών μας, του χρόνου μας και των νεύρων μας. Χωρίς τηλεόραση μπορείς. Χωρίς ηλεκτρική κουζίνα μπορείς. Χωρίς ηλεκτρική σκούπα μπορείς. Χωρίς υπολογιστή μπορείς. Χωρίς dvd player και χωρίς στερεοφωνικό μπορείς. Χωρίς ηλεκτρική οδοντόκρεμα μπορείς. Ακόμα και χωρίς ψυγείο μπορείς (ξέρω κάποιον). Τι μπορείς να κάνεις όμως όταν όλη σου η ντουλάπα μεταμορφωθεί σε βουνό από άπλυτα; Πώς μπορείς να τα καθαρίσεις στο χέρι, όταν χρειάζεσαι τουλάχιστον 15 λεπτά για να πλύνεις ένα ελαφρώς λερωμένο παντελόνι, όταν ποτέ στην ουσία δεν το ξεπλένεις καλά, όταν φθείρεται σαν να το έχεις πλύνει 10 φορές και, αν είναι τζιν, απλώς δεν ξεβρομίζει;

Μπορεί το πλυντήριο να σας φαίνεται δεδομένο πράγμα και να γελάτε στην εικόνα του εαυτού σας να πλένει σε μια μαρμάρινη γούρνα με Roll, δίπλα στις τούρκικες τουαλέτες, όμως σας βεβαιώνω ότι κάμποσοι κατασκηνωτές το κάνουν και δεν το φχαριστιούνται ούτε κατά διάνοια όπως το να μαγειρεύουν μακαρονάδα στην αρχαία εγκατάσταση πετρογκάζ του κάμπινγκ. Και ούτε εσείς πρόκειται να το ευχαριστηθείτε, αν ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο σας αναγκάσει να τρίβετε με μια βούρτσα βρακιά γεμάτα αίματα και μπλουζάκια φορεμένα στο γυμναστήριο. (Τα κεριά όμως που θα αντικαταστήσουν το πορτατίφ μια χαρά θα τα χαρείτε.)

Είμαι ν' απορήσω γιατί δε διδασκόμαστε τον εφευρέτη του πλυντηρίου, ενώ γνωρίζουμε πολύ καλά ποιος έφτιαξε το αεροπλάνο και ποιος έστησε το Google. Μια εφεύρεση τόσο σημαντική για το δυτικό κόσμο δεν είναι δυνατόν να φαίνεται ορφανή. Μήπως φταίει το ότι πολλοί Αγγλοσάξονες βολεύονται με το πλυντήριο της γειτονιάς και ξεχνούν την αίγλη της ιδυοφυούς συσκευής, αφού δε βλέπουν καθημερινά μέσα στο σπίτι τους το μεγαλείο της; Δεν ξέρω τι να πω επ' αυτού.

'Ομως αρκετά μακρηγόρησα. Θα κλείσω υπογραμμίζοντας μια τραγική ειρωνεία η οποία εντοπίζεται στις οικιακές συσκευές που η ύπαρξή τους οφείλεται πρωτίστως στο ότι πλέον το τρίχωμά μας δεν είναι αρκετό για να μας ντύσει: Ενώ, λοιπόν, το πλυντήριο ανακηρύσσεται η πιο χρήσιμη εφεύρεση του νοικοκυριού, ο τίτλος της πιο άχρηστης πηγαίνει στο διάδοχό του στον κύκλο του ρούχου: στο ηλεκτρικό σίδερο. Το οποίο -ω του οξύμωρου- και μόνο με την επονείδιστη ύπαρξή του μειώνει την αξία του πλυντηρίου: προσωπικά προτιμώ να πάω να πλύνω ένα σεντόνι στη βάθρα του Φονιά παρά να το σιδερώσω στην τραπεζαρία μου.

Επ' ευκαιρία, ορίστε και οι οδηγίες που, αν είχα εγκαίρως διαβάσει, δε θα είχα γράψει το ποστ-αριστούργημα για το πλυντήριο που πηδάει (ή χορεύει, γιατί όχι;).

4.8.06

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, σου γράφω σήμερα...

This summary is not available. Please click here to view the post.

2.8.06

SMSα

(Το ποστ αυτό έχει μόνο τίτλο. Αν θέλετε περιεχόμενο, χέστε τo Short Message Service.)

28.7.06

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, θέλω να σου πω πως...

Από πότε ένας πόλεμος σταματάει τους ανθρώπους μιας άλλης γειτονιάς να γράφουν στο ημερολόγιό τους για μικρά πράγματα που δεν εγείρουν ούτε το ένα χιλιοστό του ενδιαφέροντος μίας ανάλυσης για τον επανασχεδιασμό του χάρτη στη μέση ανατολή; Έτσι απάντησα στις ενοχές μου και, σε πείσμα των πιθανών αντιδράσεων τύπου «εδώ ο κόσμος καίγεται και το μουνί χτενίζεται», της υπονόμευσης του «σκεπτόμενου» χαρακτήρα των μπλογκ και της δημοσιογραφικής/αφυπνιστικής τους προσφοράς, θα αφεθώ να γράψω για τα μικρά πράγματα που γράφω πάντα, για τα μικρά πράγματα που είναι η καθημερινότητά μου.


ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΑΒ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ

Τι θαύμα! Ακριβώς τη μέρα που είχε αναγγείλει, το σούπερ μάρκετ της κεντρικής πλατείας Ηλιούπολης άνοιξε αναθεωρημένο και συμπληρωμένο. Κάτω από την τεράστια κόκκινη-μπλε ταμπέλα από γυαλιστερό πλαστικό, οι Ηλιουπολίτες λένε στην υπεύθυνη: «Καλορίζικο! Πολύ ωραίο το φτιάξατε!» και κοιτάνε το ταβάνι, που τώρα πια δεν είναι στο Θεό, αλλά άσπρισε και χαμήλωσε για να απλωθεί ελεύθερα ο δεύτερος όροφος, που ως τώρα ήταν μικρός σαν κεφαλόσκαλο. Οι ταμίες καμαρώνουν και χαμογελάνε. Είναι η πρώτη μέρα που το σούπερ μάρκετ λειτουργεί ανακαινισμένο, και τα ψάρια λάμπουν μέσα στους πάγους τους, τα λαχανικά φωσφωρίζουν τακτοποιημένα και ευθυγραμμισμένα σαν συρτάρια με πτώματα στα αμερικάνικες αστυνομικές ταινίες. Μια παλιού τύπου ζυγαριά ανεμίζει, για να προζυγίσουν οι πελάτες τα φρούτα τους πριν τα πάνε στον κύριο με τις ρυτίδες χαμογελαστής έκφρασης και τα χέρια δεμένα στον ποπό.

Θαυμάζω. Επιτέλους, το σούπερ μάρκετ μου έγινε καθαρό, συμμαζεύτηκε, ράφτηκε, βάφτηκε. Στο κρεοπωλείο είναι ο ηλικιωμένος κοτσωνάτος ανοιχτόχρωμος κύριος με τους αριστοκρατικούς τόπους. «Συγχαρητήρια, θαύμα η ανακαίνιση!» λένε οι γειτόνισσές μου με τα ασπρόμαυρα κλαρωτά φουστάνια και τα βαμμένα θαμπά μαλλιά περμανάντ και τα μάτια τους χαμογελάνε. «Και πού να δείτε πάνω, πήγατε πάνω; Α, είναι καταπληκτικά! Ναι, ναι! Τι να βάλουμε για κιμά; Ελίτσα;» Πηγαίνω πάνω με το ασανσέρ - δεν ξανάγινε εδώ πέρα! Μόλις βγαίνω, με περιμένει φάτσα ένα σταντ με βιβλία - μπεστ σέλερ, όπως ο καινούριος Μικρός Νικόλας, Νταν Μπράουν, και πιο κάτω παιδικά των εκδόσεων Παπαδόπουλος. Ψάχνω τα τελευταία να δω αν υπάρχει κανένα που έχω κάνει διόρθωση εγώ, αλλά δεν υπάρχει, είναι για πολύ μικρά πιτσιρικάκια. Ο όροφος απλώνεται και απλώνεται και βρίσκω μέχρι και ξεβουλωτικό εργαλείο, που παλιά δεν έβρισκα ούτε καλαθάκι για την τουαλέτα. Οι πελάτες περιπλανιούνται και σχεδόν χαμογελούν ο ένας στον άλλον, τύπου «αυτό το μοιραζόμαστε εδώ και τώρα και περνάει μέσα μας σαν συλλογικό βίωμα» - είναι, σε μικρότερη κλίμακα βέβαια, η αίσθηση που υπήρχε στον αέρα τις πρώτες μέρες τις λειτουργίας του μετρό. Μόνο η κορδέλα λείπει - δεν ξέρω, μπορεί και να έκοψαν, μπα, μάλλον όχι.

Ψωνίζω πολλά πράγματα και ξοδεύω όλο το πενηντάρικο που δανείστηκα για μέχρι τη Δευτέρα. Στο ταμείο λίγο σαστίζω: τώρα θα πρέπει να δανειστώ κι άλλα λεφτά. Όμως δε ζητάω να μου αφαιρέσουν τίποτα, η κάρτα μου μαζεύει 18 πόντους (166 - σύντομα 200!), φορτώνομαι τις τσάντες και γυρίζω σπίτι με το στήθος προτεταμένο.


ΠΟΔΙΑ ΣΤΟ ΚΑΘΙΣΜΑ

«Σας παρακαλώ, κατεβάστε το πόδι σας από το κάθισμα» μου είπε ο ταξιτζής. Το αριστερό μου πόδι έχει βγει από τη σαγιονάρα και κουλουριάζεται μισό σταυροπόδι στο κάθισμα. Το κατέβασα, αλλά, ειλικρινά, εφόσον δε φοράω παπούτσι, άρα δε λερώνω το κάθισμα, δε βλέπω γιατί ενοχλώ. Αν το πόδι μου βρομούσε, θα το δεχόμουν. Αλλά το πόδι μου είναι πεντακάθαρο και μυρωδάτο, έχω βάλει και κρέμα και το ίδιο πρωί έπλυνα τις σαγιονάρες. Ρωτάω για να μάθω πώς το βλέπει ο κύριος καθωσπρέπει ταξιτζής. Μου λέει ότι δεν είναι αισθητικά ωραίο. Μα δεν υπάρχει κάποιος δίπλα μου για να υποστεί την «αισθητική προσβολή» και ο οδηγός υποτίθεται ότι βλέπει το δρόμο μπροστά. Άλλο επιχείρημα καθωσπρεπισμού: «Έτσι σε έχουν μάθει να κάνεις;». Ξέρω γω, πρέπει να κάνουμε ό,τι μας μαθαίνουν, επειδή μας το μαθαίνουν; Ο ταξιτζής νομίζει ότι του πάω κόντρα από εγωισμό και το λέει, και επίσης προσθέτει ότι δεν έχω τρόπους επειδή ακόμα δε βγήκα απ' τ' αυγό. Περίεργο, δε χαίρομαι που με έκαναν πάλι μικρή. Και πραγματικά απορώ, μου φαίνεται παραξενιά αυτή η εμμονή με τα πόδια κάτω, δεν του πάω κόντρα ως τώρα, αλλά τώρα θα του πάω, γιατί με προσβάλλει και εύχομαι να είχα πατήσει κουτσουλιές και να του λέρωνα το πατάκι. Και στο μυαλό μου έρχεται η χτεσινή σκηνή στο Ηρώδειο:

Δίπλα μου κάθεται μια κυρία με τον κανακάρη της, ηλικίας φοιτητή. Οι παραδιπλανές της, δύο φίλες, μαζεύουν τα πόδια στο στήθος και τα αγκαλιάζουν, τα πέλματά τους πάνω στο μαξιλαράκι του Ηρώδειου, οι σαγιονάρες κάτω. Η κυρία σηκώνεται και ζητά από την ταξιθέτρια να της αλλάξει θέση. Η ταξιθέτρια λέει ότι δε γίνεται. Η κυρία μεταφέρει τα κακά νέα στο γιο της αγανακτισμένη. «Μα είναι πράγματα αυτά; Πώς το επιτρέπουν;» Οι φλέβες της έχουν τσιτωθεί κάτω από το κολιέ. Η φίλη μου αντιδρά πολύ χαριτωμένα: «Άντε, άντε, περάστε τώρα, δεν πειράζει, καλέ!».

Ο ταξιτζής έχει βγει από τα ρούχα του (όχι όμως από τα παπούτσια του). Μα τι μανία να είναι τα πέλματα καρφωμένα στη γη! Εκεί, στο καθήκον. Δικαιούνται μόνο επαφή με το έδαφος, όπως το βλέμμα των βοδιών στο χωράφι δικαιούται να κοιτάει μόνο μπροστά, στριμωγμένο στις παρωπίδες. Τα πέλματα είναι μέλη βήτα κατηγορίας, η σάρκινη υπόστασή τους δεν έχει τη γοητεία του ώμου, του λαιμού, του καρπού, του αφαλού. Είναι απλώς πόδια, ταπεινά εργαλεία για το βάδην και την ορθοστασία, που προκαλούν αμηχανία και καλύτερα να μην τα εξισώνουμε με το υπόλοιπο κορμί. Καλύτερα να τα κρύβουμε και, αν γίνεται, να τα τυλίγουμε και μέσα στο σεντόνι όταν είμαστε στο κρεβάτι. Θα υπερβάλω αν πω ότι ο κόσμος είναι αποξενωμένος από το σώμα του; Αν πω ότι η οικειότητα με το πόδι εμπίπτει πλέον στην κατηγορία της ποδολαγνείας (και μόνο έτσι ίσως θα γινόταν αποδεκτή);

Ξέρω ωστόσο ένα επιχείρημα που θα είχε μεγάλες πιθανότητες να πιάσει και στις δύο περιπτώσεις: «Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, Ο Σωκράτης, ο Σοφοκλής, ο Ηρόδοτος και πολλοί άλλοι, καθόντουσαν με τα πόδια στο ίδιο ύψος με τον κώλο». Δεν το επιχειρώ. Κάνω απλώς μια νοερή σημείωση, τιμώντας όλα τα παραμελημένα και ταπεινωμένα πόδια αυτής της πόλης, να φερθώ έξτρα τρυφερά στο πρώτο ζευγάρι πόδια που, όπως μια πλάτη, ένα στομάχι, ένα πουλί, θα βρεθεί γυμνό, έξω από τα σεντόνια, στο κρεβάτι μου.

20.7.06

Her hips don't lie

- Θέλω με την γκόμενα να καταλαβαίνω τι γίνεται στο κρεβάτι, να μην αναρωτιέμαι π.χ. αν προσποιείται οργασμό!
- Φτιάξ' τα με τη Σακίρα.

18.7.06

Overheard

Θέατρο Επιδαύρου, Σάββατο 8/7, Ικέτιδες Κουκ-Μαρμαρινού:

«Χτες μαρσάρανε την ώρα του έργου. Είκοσι αυτοκίνητα είχανε μείνει στο τέλος...»
(υπάλληλος του θεάτρου σε συνάδελφό του)

Θέατρο Επιδαύρου, Σάββατο 15/7, Πέρσες Κονιόρδου

«Ένας χορός... μα ένας χορός... Θα ανατριχιάσεις... Σαν αυτό που κάναμε εμείς, Μαίρη, αλλά ποooλλύ δουλεμένο...»
(νεαρή με σκουλαρίκια στο κινητό)

«Γι' αυτό σου λέω... το επίπεδο της Επιδαύρου έχει πέσει πάρα πολύ...»
(κυρία με κότσο στο συνοδό της)

17.7.06

Δισδιάστατα

(Φαμ Φρακτάλ, έργο 5)

Θες δε θες,
Ακούω το σφυγμό σου,
Στους καρπούς σου σπαρταράει ο μοντέρνος εαυτός σου
Και στα πλήκτρα κάνει γκελ,
Αναπάντεχη Βαβέλ.
Σαν απόστολος: διαβάζω και φωτίζομαι απ' το φως σου.

(Ρεφρέν)
Θες δε θες, θα σε λατρεύω δισδιάστατα... Συνεχίζεται εδώ.

3.7.06

Aloof

-Πότε επιτέλους θ' αρπάξεις τη ζωή απ' τα μαλλιά;
-Όταν έχω σοβαρές υποψίες ότι πνίγεται.

29.6.06

Sorry, wrong mix of drugs

O ταλαντούχος κύριος chill-the-blood-to-warm-the-soul επιστρέφει στο l'esprit de l' escalier με ένα ακόμη μικρό αριστούργημα, όπως τα τότε.

Περιοχή Κούσκο, Περού. 26 Ιουνίου 1973. Ημέρα λατρείας της Ταβιέ, θεότητας που προήλθε από την πολιτιστική αλληλεπίδραση των Ινδιάνων Νάσκας με τους Ίνκας, κάπου το 12ο αιώνα. Παρέα ανδρών κάθεται σε καφενείο, πίνοντας τσάι με φύλλα κόκας. Υψόμετρο πάνω από 3.000 μέτρα. Από κάτω εκτείνεται η Ιερή Κοιλάδα.

«Έι, ποιος είναι αυτός ο γκρίνγκο που κάθεται απέναντι;»
«Άσε, κι έχω πικρά πείρα. Είναι ο Henry J. Littlefinger, αυτός που ανέλαβε να εκτελέσει το σχέδιο του ογδονταπεντάχρονου χίπη Large Daddy Throckmortan για να κυβερνήσει την Αμερική και να την κάνει όπως έπρεπε να είναι – απλή, τεμπέλα, χαρούμενη, αγαπητή και βρόμικη».
«Δηλαδή;»
«Ο Henry J. έπιασε δουλειά στη Sticky & Sons, την εταιρεία που έβαζε κόλλα στα γραμματόσημα, και έριχνε στο καζάνι με την κόλλα ολόκληρα κομμάτια μαριχουάνα. Σε λίγο καιρό όλος ο κόσμος που έγλειφε τα γραμματόσημα φτιαχνόταν κανονικά, κάνοντας έτσι εφικτό το σχέδιο ανάκτησης της εξουσίας απ’ τους χίπις. Ο ίδιος ο Ρίτσαρντ Νίξον εθεάθη να πηγαίνει στη δουλειά του με σανδάλια και τζιν και να διατάζει την αεροπορία να σταματήσει τους βομβαρδισμούς στο Βιετνάμ, αφού προηγουμένως είχε σαλιώσει ένα γραμματόσημο και έστειλε για πρώτη φορά στα χρονικά ένα γράμμα στον Άρη. Κι άλλα κουφά έγιναν, όπως ότι η General Motors ανακοίνωσε το λανσάρισμα του νέου της αυτοκινήτου, που δε θα ξεπερνούσε την ταχύτητα των πέντε μιλίων ανά ώρα».
«Και γιατί έχεις πικρά πείρα;»
«Θυμάστε πριν από κάτι μήνες που είχα φάει αυτό το κόλλημα με τη Θεά Ταβιέ;»
«Ναι. Είχες δει ένα όραμα ότι σου μίλησε με τόσο ωραίο τρόπο και σου επέτρεψε την είσοδο στα ενδότερα του ναού της για να επικοινωνείς μαζί της κι εσύ αποφάσισες να αφοσιωθείς στη λατρεία της και να γίνεις σαμάνος και κουραντέρο. Ευτυχώς, φίλε μου, γλίτωσες απ’ αυτή τη φάση».
«Μην το λες. Τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται».
«Τι εννοείς;»
«Η ζωή μου είχε βρει ένα νόημα. Πήγαινα κάθε μέρα στο ιερό, τη λάτρευα, επικοινωνούσα μαζί της κι ένιωθα έντονη την παρουσία της. Αυτό μου έδινε… ζωή. Κι έτσι μπορούσα να μεταφέρω τα μηνύματά της και να θεραπεύω τον κόσμο. Ώσπου έμπλεξα με το Henry J. Μια μέρα, μετά από πολύωρη ιεροτελεστία, με έντονα οράματα εκσωμάτωσης, είχα εξαντληθεί. Ήρθα σ’ αυτό εδώ το καφενείο σκέτο ράκος. Ο Henry J. καθότανε στο ίδιο σημείο που κάθεται και τώρα. Με πλησίασε και μου είπε:

“Μεγάλε, έχεις τα χάλια σου. Τι συμβαίνει;”
“Δεν ξέρω, γκρίνγκο. Κάτι δεν κάνω σωστά. Προσπαθώ να είμαι εκατό τα εκατό αφοσιωμένος και πιστός στη θεά που πιστεύω. Προσκυνώ, νηστεύω, προσεύχομαι... Βεβαίως ένας πιστός δεν μπορεί να έχει εγωιστικές απαιτήσεις ή ενδοιασμούς για την πίστη του. Όμως αισθάνομαι ένα κενό στην επικοινωνία. Τις περισσότερες φορές το σήμα μου δε φτάνει όσο βαθιά θέλω ή, ακόμη χειρότερα, εξοστρακίζεται και παίρνει εντελώς άλλες κατευθύνσεις από τις ηθελημένες. Ομολογώ ότι αισθάνομαι μια μεγάλη απόρριψη, ότι είμαι πολύ λίγος για κείνη, κάτι που με κάνει να θέλω ν’ ανοίξω ένα λάκκο και να χωθώ μέσα”.
“Φίλε, έχεις πολύ σοβαρό πρόβλημα. Άσε με να σε βοηθήσω”.
“Μπορείς αλήθεια να με βοηθήσεις;”
“Και βέβαια μπορώ. Για πες μου, τι ουσίες παίρνεις για τις ιεροτελεστίες και τις ενοράσεις σου;”
“Είναι να ρωτάς; Γιάχε φυσικά. Ευλογημένος αυτός ο τόπος που στα χώματά του αναπτύσσεται αυτό το φυτό”.
“Σωστά, χμ, χαρμίνη και χαρμαλίνη. Σκέτη ψυχεδέλεια. Όμως, φίλε μου, ίσως εδώ βρίσκεται το πρόβλημά σου. Αν θες τη γνώμη μου, το ’χεις παρακάνει με τη θρησκεία. Τα 'χεις δώσει όλα στη θεά και στους άλλους. Χρειάζεσαι λίγο να φροντίσεις τον εαυτό σου. Να έχεις λίγο εγωισμό. Έτσι θα είσαι πιο χρήσιμος και για τους άλλους, αφού η δική σου παρέμβαση και μεσολάβηση θα είναι λιγότερο παθητική μεταβίβαση και περισσότερο αυτενεργός δράση. Άκουσέ με. Όλοι οι μεγάλοι κουραντέρος έχουν έντονη προσωπικότητα και δεν είναι απλοί μεταβιβαστές των θεϊκών θελήσεων. Ασκούν προσωπική, πρωτότυπη θεραπεία”.
“Ας υποθέσουμε ότι έχεις δίκιο. Και πως θα γίνει αυτό;”
“Αυτό σκέφτομαι τώρα. Κοίταξε, χρησιμοποιείς, και καλώς, φυσικά ψυχεδελικά φάρμακα για τη λατρεία σου. Εγώ θα έφτιαχνα ένα μείγμα όπου θα πρόσθετα και κάτι πιο… σπιντάτο, θα έλεγα. Να προβάλεις το εγώ σου. Ν’ αποκτήσεις λίγο τσαμπουκά. Αρκετά με την ευλάβεια. Θα έβαζα τρυπταμίνες, όπως DMT, για παράδειγμα. Ή, ακόμα καλύτερα, θα χρησιμοποιούσα MDA και MMDA, που προκαλούν εμπειρίες σαν αυτές που προκύπτουν απ’ το συνδυασμό ενός ψυχεδελικού και κοκαΐνης ή του LSD και αμφεταμίνης. Λοιπόν, κάτι τέτοιο θα σου φτιάξω. Θα έχει ως βάση τη μεσκαλίνη ή αμίδια του λυσεργικού οξέος ή ακόμη ψιλοκυβίνη και ψιλοκίνη, ώστε να μην απολέσεις τη θρησκευτική διάσταση και ενόραση. Αλλά θα σου ρίξω και πιο σπινταριστά φάρμακα, όπως το STP, που σου δίνει τεράστια ενέργεια κι απευθύνεται περισσότερο στο παρόν και στο τώρα απ’ ό,τι στο παρελθόν ή στο μέλλον. Έλα σε δυο μέρες και θα σ’ έχω έτοιμο”.

»Πράγματι, μετά από δυο μέρες ο Henry J. μού έδωσε το μείγμα και μου ευχήθηκε καλή τύχη. Περπάτησα μια ώρα δρόμο μέσα στην κοιλάδα μέχρι το ιερό και, φτάνοντας έξω απ’ τον πέτρινο ναό, σταμάτησα και έκατσα οκλαδόν. Αυτοσυγκεντρώθηκα και με αγωνία πήρα το φάρμακο απ’ το στόμα. Σε είκοσι λεπτά είχα κρυάδες, ναυτία, ανακατωμένο στομάχι, μούδιασμα στα άκρα, συσπάσεις στους μυς του λαιμού, διαστολή της κόρης των ματιών κι αισθανόμουνα έντονη σύγχυση, ταραχή, υπερένταση και μια απίστευτη ενέργεια, χιλιάδων βολτ θα έλεγα. Άρχισαν οι παραισθήσεις, τόσο σε χρώματα, σχήματα και φιγούρες, όσο και σε ήχους. Τα χρώματα ήσαν φοβερά φωτεινά στις αποχρώσεις του μοβ, πράσινου και κόκκινου. Φίδια, αράχνες και αναρριχώμενα φυτά σκαρφάλωναν πάνω στους στύλους του ιερού της Ταβιέ και μια ξανθιά γυναικεία φιγούρα, μάλλον η ίδια η θεά, μου έκανε έντονες και προσβλητικές παρατηρήσεις, ενώ ταυτόχρονα χάιδευε ένα γεροδεμένο άντρα με περικεφαλαία και φιλούσε μια όμορφη, λεπτή κοπέλα που στέκονταν σ’ ένα μπαρ. Η ηχητική υπόκρουση δεν ήταν αυτή που είχα συνηθίσει από τις άλλες μου ενοράσεις, αφού είχε χαρακτηριστικά όχι φευγάτου, αλλά σκληρού μεταλλικού ρυθμού. Άρχισα να απολογούμαι στις παρατηρήσεις, αλλά όχι με ένοχο ούτε παρακλητικό ούτε φοβισμένο ύφος. Μάλιστα, άρχισα να υψώνω τη φωνή μου και να λέω κάτι σε στιλ "άμα σ’ αρέσει. Αλλιώς… δενφοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι ελεύθερος". Όσο μιλούσα εγώ, εκείνη φαινόταν να μη με προσέχει και γελούσε τώρα δυνατά πλαισιωμένη από ένα κοινό άγριων ζώων της αφρικανικής σαβάνας και ανθρωποφάγων φυλών. Φώναζα δυνατά για ν’ ακουστώ, αλλά οι βρυχηθμοί των λιονταριών και κάτι ελέφαντες τρομπετίστες που έπαιζαν φρι τζαζ κάλυπταν τις κραυγές μου. Η γυναικεία φιγούρα με αγνοούσε προκλητικά, παρ’ όλο που φώναζα και χτυπούσα με τις γροθιές το στήθος μου. Μετά από λίγο εξαφανίστηκε αυτή και όλο το υπόλοιπο σκηνικό και ήταν τότε που έχασα κάθε επαφή με τη θεά Ταβιέ. Όταν συνήλθα, ήμουν μέσα στο ιερό και από αφηγήσεις περαστικών έμαθα ότι είχα μπει μέσα στο ναό σπρώχνοντας και κλοτσώντας όποιον και ό,τι έβρισκα μπροστά μου και είχα ξεστομίσει άσχημες βρισιές προς την ίδια τη θεά. Ήταν φανερό ότι είχα διαπράξει μεγάλη ιεροσυλία και θα έπρεπε εφεξής να ξεχάσω τη θεά Ταβιέ και την καριέρα του σαμάνου».

«Έι. Ο γκρίνγκο έρχεται προς τα δω».
«Γεια χαρά. Τι νέα; Θέλει κανείς μια τζούρα από την πρώτης κατηγορίας ινδική κάνναβη που καπνίζω;»
«Ευχαριστώ. Σφφφ. Έλεγα στα παιδιά τη φάση με το μείγμα που μου έφτιαξες. Έμαθες, φαντάζομαι, ότι με διώξανε κακήν κακώς απ’ το ιερό. Φφφ».
«Κάτι πήρε τ’ αυτί μου. Λυπάμαι πολύ, αμίγκο. Αλλά να σου πω κάτι; Καλύτερα έτσι. Βάδιζες προς την καταστροφή. Βλέποντάς σε τώρα έτσι ήρεμο με τους φίλους σου, πιστεύω ότι έχεις λυτρωθεί».
«Ναι, αλλά, σφφφ, ο φίλος μας εδώ διαμαρτύρεται γιατί ξέκοψε από μια φάση που λέει ότι κατά βάθος του άρεσε και… πως το 'πες, του έδινε ζωή, φφφ».
«Δεν φταίω γω αν είσαι μαζόχα, αμίγκο. Όμως, ακόμη κι έτσι αν είναι, μπορείς κάλλιστα να πας πίσω, να ζητήσεις συγνώμη και να ρίξεις το φταίξιμο σε μένα».
«Το έχω σκεφτεί. Και θα το κάνω. Δεν ξέρω τι ακριβώς ζητάω βέβαια, αλλά, σφφφ, θα ζητήσω μια τελευταία ευκαιρία. Έστω κι αν ταπεινωθώ στο έπακρο αυτή τη φορά. Φφφ».
«Δε θα σε συμβούλευα να δοκιμάσεις κάτι τέτοιο. Δε βλέπω τι έχεις να κερδίσεις. Μπορεί να πέρναγες λίγο καλά πριν χαλάσει τελείως η φάση, αλλά, όπως είπε ένας φιλόσοφος, σφφφ, η ιστορία μόνο ως φάρσα επαναλαμβάνεται. Φφφ».
«Ναι, αλλά, σφφφ, όπως θα τραγουδήσει σε λίγο καιρό ένας τροβαδούρος, love is the drug. Φφφ. Τη χρειάζομαι τη θεά μου και την αγαπώ».
«Τότε πήγαινε και βγάλ' τα όλα από πάνω σου. Πες της “sorry, wrong mix of drugs, δεν εννοούσα αυτά που έκανα”. Αλλά θα σου πω και κάτι τελευταίο. Ποια νομίζεις ότι είναι η Ταβιέ; Αλλιώς ξεκίνησε όταν ακόμα λατρευόταν από τους Νάσκας. Ήδη όταν κυριάρχησαν οι Ίνκας μπλέχτηκαν διαφορετικά χαρακτηριστικά και η αρχική μορφή και το μήνυμά της αλλοιώθηκαν. Πόσο μάλλον τώρα, την εποχή του Νίξον και του ψυχρού πολέμου. Η Ταβιέ δεν είναι αυτή που νομίζεις ούτε αυτή που ήτανε. Και γι’ αυτό έχεις πρόβλημα επικοινωνίας. Ξύπνα, αμίγκο. Οι άνθρωποι αυτές τις μέρες είναι λιγότερο αυθόρμητοι και πολύ επιφυλακτικοί. Κοιτάνε την πάρτη τους. Και οι θεοί δεν πάνε πίσω».
«Σφφφ… Φφφ. Φίλε, μου 'χεις κάνει το κεφάλι καζάνι. Φεύγω πριν με μπερδέψεις άλλο. Έχω την ανάγκη ν’ ανήκω κάπου. Κατάλαβέ το. Θα πάω και θα ζητήσω συγχώρεση και μια δεύτερη ευκαιρία, μια νέα αρχή. Θα προσκυνήσω στο ιερό της, θα της πω ότι εξακολουθώ να τη λατρεύω και ό,τι και να γίνει δεν πρόκειται να την προδώσω ποτέ. Χωρίς μελοδραματισμούς και περιττά πάθη. Και θα δεχτώ το θέλημά της όποιο κι αν είναι αυτό. Γιατί η Ταβιέ είναι θεά και γνωρίζει καλύτερα».

Ο επίδοξος κουραντέρο πάσαρε το τσιγαριλίκι στο Henry J. και, χωρίς να κοιτάξει και να χαιρετήσει κανέναν, άρχισε την πεζοπορία προς το ιερό της Ταβιέ με αποφασισμένο ύφος και θρησκευτικό συναίσθημα. Κατηφόρισε από τον πετρώδη λόφο, όπου βρισκόταν το καφενείο, προς την ιερή κοιλάδα. Καθώς περπατούσε με σίγουρο και σταθερό βήμα στο καταπράσινο λιβάδι, ο ήλιος, που κρυβόταν εδώ και ώρα πίσω από ένα τεράστιο μαύρο σύννεφο, άρχισε να ρίχνει τις ζεστές αχτίδες του στον ευλογημένο τούτο τόπο και να θερμαίνει την καρδιά του προσκυνητή. Ένα μουσικό κομμάτι άρχισε ν’ αντηχεί σ’ ολόκληρη την κοιλάδα, με αυξανόμενη ένταση…

Let the sunshine Let the sunshine in
The sunshine in
Let the sunshine Let the sunshine in
The sun shine in


φωτό: http://www.horolezec.cz/galery/gal_66/peru/galpe66.html

Not a brain wave by l'esprit de l' escalier:
A message by chill-the-blood-to-warm-the-soul.

27.6.06

Παραγγελία

-Δύο καπουτσίνους φρέντους μέτριους;
-Verbatim*.


*Κατά λέξη.

26.6.06

Το κορίτσι που δεν αφήνω πίσω μου

Φίλη: «Ενηλικιώνεσαι ραγδαία».
Ψυχοθεραπευτής: «Βλέπω εβδομάδα με την εβδομάδα ένα κορίτσι να γίνεται γυναίκα».
Μπλόγκερ: «Μήπως ωρίμασες εν μία νυκτί;»

Είναι αλήθεια ότι οι φούξια φιόγκοι στα ρούχα, τα θεατρικά μαντίλια, τα κολιέ φορεμένα το ένα πάνω στ' άλλο και τα μεσάτα εμπριμέ φορέματα με φουσκωτό, ίσιο ποδόγυρο (απ' αυτά που κάνουν τη γιαγιά μου να με λέει «σαν γιασεμάκι») με κάνουν να νιώθω κάπως άβολα τελευταία. Είναι αλήθεια πως προτιμάω το μαύρο πλισέ φόρεμα, τα χρυσά σανδάλια και το βαφτιστικό μου σταυρό. Είναι αλήθεια πως η αίσθηση κενού μετά το χαζοξενύχτι υπερισχύει κατά πολύ του γάργαρου γέλιου πάνω στο τσούγκρισμα του Μοχίτο. Είναι αλήθεια πως η αυτάρεσκη επίγνωση «και πολλή του πέφτω» και η αγωνιώδης ερώτηση «γιατί δε με θέλει» έχουν μπει σε διαδικασία απολίθωσης κάτω από ιζηματογενή πετρώματα κακών σχέσεων, ενώ στο χώμα από πάνω τους έχουν φυτρώσει σκέψεις τύπου «τι μπορούμε να κάνουμε μαζί». Είναι, επίσης, αλήθεια, πως ακούω περισσότερο και μιλάω λιγότερο. Και γενικά, είναι πολλά πράγματα που κάνω τελευταία και που μοιάζουν με πράγματα που κάνει μια τριαντα-κατιτίς και όχι μια σκερτσόζα κορασίδα με κοτσίδια.

Ωστόσο, συνεχίζω να βγαίνω στα μπαρ, να χαζεύω αριστερά δεξιά, να αναβάλλω τις αληθινές επιθυμίες και να διασπώμαι - σε μια άσκοπη διαδρομή, μάλιστα, κόλλησα στην παρέα ενός δεκάχρονου αγοριού, επειδή και καλά ήταν άσος στα πεντόβολα και η μάνα του του χτένιζε ωραία τα μαλλιά. Το κορίτσι μέσα μου, πάνω στον πανικό της οπισθοχώρησης, ψάχνει τους ομοίους του. Πιάνεται από ένα γερό βράχο και τρίβει στο χώμα την πληγωμένη του πατούσα όπως το άλογο πριν καλπάσει, σε μια από τις τελευταίες προσπάθειες να μην παραδώσει γη και ύδωρ στην ωριμότητα - αυτή τη λέξη που, όταν προφέρεται, ακούγονται από το βάθος επιφωνήματα περιφρόνησης, σαρκαστικά γέλια και ένα «φτου φτου μακριά από μας» με ροκ εκφορά.

Η ωριμότητα είναι κάτι που δεν ξέρω. Την ανιχνεύω και την επιζητώ, αλλά δεν την ξέρω. Τι διαδέχεται την από κεκτημένη ταχύτητα δια-σκεδαστική προσέγγιση στα πάντα; Ξέρω όμως ότι, για να καλοϋποδεχτείς την ωριμότητα, αυτό το επόμενο πράγμα, και να τη νιώσεις στο πετσί σου, χρειάζεσαι παρέα. Μόνη σου δεν κατακτάς παρά μερικούς πόντους από δαύτην, περίπου (περίπου!) όσους έχω μαζέψει. Να γιατί με φοβίζει. Να γιατί είμαι με το ένα πόδι εδώ και με το άλλο εκεί πίσω. Να γιατί ακόμα ρίχνω ένα ξεροκόμματο στο κορίτσι μέσα μου - και μερικά ευρώ, για να ανανεώσει τους φιόγκους του και να μπορώ να τους καμαρώνω. Επειδή μόνη μου δεν ξέρω πώς να εγκατασταθώ σ' αυτή την καινούρια χώρα.

Όταν όμως, μέσα από την ταλαιπωρία, το άγχος και τις αμφιβολίες, πάρω την πράσινη κάρτα, το κορίτσι μέσα μου θα πάψει να απειλείται. Γιατί θα κινείται ελεύθερα μέσα σε όρια - θα έχει το δικό του δωμάτιο για να παίζει.