Showing posts with label Η ζωή απ' την κουλή. Show all posts
Showing posts with label Η ζωή απ' την κουλή. Show all posts

28.7.06

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, θέλω να σου πω πως...

Από πότε ένας πόλεμος σταματάει τους ανθρώπους μιας άλλης γειτονιάς να γράφουν στο ημερολόγιό τους για μικρά πράγματα που δεν εγείρουν ούτε το ένα χιλιοστό του ενδιαφέροντος μίας ανάλυσης για τον επανασχεδιασμό του χάρτη στη μέση ανατολή; Έτσι απάντησα στις ενοχές μου και, σε πείσμα των πιθανών αντιδράσεων τύπου «εδώ ο κόσμος καίγεται και το μουνί χτενίζεται», της υπονόμευσης του «σκεπτόμενου» χαρακτήρα των μπλογκ και της δημοσιογραφικής/αφυπνιστικής τους προσφοράς, θα αφεθώ να γράψω για τα μικρά πράγματα που γράφω πάντα, για τα μικρά πράγματα που είναι η καθημερινότητά μου.


ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΑΒ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ

Τι θαύμα! Ακριβώς τη μέρα που είχε αναγγείλει, το σούπερ μάρκετ της κεντρικής πλατείας Ηλιούπολης άνοιξε αναθεωρημένο και συμπληρωμένο. Κάτω από την τεράστια κόκκινη-μπλε ταμπέλα από γυαλιστερό πλαστικό, οι Ηλιουπολίτες λένε στην υπεύθυνη: «Καλορίζικο! Πολύ ωραίο το φτιάξατε!» και κοιτάνε το ταβάνι, που τώρα πια δεν είναι στο Θεό, αλλά άσπρισε και χαμήλωσε για να απλωθεί ελεύθερα ο δεύτερος όροφος, που ως τώρα ήταν μικρός σαν κεφαλόσκαλο. Οι ταμίες καμαρώνουν και χαμογελάνε. Είναι η πρώτη μέρα που το σούπερ μάρκετ λειτουργεί ανακαινισμένο, και τα ψάρια λάμπουν μέσα στους πάγους τους, τα λαχανικά φωσφωρίζουν τακτοποιημένα και ευθυγραμμισμένα σαν συρτάρια με πτώματα στα αμερικάνικες αστυνομικές ταινίες. Μια παλιού τύπου ζυγαριά ανεμίζει, για να προζυγίσουν οι πελάτες τα φρούτα τους πριν τα πάνε στον κύριο με τις ρυτίδες χαμογελαστής έκφρασης και τα χέρια δεμένα στον ποπό.

Θαυμάζω. Επιτέλους, το σούπερ μάρκετ μου έγινε καθαρό, συμμαζεύτηκε, ράφτηκε, βάφτηκε. Στο κρεοπωλείο είναι ο ηλικιωμένος κοτσωνάτος ανοιχτόχρωμος κύριος με τους αριστοκρατικούς τόπους. «Συγχαρητήρια, θαύμα η ανακαίνιση!» λένε οι γειτόνισσές μου με τα ασπρόμαυρα κλαρωτά φουστάνια και τα βαμμένα θαμπά μαλλιά περμανάντ και τα μάτια τους χαμογελάνε. «Και πού να δείτε πάνω, πήγατε πάνω; Α, είναι καταπληκτικά! Ναι, ναι! Τι να βάλουμε για κιμά; Ελίτσα;» Πηγαίνω πάνω με το ασανσέρ - δεν ξανάγινε εδώ πέρα! Μόλις βγαίνω, με περιμένει φάτσα ένα σταντ με βιβλία - μπεστ σέλερ, όπως ο καινούριος Μικρός Νικόλας, Νταν Μπράουν, και πιο κάτω παιδικά των εκδόσεων Παπαδόπουλος. Ψάχνω τα τελευταία να δω αν υπάρχει κανένα που έχω κάνει διόρθωση εγώ, αλλά δεν υπάρχει, είναι για πολύ μικρά πιτσιρικάκια. Ο όροφος απλώνεται και απλώνεται και βρίσκω μέχρι και ξεβουλωτικό εργαλείο, που παλιά δεν έβρισκα ούτε καλαθάκι για την τουαλέτα. Οι πελάτες περιπλανιούνται και σχεδόν χαμογελούν ο ένας στον άλλον, τύπου «αυτό το μοιραζόμαστε εδώ και τώρα και περνάει μέσα μας σαν συλλογικό βίωμα» - είναι, σε μικρότερη κλίμακα βέβαια, η αίσθηση που υπήρχε στον αέρα τις πρώτες μέρες τις λειτουργίας του μετρό. Μόνο η κορδέλα λείπει - δεν ξέρω, μπορεί και να έκοψαν, μπα, μάλλον όχι.

Ψωνίζω πολλά πράγματα και ξοδεύω όλο το πενηντάρικο που δανείστηκα για μέχρι τη Δευτέρα. Στο ταμείο λίγο σαστίζω: τώρα θα πρέπει να δανειστώ κι άλλα λεφτά. Όμως δε ζητάω να μου αφαιρέσουν τίποτα, η κάρτα μου μαζεύει 18 πόντους (166 - σύντομα 200!), φορτώνομαι τις τσάντες και γυρίζω σπίτι με το στήθος προτεταμένο.


ΠΟΔΙΑ ΣΤΟ ΚΑΘΙΣΜΑ

«Σας παρακαλώ, κατεβάστε το πόδι σας από το κάθισμα» μου είπε ο ταξιτζής. Το αριστερό μου πόδι έχει βγει από τη σαγιονάρα και κουλουριάζεται μισό σταυροπόδι στο κάθισμα. Το κατέβασα, αλλά, ειλικρινά, εφόσον δε φοράω παπούτσι, άρα δε λερώνω το κάθισμα, δε βλέπω γιατί ενοχλώ. Αν το πόδι μου βρομούσε, θα το δεχόμουν. Αλλά το πόδι μου είναι πεντακάθαρο και μυρωδάτο, έχω βάλει και κρέμα και το ίδιο πρωί έπλυνα τις σαγιονάρες. Ρωτάω για να μάθω πώς το βλέπει ο κύριος καθωσπρέπει ταξιτζής. Μου λέει ότι δεν είναι αισθητικά ωραίο. Μα δεν υπάρχει κάποιος δίπλα μου για να υποστεί την «αισθητική προσβολή» και ο οδηγός υποτίθεται ότι βλέπει το δρόμο μπροστά. Άλλο επιχείρημα καθωσπρεπισμού: «Έτσι σε έχουν μάθει να κάνεις;». Ξέρω γω, πρέπει να κάνουμε ό,τι μας μαθαίνουν, επειδή μας το μαθαίνουν; Ο ταξιτζής νομίζει ότι του πάω κόντρα από εγωισμό και το λέει, και επίσης προσθέτει ότι δεν έχω τρόπους επειδή ακόμα δε βγήκα απ' τ' αυγό. Περίεργο, δε χαίρομαι που με έκαναν πάλι μικρή. Και πραγματικά απορώ, μου φαίνεται παραξενιά αυτή η εμμονή με τα πόδια κάτω, δεν του πάω κόντρα ως τώρα, αλλά τώρα θα του πάω, γιατί με προσβάλλει και εύχομαι να είχα πατήσει κουτσουλιές και να του λέρωνα το πατάκι. Και στο μυαλό μου έρχεται η χτεσινή σκηνή στο Ηρώδειο:

Δίπλα μου κάθεται μια κυρία με τον κανακάρη της, ηλικίας φοιτητή. Οι παραδιπλανές της, δύο φίλες, μαζεύουν τα πόδια στο στήθος και τα αγκαλιάζουν, τα πέλματά τους πάνω στο μαξιλαράκι του Ηρώδειου, οι σαγιονάρες κάτω. Η κυρία σηκώνεται και ζητά από την ταξιθέτρια να της αλλάξει θέση. Η ταξιθέτρια λέει ότι δε γίνεται. Η κυρία μεταφέρει τα κακά νέα στο γιο της αγανακτισμένη. «Μα είναι πράγματα αυτά; Πώς το επιτρέπουν;» Οι φλέβες της έχουν τσιτωθεί κάτω από το κολιέ. Η φίλη μου αντιδρά πολύ χαριτωμένα: «Άντε, άντε, περάστε τώρα, δεν πειράζει, καλέ!».

Ο ταξιτζής έχει βγει από τα ρούχα του (όχι όμως από τα παπούτσια του). Μα τι μανία να είναι τα πέλματα καρφωμένα στη γη! Εκεί, στο καθήκον. Δικαιούνται μόνο επαφή με το έδαφος, όπως το βλέμμα των βοδιών στο χωράφι δικαιούται να κοιτάει μόνο μπροστά, στριμωγμένο στις παρωπίδες. Τα πέλματα είναι μέλη βήτα κατηγορίας, η σάρκινη υπόστασή τους δεν έχει τη γοητεία του ώμου, του λαιμού, του καρπού, του αφαλού. Είναι απλώς πόδια, ταπεινά εργαλεία για το βάδην και την ορθοστασία, που προκαλούν αμηχανία και καλύτερα να μην τα εξισώνουμε με το υπόλοιπο κορμί. Καλύτερα να τα κρύβουμε και, αν γίνεται, να τα τυλίγουμε και μέσα στο σεντόνι όταν είμαστε στο κρεβάτι. Θα υπερβάλω αν πω ότι ο κόσμος είναι αποξενωμένος από το σώμα του; Αν πω ότι η οικειότητα με το πόδι εμπίπτει πλέον στην κατηγορία της ποδολαγνείας (και μόνο έτσι ίσως θα γινόταν αποδεκτή);

Ξέρω ωστόσο ένα επιχείρημα που θα είχε μεγάλες πιθανότητες να πιάσει και στις δύο περιπτώσεις: «Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, Ο Σωκράτης, ο Σοφοκλής, ο Ηρόδοτος και πολλοί άλλοι, καθόντουσαν με τα πόδια στο ίδιο ύψος με τον κώλο». Δεν το επιχειρώ. Κάνω απλώς μια νοερή σημείωση, τιμώντας όλα τα παραμελημένα και ταπεινωμένα πόδια αυτής της πόλης, να φερθώ έξτρα τρυφερά στο πρώτο ζευγάρι πόδια που, όπως μια πλάτη, ένα στομάχι, ένα πουλί, θα βρεθεί γυμνό, έξω από τα σεντόνια, στο κρεβάτι μου.

24.6.06

Λίστα

Πράγματα για τα οποία αγχώνομαι, αλλά, παρ' όλο που είναι πολύ απλό να κλείσω την κάνουλα απ' όπου ξεπηδά το άγχος, αδρανώ κι έτσι συνεχίζω να καρα-αγχώνομαι:

-Μήπως τα σαφρακιασμένα από την αφυδάτωση λουλούδια στις αρτάνες μαραθούν ανεπιστρεπτί. Ωστόσο, κάθε πρωί που βλέπω το χάλι τους, σκέφτομαι ότι βιάζομαι τρελά και α, δε γίνεται, θα τα ποτίσω το βράδυ. Μέχρι το βράδυ, αλλά και μέχρι το πρωί -διότι και το βράδυ το αναβάλλω- ζω με ενοχές.
-Μήπως εξαντληθούν τα εισιτήρια για τα θεάματα του καλοκαιριού που με ενδιαφέρουν και χάσω κι άλλα εκτός από αυτά που έχω χάσει ήδη. Ωστόσο, κάθε φορά που περνάω από τα ταμεία του Φεστιβάλ ή το Ticket House κτλ., θεωρώ πρωτεύον να ικανοποιήσω μια από το πουθενά πείνα/νύστα/ζέστη και αλλάζω πορεία. Τις νύχτες έχω εφιάλτες ότι δεν καταφέρνω να δω Antony & The Johnsons.
-Μήπως μου έρθει ο επόμενος λογαριασμός του ΟΤΕ κατακούτελα, εξαιτίας του εξαντλητικού σέρφινγκ στο Ιντερνέτι. Ωστόσο, δε βάζω adsl, διότι και καλά δεν ξέρω ποια εταιρεία να διαλέξω και διότι προηγείται η αποσύνδεση isdn, που πρέπει να κάνει ο τοπικός ΟΤΕ. Το γεγονός ότι παίρνω τον ΟΤΕ τηλ. και δεν απαντά μου προκαλεί παράλογη ανακούφιση. Η υποψία ότι το τηλ. του ΟΤΕ που παίρνω είναι λάθος δεν αρκεί για να μην ξανακαλέσω σε αυτό και να ψάξω το σωστό, αλλά αρκεί για να γιγαντωθεί η σκιά της Ερινύας που παίρνει τη μορφή του πορτοφολιού μου και φωνάζει στο αυτί μου: Γιάννη, γιατί έκοψες το πεύκο, γιατί, γιατί; (δε λέει αυτό, αλλά την πιάνετε την ατμόσφαιρα).

Και το μέγα άγχος:

-Μήπως κάποιος μου αφήσει μήνυμα στη στήλη της Αthens Voice ΣΕ ΕΙΔΑ και δεν το πάρω χαμπάρι ποτέ, χάνοντας τη γνωριμία του αιώνα. Ωστόσο, βαριέμαι τρελά να διαβάζω τη στήλη (η οποία έχει γίνει και τεράστια δηλαδή). Οι Αthens Voice κάνουν ντάνα στο σαλόνι, ντάνα η οποία όπου να 'ναι θα φλερτάρει με τις κατσαρίδες, ντάνα η οποία ξεφτιλίζει τη χρησιμότητα του coffee table, ντάνα η οποία θα ψηλώσει, θα ψηλώσει, θα ψηλώσει και μια μέρα θα πέσει πάνω μου και θα με θάψει κάτω από ένα χαρτοπολτό ψυχαναγκαστικής εκκρεμότητας.

...

Συμπεράσματα:
1. Νομίζω ότι πρέπει να παζαρέψω την τιμή της συνεδρίας με τον ψυχοθεραπευτή μου.
2. Ευτυχώς που δεν έχει και η Lifo ΣΕ ΕΙΔΑ.

12.6.06

Small time crooks*

Οι κλέφτες ήταν δύο και μαύροι. Και, μπορεί στο ανθρωποκυνηγητό να έχασαν τις παντόφλες τους, αλλά τουλάχιστον βούτηξαν τη σωστή τσάντα: Ανάμεσα σε πορτοφόλι, ταυτότητα, διαβατήριο, δίπλωμα οδήγησης, κλειδιά σπιτιού, κλειδιά αυτοκινήτου, κινητό κτλ., υπήρχαν και δύο προσκλήσεις για την εμφάνιση του 50 Cent. Πιθανότατα σε ένδειξη ευγνωμοσύνης που ανέλπιστα θα βρεθούν να παρακολουθούν τo live του brother, άφησαν να πέσει στην άσφαλτο το πιο πολύτιμο αντικείμενο της τσάντας: η κολώνια. Διότι όλες οι φυλές γνωρίζουν και σέβονται ότι πάνω απ' όλα είμεθα γυναίκες.

Ευχαριστούμε και καλή διασκέδαση!


*Στην Έφη, που η εφηβική φωτό της ταυτότητάς της χάθηκε για πάντα.

28.4.06

Χάσμα γενεών

Είπε ο άνθρωπος:

Δεν την καταλαβαίνω τη νέα γενιά...

Ήταν η Χι στο πάρτι...

Και νόμιζα ότι τα είχε με τον Ψι...

Αλλά όλο το βράδυ ήταν κάπως...

Και μπερδεύτηκα...

Αναπολώ τις εποχές που καταλαβαίναμε πότε κάποιος είναι ζευγάρι...

27.4.06

Θείος Μίμης

Ο Θείος Μίμης είναι κάτι σαν τον οικογενειακό μας γκουρού. Είναι εξαιρετικά έμπειρος αστρολόγος και χειρομάντης - ίσως όχι τόσο καλός χειρομάντης όσο εκείνος ο Ταϊλανδός μαθουσάλας που ήταν υπεύθυνος για την πρώτη μεταφυσική εμπειρία του (θείου Μίμη) αρχές δεκαετίας '70, στο δεύτερό του ταξίδι με πλοίο φορτηγό, αλλά πάντως καλός. Γι' αυτό και δεν τον πολυρωτάω να μου πει. Σήμερα όμως ο διάολος με κούντησε, που θα 'λεγε κι η γιαγιά μου.

Έδωσα πληροφορίες για το κωδικό όνομα "Τομ-Αργοστόλι". Ημερομηνία, ώρα, χρονολογία γέννησης. Ο θείος Μίμης σταύρωσε λίγο πιο σφιχτά τα πόδια στον καναπέ και σε λιγότερο από μερικά δευτερόλεπτα είπε τη φράση 1:

ΑΥΤΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ Ή ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΟ ΔΕΡΜΑ Ή ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΑΣΧΗΜΟ.

Του είπα ότι τώρα με κουφαίνει. Και είπε τη φράση 2:

Ο ΑΞΟΝΑΣ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ ΤΟΥ... ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΔΕΝ ΣΥΜΠΕΡΙΦΕΡΟΝΤΑΙ ΟΠΩΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ, ΚΙΝΟΥΝΤΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΑ.

Του είπα ότι τώρα με σοκάρει. Και είπε τη φράση 3:

ΕΧΕΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΤΑΡ.

Δεν του είπα τίποτα, μόνο τον κοιτούσα καθώς πήγαινε να ανοίξει τον υπολογιστή και τη βίβλο της καρμικής αστρολογίας.

16.4.06

Πήγα κι εγώ στην Boom Boom (αν και αυτός ο τίτλος αδικεί το ποστ)

Την ντισκοτέκ εννοώ, στη συμβολή Θησέως και παραλιακής, για την οποία μιλάνε τα παιδιά της νύχτας και έγραψαν τα φριπρέσια. Ένα μέρος όπου η φράση «'80s revival» δε σημαίνει τίποτα.

ΣΤΑΔΙΟ ΠΡΩΤΟ: Θαλπωρή, οικειότητα. Ενθουσιασμός με τα αυτοκόλλητα-καρδούλες «I love Boom Boom» και με τον DJ Soulis, που μιλάει πάνω από τα κομμάτια ανοίγοντας διάλογο με τους τραγουδιστές. Σαστιμάρα με τα τοιχοκολλημένα A4 «Απαγορεύεται το κάπνισμα και το τρενάκι στην πίστα (για τη δική σας ασφάλεια)» και «Μην παρκάρετε στο διάδρομο, ενοχλείτε τους σερβιτόρους» («Δε νιώθεις εδώ μέσα ότι κάποιος θα σου κάνει παρατήρηση;»). Είναι απελευθερωτικό που ο καθένας χορεύει με κινησιολογία όποιου μουσικού ρεύματος του καπνίσει (και μερικοί μπροστά στον καθρέφτη, σαν να έχουν πίσω τους καμιά δεκαριά άτομα να μιμούνται τις κινήσεις τους σε πρόγραμμα step-aerobics). Παραμερίζοντας την κουρτίνα και κοιτώντας έξω από το παράθυρο, βλέπεις γραμμένο στον απέναντι τοίχο του δρόμου με μαύρα γράμματα: «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ» - αυτοί ο ρόλοι τοίχου και κουρτίνας σανιδώνουν το κέφι μας. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι ο τρόπος που διασκεδάζαμε τότε αντικατοπτρίζει τη σαφήνεια εκείνης της εποχής: Αν θες να χορέψεις ή να φλερτάρεις, πας στην πίστα, αν θες να πιεις, να καπνίσεις ή να συζητήσεις, κάθεσαι στο τραπέζι. Σήμερα στα κλαμπ τα μπουρδουκλώνεις αυτά, τα κάνεις όπως λάχει και όλα μαζί, σαν ένας ασαφής τουρίστας στη χώρα της φλουότητας.

ΣΤΑΔΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: Χορός. Όταν χορεύουμε, δε σκεφτόμαστε.

ΣΤΑΔΙΟ ΤΡΙΤΟ. Αφόρητη ζέστη («κλιματισμός κι αυτός '80s»). Αδιέξοδο με το ότι οι δυνατότητες σε αυτό το μέρος εξαντλούνται: πήρες και από πίστα, πήρες και ποτό, κουβέντιασες, πέρασες από όλα τα στάδια - και τώρα; Είσαι άνθρωπος των 00s, που η ασάφεια του δίνει την ελπίδα και που οτιδήποτε ασάρωτο του φαίνεται πιο πλούσιο, κι όμως ένας κάποιος τρόμος πλανάται για τη στιγμή που θα περάσεις από την έξοδο και θα βρεθείς στα 00s. Οι παράξενα ντυμένοι και κατά λάθος ντεμοντέ άνθρωποι φαντάζουν πολύ μόνοι. Τα 80s κομμάτια είναι τα πολύ προβλέψιμα και η μουσική προέρχεται και από τα 70s και από τα 90s. Δεν είναι και ό,τι καλύτερο όλο αυτό, αλλά δεν προκαλεί όση αμηχανία προκαλούν τα νησιώτικα. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι δεν μπορείς να προσλάβεις με φυσικότητα το μεταμοντέρνο, αν το συνολικό τοπίο δεν είναι μεταμοντέρνο: Χτες στο μπαρ Άνθρωπος, το ότι ο dj πέρασε από τoυς Peppers σε νησιώτικο δε γέννησε κανένα συλλογισμό. Σήμερα στην ντισκοτέκ οτιδήποτε εκτός από ντίσκο ακούγεται άσχημο και ύποπτο.

ΣΤΑΔΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ. Σε αυτό το στάδιο, έχουμε φύγει από την Boom Boom, έχοντας πάρει ο καθένας το αναμνηστικό του δωράκι που μας κάνει να νιώθουμε σαν να φύγαμε μόλις από παιδικό πάρτι. Νοσταλγούμε ήδη την ντισκοτέκ, μάλλον γιατί φύγαμε πριν από τα «μπλουζ». (Εμένα η φάση με τα «μπλουζ» ίσως να με κατέθλιβε, γιατί δεν είχα αγαπημένο να χορέψω μαζί του κι έτσι δε θα μπορούσα να πάρω σοβαρά και αυτόν το χορό, όπως τους άλλους, αλλά θα έπρεπε να τον δω χλευαστικά, όπως θα ταίριαζε σε ένα 80s revival, κάτι που δεν είχε καμία θέση εδώ.) Το πάρτι κάποιου φρι περιοδικού όπου πηγαίνουμε είναι απολύτως χάλια. Το να σκεφτώ αν αυτό έχει να κάνει με τα 00s μου φαίνεται κουραστικό και άκυρο.

ΣΤΑΔΙΟ ΠΕΜΠΤΟ. Μια μίνι περιπλάνηση στην Αθήνα αποκαλύπτει ότι όλα τα μπαρ κλείνουν. Όλα; Όχι. Υπάρχει ένα μπαρ-ηπερήρωας που αντιστέκεται στην ηλιακή εισβολή. Μια κουβέντα για θέματα που μας απασχολούν ξεδιπλώνεται, από την οποία λείπουν οι ατάκες και περισσεύει η προσήλωση. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι αυτό το πράγμα (η κουβέντα, όχι το μπαρ) είναι υπεράνω δεκαετιών. Έτσι, δεν έχει συντεταγμένες και γι' αυτό το βρίσκεις πολύ εύκολα και πολύ δύσκολα, παντού και πουθενά, κι ακόμα, ξέρεις και δεν ξέρεις πώς και πότε θα το ξαναβρείς.

ΣΤΑΔΙΟ ΕΚΤΟ. Ποστάρω τη βραδιά, είναι 9.39. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι υπάρχει κάποιος άνθρωπος που θα ήθελα πολύ να ήταν τώρα εδώ, για να τα κουβέντιαζα όλα αυτά μαζί του τρώγοντας την ομελέτα, αντί να τα γράφω σα μαλάκας στο μπλογκ μου.

14.2.06

"Ya won't believe in me, but you would fancy leprechauns or groundhogs" - Cupid Valentine

Got a sweet lil' darling back in my corner / Below I know I love her, but act like I don't want her / Surrounded by the lonely, but yet feel like a loner / Could be an organ donor / The way I give up my heart, but / Never know because - shit, I never tell her! / Ask me about my feelings I'd holla' that it's irrela' / I don't get myself caught up in the Jello gella' / And puddin' pops, that others opt to call falling in love...

Happy Valentine's, Happy Valentine's / Happy Valentine's Day, Happy Valentine's Day*

*Outcast

21.1.06

Foot massage

Vincent:
"I ain't saying it's right. But you're saying a foot massage don't mean nothing, and I'm saying it does. Now look, I've given a million ladies a million foot massages, and they all meant something. We act like they don't, but they do, and that's what's so fucking cool about them".

Ύστερα από 16 ώρες, βγάζω τα εννιάποντα τακούνια και σέρνω τις γυμνές πατούσες μου πάνω στο παχύ χαλί. Ο πόνος δεν περνάει. Tέτοιες ώρες θα ήθελα να είμαι η Ούμα Θέρμαν στο Pulp Fiction.

Ή η σύζυγος που θα κοιμηθεί αυτό το βράδυ με τον αυτοκράτορα στο Σήκωσε τα κόκκινα φανάρια.

3.12.05

ΣΟΚ

Γυαλιά, κλειδιά, τσιγάρα, αναπτήρας, πορτοφόλι, κινητό.
Γυαλιά, κλειδιά, τσιγάρα, αναπτήρας, πορτοφόλι, κινητό.
Γυαλιά, κλειδιά, τσιγάρα, αναπτήρας, πορτοφόλι, κινητό.
Γυαλιά, κλειδιά, τσιγάρα, αναπτήρας, πορτοφόλι, κινητό.
Γυαλιά, κλειδιά, τσιγάρα, αναπτήρας, πορτοφόλι, κινητό.
Γυαλιά, κλειδιά, τσιγάρα, αναπτήρας, πορτοφόλι, κινητό.
Γυαλιά, κλειδιά, τσιγάρα, αναπτήρας, πορτοφόλι, κινητό.
Γυαλιά, κλειδιά, τσιγάρα, αναπτήρας, πορτοφόλι, κινητό.
Γυαλιά, κλειδιά, τσιγάρα, αναπτήρας, πορτοφόλι, κινητό.
Γυαλιά, κλειδιά, τσιγάρα, αναπτήρας, πορτοφόλι, κινητό.
Γυαλιά, κλειδιά, τσιγάρα, αναπτήρας, πορτοφόλι, κινητό.
Γυαλιά, κλειδιά, τσιγάρα, αναπτήρας, πορτοφόλι, κινητό.
Γυαλιά, κλειδιά, τσιγάρα, αναπτήρας, πορτοφόλι, κινητό.
Γυαλιά, κλειδιά, τσιγάρα, αναπτήρας, πορτοφόλι, κινητό.
Γυαλιά, κλειδιά, τσιγάρα, αναπτήρας, πορτοφόλι, κινητό.

Γιατρέ, επαναλαμβάνει αυτές τις λέξεις με αυτήν ακριβώς τη σειρά από τη στιγμή που τη βρήκαμε, δεν έχει σταματήσει λεπτό. Στο λόφο του Στρέφη, στο θεατράκι, ξαπλωμένη σε μια κερκίδα. Ναι, μόνη. Μπα, δε μας φάνηκε να είχε πάρει κάτι. Ούτε μύριζε αλκοόλ. Ανοίξαμε την τσάντα της, όλα καθωσπρέπει, και ήταν καλά ντυμένη, την είδατε. Μήπως τη χτύπησε κάποιος; Την εξετάσατε; Έχει σημάδια; Α, και στο χέρι της κρατούσε αυτό εδώ το προσκλητήριο.

25.11.05

Κάτι μας είπες

Ο Γκούγκλης είναι φίλος μου. Και θέλει να με προστατέψει. Γι' αυτό, βάζοντας το μπλογκ μου κάτω από τις συγκεκριμένες λέξεις-κλειδιά, μου έστειλε ένα μήνυμα. Τον ευχαριστώ που μπήκε στον κόπο να με πληροφορήσει ότι...


Νιώθω ήδη καλύτερα: τουλάχιστον εγώ δεν έχω πάρει τόση σαβούρα ώστε να πληκτρολογώ το πρόβλημά μου στο google για να βρω λύση και συμπαράσταση.

3.10.05

Πίτσα και κοκακόλα*

Σε αυτόν το συνδυασμό θα ξοδέψω τα τελευταία 15 ευρώ που έχει το πορτοφόλι μου, γιορτάζοντας τη λήξη ενάμισι μερόνυχτου όχι-και-ακραία-παραγωγικής εργασίας με κόστος: μια μάζωξη για αποχαιρετισμό ανθρώπου που πάει για δύο χρόνια Πορτογαλία, ποτό με άνθρωπο που φεύγει σε τέσσερις μέρες για Γερμανία, το Βroken Flowers, βασικά ψώνια στο σουπερμάρκετ, συνάντηση με την αδερφή μου που ήδη έφυγε για Χίο, αλλαγή ζευγαριού παπουτσιών που πήρα προχτές σε λάθος χρώμα, διάβασμα πριν κοιμηθώ (αφού δεν κοιμήθηκα), ραντεβού με φίλη για από κοινού διερεύνηση επαγγελματικών προοπτικών, επιτακτική housework, κουβέντα στο MSN χωρίς ενοχές.

Εύχομαι πραγματικά η πίτσα και κοκακόλα που θα μου φέρουνε να έρθει εγκαίρως. Αν αυτό δε συμβεί, θα αλλάξω τον τίτλο του ποστ σε Πίτσα και κόκαλα.

*UPD: Η κρατσανιστή ζύμη ήταν άψητη και μουλιασμένη και η κοακόλα (ΝIVA, γράφεις) σε λάθος μέθεγος. Θα συμφωνήσετε, πιστεύω, ότι μετά απ' αυτά ο ενδεδειγμένος τίτλος του ποστ είναι Πίτσα και πούπουλα.

18.8.05

Γιατί δε στέλνεις στην Ελευθεροτυπία;

Διότι σκέφτομαι σοβαρά την αυτοδικία. Άκου:

1. Μαθαίνω από το πρακτορείο ότι το πλοίο Ανθή-Μαρίνα φεύγει στις 12 το βράδυ για Πάτμο και υπάρχουν 1000+ εισιτήρια διαθέσιμα. Φήμες λένε ότι πρόκειται για πλοίο που ανήκει στην κατηγορία των σκυλοπνιχτών Ροδάνθη, Δημητρούλα και τα σχετικά. Δε πα να φακ. Εγώ άντεξα ολόκληρο Εφιάλτη στα φιόρδ με το M/S Lofoten. Αποφασίζω να ταξιδέψω.

2. Κάνω αγώνα δρόμου για να πληρώσω λογαριασμούς που λήγουν, να κάνω απόψυξη στο ψυγείο, να βάλω πλυντήριο με τα άπλυτα της Βουδαπέστης, να κάνω αποτρίχωση, μπάνιο, να βρω σκηνή και υπνόσακο, να πακετάρω. Ιδρωμένη, καλώ ταξί στις 11.

3. Φτάνουμε με τον ταξιτζή του Αστέρα στον Πειραιά σε 15 λεπτά και για άλλα 15 κάνουμε βόλτες όλο το λιμάνι για να βρούμε από ποια πύλη αναχωρεί το Ανθή-Μαρίνα, διότι δεν υπάρχει ψυχή τέτοια ώρα πουθενά για να μας πει. Είναι πολύ ρομαντικά.

4. Βρίσκουμε έναν ξεχασμένο λιμενεργάτη που μας υποδεικνύει την πύλη Ε1, λέγοντας ότι το πλοίο δεν είναι εδώ και θα έρθει σε λίγο. Εγώ παραξενεύομαι, διότι ξέρω ότι από κει φεύγουν πλοία για ΒΑ Αιγαίο, όχι για Δωδεκάνησα. Και επίσης δυσανασχετώ, γιατί, αφού το πλοίο δεν έχει έρθει ακόμα, σημαίνει ότι θα φύγει κατά τη 1. Φακ. Τζάμπα άφησα άπλυτα τα ποτήρια για να προλάβω.

5. Φτάνουμε στην Ε1, όπου επικρατεί η απόλυτη ερημιά. Ούτε ποντίκι δεν περνάει. Εγώ, που δε φοβάμαι να περιπλανηθώ μόνη τη νύχτα σε ξένη χώρα με όλα μου τα λεφτά σε μια μπανάνα που κάνε μπαμ, ψιλοστραβώνω που θα περιμένω μόνη μου το πλοίο, το οποίο δε φαίνεται πουθενά. Τέλος πάντων, αποβιβάζομαι και πληρώνω 15 ευρώ.

6. Προχωράω προς το Σταθμό Επιβατών, για να βρω κανέναν να μου επιβεβαιώσει ότι περιμένω στο σωστό σημείο. Οι καθαρίστριες σκουπίζουν, ο σταθμός κλείνει. Ρωτώ να μάθω την αλήθεια (κι όλο μου λένε παραμύθια). Ένας απ' το μαγειρείο σπεύδει να με πληροφορήσει ότι η Ανθή-Μαρίνα φεύγει μεν από την Ε1, αλλά όχι από δω, αλλά από πίσω, κοντά στην Ε2. Μου εξηγεί αναλυτικά πώς να πάω με τα πόδια, αν και δεν είναι και δίπλα. Στο μεταξύ η ώρα είναι 11.40.

7. Παίρνω τηλέφωνο το ραδιοταξί Αστέρας. «Γεια σας, ένας οδηγός σας με πήρε κούρσα από Ανθίμου Γαζή, αλλά είμαι σε λάθος πύλη, μπορεί να γυρίσει, αν είναι εδώ κοντά, γιατί έχω πολλά μπαγκάζια;». Η κοπέλα τον ειδοποιεί και μου λέει να τον περιμένω εκεί που με άφησε. Δόξα σοι.

8. Ο ταξιτζής έρχεται και συνεχίζουμε τη ρομαντική μας αμαξάδα στο λιμένα Πειραιώς, με πιο συγκεκριμένες οδηγίες αυτή τη φορά. Φτάνουμε επιτέλους στο σωστό σημείο, αλλά επειδή πολλά είδαν τα μάτια μας (εκτός από πλοίο), σταματάμε να ρωτήσουμε κι ένα λιμενικό τον οποίο βρήκαμε εύκαιρο πού βόσκει πια αυτό το φάντασμα Ανθή-Μαρίνα.

9. «Το Ανθή-Μαρίνα αναχώρησε στις 8. Η εταιρεία έκοψε εισιτήρια για λάθος ώρα. Αν έχετε εισιτήριο, πηγαίνετε εκεί κι εκεί για να κάνετε διακανονισμό». Συγγνώμη, μπορείτε να επαναλάβετε; «Το και το». Σε ποια εταιρεία ανήκει το πλοίο; «Στην GA Ferries». Στο ένα λεπτό που μιλάμε με το λιμενικό, μαθαίνουν επίσης τα μαντάτα και διάφοροι άλλοι επίδοξοι επισκέπτες της Πάτμου. Δύο ξένες κοπέλες με σάκους στην πλάτη στέκονται σαν χαμένες και προσπαθούν μάλλον να θυμηθούν γιατί απ' όλες τις χώρες του κόσμου διάλεξαν να «ζήσουν το μύθο τους στην Ελλάδα».

10. Με πόνο δίνω εντολή στον ταξιτζή να επαναλάβει την κούρσα προς τα πίσω. Άλλα 9 ευρώ. Με κερνάει τσιγάρο και κουνάει το κεφάλι του. «Εγώ δε φταίω, δεσποινίς». Τι να φταις εσύ, άνθρωπε; Που έχασα τα λεφτουδάκια μου, το χρόνο μου, τη βραδιά μου και το χάι μου; Που θα έχεις ωραία ιστορία να λες στους μελλοντικούς πελάτες; Ή που ο Αγούδημος, ως απατεώνας και τρελός Κεφαλονίτης, και έχοντας πληρώσει μπόλικα πρόστιμα για τις καθυστερήσεις, εμπνεύστηκε, φαίνεται, το σύστημα «πρόωρη αναχώρηση» μπας και ρεφάρει;

Παίζει και να ξαναγυρίσω κεντρική Ευρώπη. Αμέσως μετά την αυτοδικία. (Καπετάν Μάκη και κυρά Ανθή-Μαρίνα, θα βρω πού μένετε.)

23.6.05

Σήμερα...

...Μπήκα στην Αγροτική Τράπεζα και περίμενα με νούμερο, ενώ είχα μαζί μου επιταγή και βιβλιάριο της Εθνικής. Για το λάθος μου με πληροφόρησε η γκισετζού. Έφυγα ντροπιασμένη και πήγα στην Εθνική. Με στείλανε στο διπλανό υποκατάστημα. Από κει με στείλανε στο πιο κάτω υποκατάστημα. Στο πιο κάτω υποκατάστημα ο φύλακας με συνόδεψε ο ίδιος μέχρι την προηγούμενη πόρτα. Εκεί με δεχτήκανε ευγενικά και πήγα να πάρω νούμερο. Είδα ότι ο κόσμος καθόταν στις καρέκλες των υπαλλήλων, λόγω απεργίας. Σε μερικές καρέκλες κάθονταν δύο μαζί. Μερικοί κάθονταν πάνω στο τραπέζι του διευθυντή. Το νούμερό μου έγραφε 527 και εκείνη την ώρα εξυπηρετούνταν το 211.

...Συνάντησα τη φίλη της μαμάς μου, για να μου δώσει το κάλυμμα που έραψε η μαμά μου για τον καναπέ μου. Κουβάλησα τη σακούλα με το κάλυμμα στη δουλειά. Όλες κοιτούσανε τη σακούλα γιατί νομίζανε ότι είχε μέσα κανένα καινούριο ρούχο. Δε με ρωτήσανε τι είχε κι εγώ δεν είπα. Η θεία μου με ειδοποίησε να πάω απόψε σπίτι της να πάρω ένα στρωματάκι που έστειλε η μαμά μου, συμπληρωματικό του καλύμματος. Της είπα ότι δεν το βλέπω για απόψε. Πιο αργά μου τηλεφώνησε η μαμά μου στη δουλειά και ζήτησε να μάθει αν ήταν εντάξει οι διαστάσεις του καλύμματος, γιατί είχε αγωνία. Με ρώτησε επίσης αν πήρα το στρωματάκι.

...Ένας συνάδελφος γύρισε από τις διακοπές μαυρισμένος σαν Αλγερινός, με κατακίτρινο φανελάκι και σαγιονάρες Havayanas. Κάτσαμε πάνω σε κάτι ντουλάπια και τα λέγαμε. Επαίνεσα με ενθουσιασμό τους λείους, γυμνασμένους ώμους του, αλλά εκείνος μου είπε «Παιδί μου, μη με κοιτάς έτσι, λες και θέλεις να με γαμήσεις», κι έτσι πήρα ένα πιο κουλ βλέμμα. Ύστερα από λίγη ώρα, ήμασταν ακόμα πάνω στα ντουλάπια και τα λέγαμε, έχοντας απλώσει και τα πόδια μας δεξιά αριστερά. Τότε πέρασε ο αφέντης και μου 'δωσε μια μεταξύ γονάτου και μπουτιού. Μπορώ να πω ότι βρήκα τη χειρονομία πολύ στοργική. Ο συνάδελφος με έδειχνε με το δάχτυλο για περίπου ένα λεπτό λέγοντας ότι κοκκίνισα.

...Έφερα στη δουλειά ταπεράκι με ολιστικό φαϊ - βρασμένα λαχανικά, ρύζι, αυγά. Τα έφαγα με ευχαρίστηση. Το βραδάκι άρχισα πάλι να πεινάω, αν και το απόγευμα είχα φάει κεράσια και ένα ροδάκινο. Δεν μπορούσα να φύγω από το γραφείο, κι έτσι παράγγειλα ένα πιάτο. Η επιλογή μου (βραστό μπρόκολο με σολομό) ήταν αποτυχία. Το γραφείο μου βρόμισε ψαρίλα. Για να φτιάξω τη γεύση μου κατέβηκα στο περίπτερο και πήρα γεμιστά μπισκότα Παπαδοπούλου. Έφαγα μερικά μαζί με τσάι βουνού. Το στομάχι μου φούσκωσε και η κοιλιά μου άρχισε να κάνει θορύβους. Έπαθα ταχυπαλμία. Φεύγοντας από το γραφείο αγόρασα μια σόδα. Στο τρένο έβλεπαν την κοιλιά μου. Τώρα πίνω τη σόδα μου. Όταν σουφρώνω τη μύτη μου, μου 'ρχεται ακόμα η ψαρίλα.

15.6.05

Ρρροοοάααααααρρρρ

Όταν τινάζεσαι το πρωί έντρομη από το κρεβάτι σου εξαιτίας ενός βρυχηθμού που σε κάνει να σκέφτεσαι ποιος και γιατί σε εγκατέλειψε χτες το βράδυ στη ζούγκλα με τα άγρια θηρία, πρέπει να δεχτείς ότι ο ύπνος σου, έστω και εννιάωρος, έστω και με λήψη χαπιού πασιφλόρας, έστω και με κλειστό το κινητό και την παροχή ρεύματος στην κρεβατοκάμαρα, πήγε στράφι. Ακόμα κι όταν συνειδητοποιήσεις ότι η ζούγκλα η οποία σε περιβάλλει είναι ο κήπος του γείτονα, και το λιοντάρι που σε ξύπνησε η μηχανή του γκαζόν.

Να ακυρώνεται άραγε κι ολόκληρη η ζωή σου από τον τρόπο που πεθαίνεις;

3.6.05

Desperate non-wives


Η κυρία επισκέπτρια της νέας μαμάς προς τις δεσποινίδες επισκέπτριες (εμένα και τη φίλη μου): «Κορίτσια, κάντε παιδιά κι ας μην έχετε δεσμό. Ή, κι αν έχετε δεσμό και δεν πηγαίνει καλά, δεν πειράζει. Θα σας μείνει τουλάχιστον το παιδί».

Η γιαγιά μου προς εμένα: «Κόρη μου, δεν πειράζει κι άμα δεν έχεις βρει κανένανε. Παιδιά όμως να κάνεις, κι ας μην παντρευτείς».

Οκέι. Άντε και συμφώνησα. Πώς το χειρίζομαι; Θυμίζω στο δεσμό να αφήσει λίγο σπέρμα στο ψυγείο πριν φύγει; Σταμπάρω κάποιον και του λέω: «Παλικάρι, καλό το κόβω το DNA σου θες να γίνεις ο πατέρας του παιδιού μου;»; Ή μήπως απλώς ψαλιδίζω την άκρη του προφυλακτικού;

Δηλαδή, πλιζ.

27.5.05

Εφιάλτης στο δρόμο με τις κρέπες

Αν με ρωτήσεις, θα σου πω ότι οι κρέπες μού αρέσουν. Στην πραγματικότητα όμως είναι ελάχιστες οι φορές που έχω φάει μια κρέπα της προκοπής.

Κάθε φορά που φτάνω σ' ένα κρεπατζίδικο (δε λέω «κρεπερί», για να δώσω την εικόνα του ορθάδικου), έχω ήδη φαντασιωθεί μια ζουμερή κρέπα, αφράτη και γεμάτη με πλούσιο και ποικίλο περιεχόμενο. Μου τρέχουν τα σάλια και αδημονώ να παραγγείλω. Έρχεται λοιπόν η σειρά μου και φτάνω στη βιτρίνα με τα υλικά γέμισης. Εκεί είναι που η φαντασίωση καταστρέφεται.

Σε κανένα από τα μεμονωμένα συστατικά που βλέπω αραδιασμένα μπροστά μου δεν αναγνωρίζω την ικανότητα ουσιαστικής συμβολής στο λαχταριστό μείγμα που έχω στο μυαλό μου. Το κάθε συστατικό από μόνο του φαίνεται μια χαρά, αλλά συγχρόνως ξένο προς το (παροιμιωδώς ασαφές) σύνολο που έχω φανταστεί. Ωστόσο, ο υπάλληλος περιμένει την παραγγελία. Ξεκινάω λοιπόν από το τυρί, που είναι το σίγουρο. Πάντα περνάει από το μυαλό μου η σκέψη να ζητήσω διπλό τυρί, αλλά, άγνωστο γιατί, δεν το κάνω ποτέ. Μετά πάω στο αλλαντικό. Κόκκινα λαμπάκια αναβοσβήνουν αντανακλαστικά μέσα στο κεφάλι μου στη θέα του ζαμπόν, του μπέικον και του σαλαμιού αέρος, κι έτσι, μοιραία, καταλήγω στη γαλοπούλα.

Σε αυτό το σημείο έχω ήδη διαισθανθεί την αποτυχία. Επιστρατεύοντας όμως τη λογική, που λέει ότι έχω ακόμα πάρα πολλές επιλογές και ότι το μέλλον (της κρέπας) το φτιάχνουμε εμείς, αναγεννάται η ελπίδα να δημιουργήσω το λαχταριστό συνδυασμό που ονειρευόμουν. Πηγαίνω λοιπόν στα λαχανικά. Αυτόματα διαλέγω ντομάτα και πιπεριά, διότι η ντομάτα και η πιπεριά μού αρέσουν. Η σκέψη που στάνταρ κάνω σε αυτό το σημείο είναι: «Μου αρέσουν στη σαλάτα, αλλά στην κρέπα, και με τα υπόλοιπα, ταιριάζουν;». Το ηθικό μου πτοείται και πάλι. Τουλάχιστον παραλείπω πάντοτε τις ελιές και το κρεμμύδι, κι έτσι γλιτώνω τη μετατροπή της κρέπας μου σε χωριάτικη σαλάτα.

Το επόμενο βήμα είναι τα μανιτάρια: ναι ή όχι; Λίγη σημασία νιώθω ότι έχει η απόφαση αυτή, καθώς η έκβαση της συνθετικής δουλειάς έχει πια κριθεί. Οπότε, με έντονη αίσθηση ματαιότητας, πότε προσθέτω μανιτάρια, πότε όχι.

Έχω φτάσει στην τελική ευθεία: την επιλογή του συμπαγούς σαλατοειδούς. Πριν ξεστομίσω το όνομα του υλικού που θα πασαλείψει το θλιβερό βουναλάκι που έφτιαξα, κάνω ένα σκανάρισμα στα συστατικά που απέρριψα, για να δω αν υπάρχει κάτι που μπορεί να περισώσει τη γευστική αξία του δημιουργήματός μου. Πατατάκια τηγανητά, βραστό αυγό, ομελέτα, κροκέτες, πιπεριά φλωρίνης. Μα πιστεύω στ' αλήθεια ότι αρκεί κάτι απ' αυτά για να φέρει τα πάνω κάτω στη γεύση της κρέπας μου;

Είμαι σε αδιέξοδο. Λέω λοιπόν ποια σαλάτα θέλω, για να τελειώνουμε. Συνήθως παίρνω τυροσαλάτα, που εγγυημένα καταστρέφει την όποια εναπομείνασα σύνδεση αυτού του εδώδιμου αχταρμά με μια τερψιλαρύγγια κρέπα γαλλικής σχολής γαστρονομίας.


Αυτά περνάω κάθε φορά που λιγουρεύομαι κρέπα (γιατί, βέβαια, τη στιγμή που τη λιγουρεύομαι, έχω ξεχάσει το φιάσκο της προηγούμενης φοράς και οδεύω προς το κρεπατζίδικο μακαρίως). Καi καταλήγω να τρώω κάτι που μου φαίνεται τόσο κακός συνδυασμός, όσο το ψάρι με γιαούρτι και πορτοκαλάδα. Ή όσο μια γούνα με σαγιονάρες και χαρτοφύλακα. Μοιραία αναπολώ τις φορές που το σετάρισμα του still life το έκανε κάποιος άλλος για μένα. Μόνο τότε απόλαυσα νοστιμιά. Α, και άλλη μια φορά, που είπα στον κρεποτυλιχτή: «Μία όπως του προηγούμενου».

17.4.05

Blonde Redhead


Έπειτα από μια υπέροχη συναυλία, συνήθως έχεις διάθεση για λίγη ακόμα νύχτα. Πηγαίνεις σε μπαρ, συναντάς γνωστούς, χάνεις την παρέα σου, χαχανίζεις με τον dj, παίρνεις ακόμα ένα ποτό. Την επόμενη μέρα, σχεδόν πάντα, εύχεσαι να είχες απλώς γυρίσει στο σπίτι σου, με τη μουσική στ' αυτιά σου.

8.2.05

Ψινάκης μ.λ.

Τις προάλλες ήμουν σ' ένα κοσμικό πάρτι. Καθώς έμπαινε ο Ψινάκης με κάτι κλώνους του, κλήθηκα να απαντήσω στην εξής ερώτηση: «Ειλικρινά, πες μου, βλέπεις εσύ αλλαγή μετά το λίφτινγκ;». Στο κεφάλι μου κατρακύλησε χιονοστιβάδα σκέψεων.
Σκέψη πρώτη: «Έκανε λίφτινγκ ο Ψινάκης;».
Σκέψη δεύτερη: «Τι στο καλό; Πού τα ξέρει αυτή τα προσωπικά δεδομένα του Ψινάκη;».
Σκέψη τρίτη: «Αυτοί εδώ μέσα μόνο με τέτοια ασχολούνται, επαφή με την πραγματική ζωή ουδεμία».
Σκέψη τέταρτη: «Έλεος».
Σκέψη πέμπτη: «Ας μην εκτεθώ».
Κατόπιν της τελευταίας σκέψης, απάντησα το εξής: «Εμένα πάντα μου άρεσε ο Ψινάκης» (που πέρα από διπλωματική ατάκα, ήταν και αλήθεια).
Τις επόμενες μέρες άνοιξα τηλεόραση και άκουσα για το λίφτινγκ του Ψινάκη από τρεις τουλάχιστον εκπομπές, εξαιρουμένων των πρωινάδικων και των μεσημεριανάδικων. Και έκανα μια ακόμα σκέψη.
Σκέψη έκτη: «Μα πού ζω εγώ;».

3.2.05

Τζάμπα κούρσα

H μέρα μου σήμερα ξεκίνησε με ένα τρακάρισμα.

Έψαχνα ταξί αρκετή ώρα μέσα στο κρύο, και όταν σταμάτησε ένα δίπλα μου χώθηκα αμέσως στο πίσω κάθισμα. Ούτε χιλιόμετρο πιο κάτω, σε ένα απότομο φρενάρισμα του οδηγού, το αποπίσω αμάξι έσκασε με φόρα πάνω μας. Πάνω στο τράνταγμα δεν μπόρεσα να συγκρατήσω μια κραυγούλα, πιστεύοντας προς στιγμήν ότι καβαλήσαμε ένα γιγάντιο σαμαράκι. Αυτομάτως ο ταξιτζής πετάχτηκε έξω και άρχισε να καθυβρίζει τον αποπίσω οδηγό. Το μυαλό μου πέταξε σε ένα ανάλογο περιστατικό του παρελθόντος.

Εκείνη τη φορά, το ταξί στο οποίο βρισκόμουν ήταν αυτό που είχε σκάσει με φόρα στον μπροστινό. Ο οδηγός είχε και τότε πεταχτεί έξω αστραπιαία και είχε αρχίσει το βρισίδι στον μπροστινό. Το ταξίμετρο είχε γράψει αρκετά, αλλά δεν ήξερα αν έπρεπε να τον πληρώσω, δεδομένου μάλιστα ότι είχα χτυπήσει και ελαφρώς στο γόνατο (καθόμουν μπροστά). Οπότε παρέμεινα στη θέση μου και τον περίμενα. Αυτός όμως είχε στήσει καβγά τρικούβερτο με τον μπροστινό και φαινόταν να έχει ξεχάσει ότι είχε πελάτη. Έκανα κάτι νεύματα, αλλά δε μου έδινε σημασία - είχε απορροφηθεί απολύτως από την αντιπαράθεση. Περίμενα κι άλλο - δεν ήταν σωστό να την κάνω σαν τον κλέφτη. Αφού πια κατάλαβα ότι ο καβγάς δε θα τέλειωνε ποτέ, βγήκα έξω, μπήκα ανάμεσά τους και είπα (κραύγασα μάλλον, για να ακουστώ) κάτι του στιλ: «Τι σας οφείλω, γιατί πρέπει να φύγω», πιστεύοντας ότι ο ταξιτζής θα μου έλεγε κάτι του στιλ: «Τίποτα, κοπελιά, να με συγχωρείς». Εκείνος όμως με κοίταξε με ένα βλέμμα «τι με πρήζεις κι εσύ, δε βλέπεις ότι έμπλεξα με μαλάκα;», μπήκε μέσα στο ταξί ξεφυσώντας, συμβουλεύτηκε το ταξίμετρο και μου είπε το ποσό. Τον πλήρωσα κι έφυγα.

Σήμερα, μόλις άκουσα τον ταξιτζή να ρίχνει τα πρώτα καντήλια, ήξερα ακριβώς τι έπρεπε να κάνω. Βγήκα έξω, πέταξα στους καβγαδίζοντες ένα «εγώ φεύγω, κοιτάξτε να τα βρείτε, παιδιά, δεν έγινε και τίποτα» και πέρασα απέναντι σηκώνοντας το χέρι μου στο πρώτο κίτρινο όχημα που πλησίαζε.