Showing posts with label "Εύρηκα". Show all posts
Showing posts with label "Εύρηκα". Show all posts

19.1.07

Ο μέλλων χρόνος πέρασε και το κουνέλι σιγοβράζει

«Μια ζωή είναι, θα περάσει». Την πρώτη φορά που το άκουσα γέλασα κελαρυστά. Τις σκόρπιες επόμενες άκουσα ένα αργόσυρτο σούρσιμο που δε σταματά ποτέ, όπως ο ήχος των αλυσίδων στα πόδια των φαντασμάτων. Τον τελευταίο καιρό η φράση αυτή δε μου προξενεί τίποτα. «Μια ζωή είναι, θα περάσει». Θα; Περνάει τώρα. Πέρασε. Μ' ένα «τσα» μπορώ να μπω στο μακρινό μέλλον, που βρίσκεται μόλις δυο βήματα παραπέρα, στην άκρη του σταθμού. Η Μπήλιω Τσουκαλά, που παίζει αυτή τη στιγμή, γίνεται ανάμνηση από τα παλιά χρόνια, κάπου στα 00s, όπως και τα μαλλιά μου χωρίς άσπρες τρίχες (άντε δυο τρεις) και οι φίλοι μου. Λένε πως όταν κάνεις παιδιά ο χρόνος περνάει πολύ γρήγορα. Θα πρέπει να έμειναν στη γιαγιά σήμερα τα δικά μου.

Είναι όπως όταν μισοξυπνάς το πρωί και πρέπει να σηκωθείς γιατί βιάζεσαι τρελά, αλλά δεν το κάνεις γιατί νυστάζεις. Κάτω από τα βλέφαρά σου περνάει όλο το επόμενο μισάωρο: σηκώνεσαι, πας στο μπάνιο, κουτουλάς στην πόρτα, κατουράς, πλένεσαι, ντύνεσαι. Όλο το επόμενο μισάωρο περνάει σε ένα δευτερόλεπτο. Είσαι στο κρεβάτι, αλλά έχεις ήδη πλύνεις τα δόντια σου. Είσαι αδρανής, αλλά έχεις φτάσει κιόλας στο τέλος.

Αλλά και το παρελθόν δε φαντάζει πια μακρινό. Μόνο ακατανόητο. Έχει συρρικνωθεί, και το παρόν δεν το διαχωρίζει πια από το μέλλον.

Η μοναξιά είναι το φίλτρο που πολώνει τα χρώματα και με κάνει να βλέπω καθαρά τον ορίζοντα. Μοναξιά - γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε; Δε φοβόμαστε τις λέξεις. Αλλά ούτε και τη σημασία τους, εδώ που τα λέμε. Η μοναξιά δεν είναι κάτι φοβιστικό, είναι κάτι ενοχλητικό. Πολύ ενοχλητικό. Σε κάνει κατ' αρχάς να βαριέσαι. Σε κάνει να λειτουργείς ρομποτικά. Σε κάνει να ξεσυνηθίζεις την παρέα και να διστάζεις να την επιδιώξεις. Σε κάνει βαρύθυμο. Σε κάνει, εντέλει, κι εσένα βαρετό. Και αλλόκοτο. Και σου μαθαίνει να βλέπεις τη ζωή αποστασιοποιημένος, ως όλον, ως μια μικρή σφαίρα, στο μέγεθος του πλανήτη του Μικρού Πρίγκιπα: μέχρι να παρακολουθήσεις το ένα ηλιοβασίλεμα, σε προλαβαίνει το άλλο.

Αλλά και τα παιδιά, όπως το βλέπω, δε λύνουν το πρόβλημα, παρά για μια εικοσιπενταετία στην καλύτερη. Ο πατέρας μου βγήκε στη σύνταξη και πελαγοδρομεί σε μια απέραντη θάλασσα ματαιότητας. Ίσως σε αυτή τη φάση τα εγγόνια λειτουργούν ως νέα, δυνατή ένεση. Αλλά έτσι που τα 'φεραν οι καιροί, κανείς δε δικαιούται να βασίζεται σ' αυτά.

Ίσως τελικά η Γκλεν Kλόουζ στην Ολέθρια σχέση να μην ήταν τόσο τρελή για δέσιμο. (Άσχετο: πόσο θα ήθελα τώρα μερικά bars δημητριακών.) Ίσως να την είχε βαρέσει η πολλή μοναξιά. Της το λέει κι ο Μάικλ Ντάγκλας: «You're so sad. You know that, Alex? Lonely and very sad». Όχι τρελή, άντε έτσι. Γιατί το χειρότερο που σου κάνει η μοναξιά είναι αυτού του είδους η παράνοια: μόλις πέσεις πάνω σε μια ωραία μη μοναχική εμπειρία, προσκολλάσαι σ' αυτήν σαν να μην υπάρχει αύριο. Επειδή ξέρεις ότι δεν υπάρχει.

Γι' αυτό, παιδιά, μακριά από μόνους ανθρώπους. Μπορεί να σας γραπώσουν και να μαγειρέψουν το κουνέλι σας. Αφήστε τους να ζήσουν τη ζωή τους όπως τη ζουν. Θα τους πάρει πολύ λίγο.


(Κάντε μου τη χάρη να μην υποκύψετε στην παρόρμηση να κάνετε σχόλια συγκαλυμμένου οίκτου. Θα το εκτιμήσω.)

31.10.06

Ντέιβιντ Κόπερφιλντ: don't try this at home

Έκανα μια αναπάντεχη ανακάλυψη: Αν είσαι ανασφαλής και συγχρωτίζεσαι με ανθρώπους που δικαίως έχουν αυτοπεποίθηση, πιστεύεις πιο πολύ στον εαυτό σου! Μου φαίνεται εκπληκτικό, διότι μέχρι τώρα νόμιζα ότι ο ανασφαλής κάπως γιατρεύεται όταν βρίσκεται σε περιβάλλον όπου η ανασφάλεια πάει σύννεφο, μιας και βλέπει τα ολέθρια αποτελέσματα αυτής και παραδειγματίζεται και νιώθει κάπως πιο αμάσητος. Σχεδόν έχω πιστέψει πλέον ότι αυτό το το τελευταίο είναι ένα ιλούζιον, σαν κι αυτά που κάνει ο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ: η προσωπική ανασφάλεια σε περιβάλλον ανασφαλών δε φαίνεται μεν, αλλά είναι εκεί, όπως το Άγαλμα της Ελευθερίας στo σόου του μάγου. ΕΝΩ, μαζί με ανθρώπους που δεν έχουν τέτοιο θέμα (ωστόσο είναι ευγενείς και γενναιόδωροι, κι όχι τίποτα κακόψυχοι εξυπνάκηδες), ο ανασφαλής εμπνέεται, συμπαρασύρεται και βγάζει ασύνειδα το καλύτερο του εαυτού του, κι έτσι ΑΥΤΟΕΚΠΑΙΔΕΥΕΤΑΙ ΑΚΟΥΣΙΩΣ να το κάνει αυτό και παραέξω.

Νιώθω ότι ανακάλυψα κάτι πολύ σημαντικό. Με ευχαριστώ πολύ και με συγχαίρω γι' αυτό.

20.10.06

Ζητείται προγραμματιστής με μεράκι και γούστο

Μερικά μπλογκ τα αγαπάμε, κάποια άλλα τα λατρεύουμε και σε κάποιες περιπτώσεις φτάνουμε στο σημείο να έχουμε λατρέψει τον μπλόγκερ. Τότε επιδιδόμεθα σε ακραία παρακολούθηση, όχι μόνο του μπλογκ και των σχολίων του, αλλά και του μετρητή που έχει εγκαταστήσει σε αυτό (αν επιτρέπει την πρόσβαση των ξένων). Ποιος μπήκε, πότε, πόσες φορές, αχά, αυτή μπήκε σήμερα πέντε φορές, τι μου λες, τέτοιος θαυμασμός πια; Για κάτσε να δω, μπας και μπαίνει κι αυτός στο δικό της;

Πρόκειται για μια ακραία εκδήλωση λατρείας, για ένα κόλλημα μυστικό και ενοχικό, για το ιντερνετικό αντίστοιχο του να κάνεις περατζάδες έξω από το σπίτι του ανθρώπου με τον οποίο έχεις πάθει ντουβρουτζά, όχι με σκοπό να του μιλήσεις, αλλά για να δεις ποιο μηχανάκι είναι παρκαρισμένο απέξω και πόσα φώτα είναι ανοιχτά στο σπίτι.

Όποιος φτιάξει ένα μετρητή για μετρητές μπλογκ, δηλαδή ένα μετρητή που θα δίνει στοιχεία για τους επισκέπτες, όχι του μπλογκ, αλλά του μετρητή του μπλογκ, θα συμβάλει καθοριστικά στο ηδονικό-ηδονοβλεπτικό παιχνίδι παρακολούθησης μπλόγκερ από μπλόγκερ, και κατ' επέκταση στην εντατικοποίηση του μαζικού αυνανισμού, ο οποίος κάνει το αίμα, τα δάκρυα και τον ιδρώτα να κυλάνε ορμητικά στο νερόμυλο που ηλεκτροδοτεί το μπλογκοχωριό.

21.9.06

Η αξία τού εν δυνάμει

Είμαι στο γραφείο και ψοφάω να πιω έναν καφέ (όταν έπινα καφέ, διότι τώρα τον έχω κόψει, μαζί με τα άλευρα). Για κάμποση ώρα τον λαχταρώ και τον ονειρεύομαι, και τελικά σηκώνω το τηλέφωνο και τον παραγγέλνω. Ο καφές έρχεται, τον ακουμπώ δίπλα στον υπολογιστή μου, αχνιστό και λαχταριστό. Βιώνω μια ευτυχία: ωραία, έχω το καφεδάκι μου δίπλα, είμαι βασίλισσα. Και μισή ώρα μετά... ο καφές είναι ανέγγιχτος. Δεν τον έχω πιει, αλλά είναι εκεί, μπορώ να τον πιω όποτε θέλω. Κι αφού μπορώ να τον πιω όποτε θέλω, δεν έχει και τόση σημασία αν τελικά θα τον πιω.

Η ευχαρίστηση που μπορεί κανείς να αντλήσει από τη δυνατότητα χωρίς να την αξιοποιήσει ήταν γνωστή εδώ και πολλά χρόνια. Το πιο κλασικό παράδειγμα είναι το βασικό επιχείρημα των υπερασπιστών της Αθήνας έναντι της περιφέρειας: "Στην Αθήνα μπορείς να δεις τις καινούριες ταινίες, να πας σε δεκάδες θέατρα, κι αν θελήσεις στις 3.00 το βράδυ καθημερινής να κάνεις στριπτίζ πάνω σε μπάρα, σίγουρα θα υπάρξει ένα πλήθος να σε χειροκροτήσει που δεν αποτελείται αποκλειστικά από φαντάρους και φοιτητές". Ωστόσο, κάποτε αυτού του είδους το επιχείρημα δεν το έτρωγαν εύκολα οι άνθρωποι με πρακτικό πνεύμα. Αρκούσε η ερώτηση: "Και πόσες φορές πήγες φέτος στο θέατρο;", για να κομπιάσει ο άλλος και να αρχίσει να λέει πράγματα τύπου "Φέτος δεν είχα χρόνο, αλλά τον επόμενο μήνα έχω σκοπό να εισπράττω καθολικό χειροκρότημα λόγω στριπτίζ μία φορά την εβδομάδα". Άντε πες σήμερα, τη διαδικτυακή εποχή, σε κάποιον "Και πόσες φορές μιλάς στο Σούλη όταν τον βλέπεις στο msn" και περίμενε να κομπιάσει. Μάλλον θα σε κοιτάξει σαν αντιδραστικό τεχνοφοβικό.

Το Ίντερνετ μας καλόμαθε να έχουμε απεριόριστες δυνατότητες και μας απάλλαξε από το ενδιαφέρον να τις αξιοποιήσουμε. Βλέπω το Σούλη στο msn, τον αισθάνομαι δίπλα μου, δε χρειάζεται να του μιλήσω κιόλας. Του τάδε σκηνοθέτη που μ' άρεσε δεν ξέρω τη φιλμογραφία, αλλά όποτε θέλω μπαίνω στο imdb και τη μαθαίνω, οπότε καλύφθηκα. Τις ειδήσεις του κόσμου τις έχω πρόχειρες, στο google news, ένα κλικ δρόμος, σαν να τον έκανα νιώθω. Το Ίντερνετ έδωσε πόντους στη σημασία της δυνατότητας, την αναβάθμισε σε ξεχωριστό (αχανές) στάδιο, από συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο "θέλω" και στο "κάνω" που ήταν. Και η νέα, αυτάρκης δυνατότητα εποίκισε ολόληρο τον υπολογιστή. Έτσι, τα χιλιάδες τραγούδια που κατεβάσαμε ίσως και να μην τα ακούσουμε ποτέ - αρκεί που έχουμε άμεση πρόσβαση στο φάκελο Η μουσική μου.

Λίγη τριβή με το λογαριασμό του τηλεφώνου που χρεώνει "συνομιλία με τρεις" (γιατί ίσως κάποια φορά να θελήσουμε οι φίλες να κουτσομπολέψουμε σε "απαρτία"), με τη φωτογραφική μηχανή που μπορεί να τραβάει στα 8,1 Mega Pixel (αλλά εμείς τη ρυθμίζουμε πάντα στα 6), με τη συνδρομή στη Nova (γιατί μπορεί κάποια νύχτα να μας έρθει να δούμε κρίκετ), και εκπαιδευτήκαμε να είμαστε αρχηγοί με το εν δυνάμει στον ψηφιακό κόσμο - τόσο ικανοποιημένοι, που, αν η δυνατότητα που ποτέ δεν αξιοποιήσαμε μάς λείψει, αναστατωνόμαστε σαν να μας στέρησαν μια καθημερινή συνήθεια χρόνων. Και ο φυσικός κόσμος ακολούθησε. Το εν δυνάμει ενδυναμώθηκε και εκεί - τόση συνήθεια πώς να πάει χαμένη; Και κάπως έτσι φτάσαμε στον καφέ, που αρκεί να υπάρχει δίπλα σου για να σε ξυπνήσει.

Αν και αναγνωρίζω τα κακά αυτής της τροπής που πήρε η ζωή, γενικά πολύ με βόλεψε. Σαν άνθρωπος που το 'χει μέσα του να νιώθει αποκλεισμένος, αλλά και σαν άνθρωπος με μια έμφυτη ροπή προς τη νωχελικότητα, λόγω αίσθησης ματαίου, μου ταίριαξε που οι δυνατότητες αναλαμβάνουν πλέον να προσφέρουν το πλήρες της ικανοποίησης. Διότι, ακόμα κι αν δεν κάνω τίποτα απ' αυτά που θέλω, νιώθω πως "τα 'χω". Και, για να "τα 'χω", δε χρειάζεται να κάνω απολύτως τίποτα.

Και κάπως έτσι δε θα γράψω ποτέ τα διηγήματα γύρω από το κοινό θέμα που έχω σκεφτεί - αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

18.6.06

Boring...

Ήξερα κάποιον που στις διακοπές έλεγε πράγματα όπως: «Άντε να πάμε και στο σπήλαιο να ξεμπερδεύουμε». Αντιμετώπιζε την επίσκεψη στο χάιλαιτ αξιοθέατο του μέρους σαν κάτι που, αφού ήταν γραφτό απ' τη μοίρα να κάνουμε, ε, ας το κάναμε μια ώρα αρχύτερα.

Συχνά, πολύ συχνά, βλέπω ακριβώς έτσι τη ζωή. «Άντε να γεράσουμε, να πεθάνουμε, να ξεμπερδεύουμε». Μερικές νύχτες όμως με πιάνει αισιοδοξία. Τότε κάνω τη σκέψη: «Μια ζωή είναι, θα περάσει».

7.6.06

Ο άστεγος εντός-εναλλάξ μου

(Φαμ Φρακτάλ, έργο 3)

Έχοντας κανείς αυτονόητα ένα σπίτι μέσα στο οποίο μπορεί να κοιμηθεί σαν μωρό, να μπουσουλήσει και να κάνει κακά του, σταδιακά αντιλαμβάνεται πόσο ωραία είναι που με κάποιους το μοιράζεται. Διότι ναι μεν το να κάνεις κακά σου είναι μια υπόθεση απολαυστικής μοναξιάς από τη παιδική ηλικία ως τα γερατειά, αλλά δεν ισχύει το ίδιο με το φαγοπότι, τη φασίνα, το Trivial Pursuit κτλ. Όσο μεγαλώνεις και δένεσαι με τη μαμά, τον μπαμπά, τον αδερφό, την αδερφή, τη γιαγιά κοκ., τόσο μεγαλώνει η αίσθηση ασφάλειας, χωνεύεται η αποδοχή, πολλαπλασιάζονται τα κοινά βιώματα. Έτσι, η διεύθυνση της οικίας σου, από στοιχείο της ταυτότητάς σου, γίνεται παροχέας ταυτότητας. Ανήκεις στην οικογένεια της οδού π.χ. Αγίου Ισιδώρου 11.

Το οικογενειακό κεραμίδι είναι κάτι σαν προαπαιτούμενο μάθημα, Στέγη 1, για να προχωρήσεις στις επόμενες στέγες της ζωής... Συνεχίζεται εδώ.

6.6.06

Η ζωή στη μονταζιέρα

Πριν από λίγο καιρό, στην Καλαμάτα, με μερικούς από τους αγαπημένους μου φίλους, τον koyan, τη Στέλλα και το Βούλη (βγαίνει από το σλόγκαν του ελληνικού κινηματογράφου "Έχει δίκιο ο Βούλης" - έξτρα κουίζ: βρες από ποια ταινία είναι και κέρδισε τη φιλοξενία ενός ποστ σου στο l'esprit de l' escalier), κουβεντιάσαμε για τις εσφαλμένες πεποιθήσεις που σου κληροδοτεί ο τόπος στον οποίο μεγάλωσες. Τι θέλω να πω - δηλαδή τι είπαμε:

Εγώ, καθώς μεγάλωσα μέχρι τα 18 μου στο Βροντάδο (ναι, εκεί με τις ρουκέτες), έβλεπα στον ορίζοντα απέναντι τα βουνά της Τουρκίας (τα παιδιά των Αθηναίων παραθεριστών ρωτούσαν έντρομα: "Δε φοβάστε;", αλλά αυτό είναι άλλο ποστ). Έβγαινα διάλειμμα στο σχολείο και έβλεπα τα βουνά της Τουρκίας. Έτρωγα παγωτό πραλίνα Κρόνου στη χώρα, στα ζαχαροπλαστεία της προκυμαίας, και έβλεπα τα βουνά της Τουρκίας. Έπινα μπίρες στην παραλία μετά το βραδινό μπάνιο και έβλεπα τα φωτάκια στα βουνά της Τουρκίας. Μέχρι και σήμερα λοιπόν, όταν είμαι στη θάλασσα και βλέπω απέναντι βουνά, νομίζω αυτομάτως ότι βλέπω Τουρκία. Πρέπει να το σκεφτώ για να συνειδητοποιήσω ότι, αφού βρίσκομαι π.χ. στην Κορώνη, δεν μπορεί παρά να βλέπω τα βουνά της Μάνης.

Για τον koyan, καθώς μεγάλωσε μέχρι τα 18 του στην Καλαμάτα, λάδι ίσον ελαιόλαδο. Πατάτες τηγανητές ίσον πατάτες τηγανισμένες σε ελαιόλαδο. Λάδι όχι από ελιά ίσον ύποπτο ανθυποϋγρό. Άνθρωπος που δεν τηγάνιζε σε ελαιόλαδο ίσον άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο, κινητή απειλή για τη δημόσια υγεία, ενδεχομένως και κακός, εχθρός των ελαιοπαραγωγών, προδότης της ιδιαίτερης πατρίδος. Όταν λοιπόν αργότερα, στην Αθήνα, ο koyan είδε άνθρωπο να ρίχνει ανέμελα στο τηγάνι ηλιέλαιο, για να τηγανίσει φρεσκοκαθαρισμένες πατατούλες, λίγο έλειψε να τον σβήσει από την τηλεφωνική του ατζέντα. Πλέον ο χρόνος που του παίρνει για να το εκλογικεύσει έχει μειωθεί αρκετά (και προπάντων δεν του ορμάει μαινόμενος να του πάρει το μπουκάλι και να το τσαλαπατήσει στα μάρμαρα).

Έχει πλάκα το πώς τα παιδικά μας χρόνια, αυτά που περάσαμε σε μικρή ακτίνα από το πατρικό μας σπίτι, βρίσκουν τρόπους και υπάρχουν μέσα μας. Εκεί που δεν το περιμένουμε, να σου ένα ρεφλέξ από το παρελθόν σε ένα ερέθισμα του παρόντος. Ένα ρεφλέξ που φωτίζει για μια στιγμή ολόκληρο τον πίνακα της ζωής-πριν-από-το-δικαίωμα ψήφου-και-πριν-από το-δίπλωμα-οδήγησης, πίνακας που, λόγω της πολυτιμότητάς του, είναι τοποθετημένος στην πιο σκοτεινή κρύπτη του λαβυρίνθου της ζωής.


Ποια είναι η δική σου πεποίθηση που άφησε τον τόπο όπου μεγάλωσες και σε ακολουθεί παντού; Μ;

14.5.06

Τα παλάτια του έρωτα, η ψηφιακή άμμος και ο επίμονος οικοδόμος

Το ποστ-ραβασάκι (το μετα-ραβασάκι, δηλαδή) είναι μια κατηγορία ποστ που γράφεις πρωτίστως για να ξελαμπικάρει ο εγκέφαλός σου, όπως συμβαίνει με όλα τα ποστ που γράφεις, αλλά με επιπλέον μια ενδόμυχη επιθυμία να το διαβάσει ξέρεις ποιος. Αν είσαι της σχολής του μπλόγκερ-ημερολογίτη, γράφεις στο βήτα πρόσωπο, «σε βλέπω στο φεγγάρι που γεμίζει, Πανσέληνος, όπως τη μέρα που γεννήθηκες», τέτοιο στιλ. Αν είσαι της σχολής του μπλόγκερ-μυθιστορηματία, φτιάχνεις μια αλληγορική ιστορία, κάτι του τύπου «η Τσικίτα αφιερώνει στη Φαβέλα και περιμένει, λέει, εκείνη τη βόλτα με τη Sachs». Στην πρώτη περίπτωση υπερθεματίζεις στην καψούρα, δε σε νοιάζει πώς θα το πάρει ο μπλογκοκόσμος που παρακολουθεί, προέχει το να τα βγάλεις από μέσα σου. Στη δεύτερη προσπαθείς να περάσεις λίγο στο ντούκου τον ερωτικό καημό και να πλασάρεις το ποστ σαν ένα ακόμα προϊόν της ανεξάντλητης φαντασίας σου.

Και στις δύο περιπτώσεις έχεις στο μυαλό σου το φανταστικό παραλήπτη, που τελικά είναι πραγματικός, αφού, όπως βλέπεις καθαρά στο μετρητή σου, μπήκε στις 08.27, στις 14.03, στις 22.30 και στις 22.40 (ή θα φαίνεται ο σέρβερ της εταιρείας όπου δουλεύει ή θα φαίνεται η είσοδος από το δικό του μπλογκ -δεν μπορεί, έστω μία από τις 4 εισόδους θα την έκανε ο ίδιος κι όχι κάποιος άσχετος που κλίκαρε στα λινκ του- ή θα σου υπονοήσει ο ίδιος ότι διάβασε το αριστούργημα, πετώντας π.χ. μια ατάκα-παραπομπή στην Πανσέληνο). Τον έχεις νοερά απέναντί σου όταν γράφεις το ποστ-ραβασάκι. Και του γράφεις αυτά που θα 'θελες, στην καλύτερη, να καταλάβει από μόνος του, στη μέτρια να του δείξεις, στην τελική να του πεις. Αλλά δεν του λες, δεν του δείχνεις και δεν καταλαβαίνει (ή κάνει πως δεν καταλαβαίνει) γιατί... γιατί ο κόσμος σήμερα είναι πολύπλοκος, η πόλη δαιδαλώδης, η μοναξιά του σχοινοβάτη, έχεις και την πετριά με το γράψιμο και τα λοιπά και τα λοιπά.

Ρίχνεις έτσι τα χαλίκια του Χάνσεν ή της Γκρέτελ στο σκοτεινό μονοπάτι φτιάχνοντας ένα διακεκομμένο φωσφορίζον κορδόνι επικοινωνίας, που θα λάμψει για λίγο, όσο να βγει μια ωραία αεροφωτογραφία, αλλά πολύ γρήγορα θα το φάνε οι κότες (οι κότες τρώνε χαλικάκια για να φτιάξουν καλής ποιότητος τσόφλι αυγού - ή βάλε ψίχουλα αντί για χαλίκια, και νυχτοπούλια αντί για κότες, αλλά έτσι θα χάσεις τη φωσφοριζέ εικόνα του λευκού χαλικιού, προκειμένου να κερδίσεις τα νυχτοπούλια, που είναι ασύγκριτα πιο λυρική επιλογή σε σχέση με τις κότες, ορίστε η πετριά που λέγαμε). Και θα το φάνε οι κότες όχι μόνο επειδή οι μέρες θα περάσουν και θα χαθεί μέσα στον ψηφιακό πολτό του Monitor και κάτω από τις εκατοντάδες λέξεις των καινούριων σου ποστ. Αλλά και επειδή το ποστ-ραβασάκι, εμπλουτισμένο με το ουράνιο των θεατών του διαδικτυακού φλερτ και σημαδεμένο από τη φυσική απουσία, εκπέμπει σε ισχνό βόλιουμ. Όλοι αυτοί που το κοιτάνε απορροφούν μεγάλο ποσοστό από τον ηλεκτρισμό του, ενώ ο ενδιαφερόμενος το δέχεται ολίγον παρεμπιπτόντως, ολίγον μέσα στην τούρλα του σερφαρίσματος. Το ποστ-ραβασάκι δεν είναι ικανό να εγκαταστήσει μια μικροφωνική της προκοπής, για μια επικοινωνία της προκοπής. Ή, για να επιστρέψουμε στο Χάνσεν και στην Γκρέτελ, τα χαλικάκια είναι κουκκίδες που καμιά γραμμή δεν τις ενώνει ώστε να σχηματιστεί το περίγραμμα του ερωτικού συμπλέγματος.

Δε φταίει όμως το μπλογκ κι ο εφευρέτης του. Δεν φταίει το μπλογκ που δε βάζει το κερασάκι πάνω στο αληθινό ερωτικό πάρε δώσε - το ραντεβού με το τριαντάφυλλο στο χέρι κάτω από το στύλο της ΔΕΗ και το χάρτινο ραβασάκι στην τσέπη. Στην πραγματικότητα, η ψηφιακή ερωτική επικοινωνία, αυτή η επικοινωνία με ειδικές ανάγκες, κουκουλώνει το σχεδόν απόλυτο κενό ερωτικής συνομιλίας που ζεις μέρα νύχτα. Αν το βόλιουμ του ποστ είναι ισχνό, οι φωνητικές χορδές δεν ακούγονται καν. Δεν εισακούγονται τα βλέμματα, οι ανατριχίλες δε μεταδίδονται. Το ποστ-ραβασάκι υπάρχει για να σου υπενθυμίζει τι δεν υπάρχει στη ζωή σου και στο κρεβάτι σου, τι θα ζούσες αν δεν είχες την επίμονη ανάγκη να του/της γράψεις.

10.5.06

Οι άνθρωποι χωρίζονται σε...

εξωστρεφείς και εσωστρεφείς...
εκείνους που χτίζουν κι εκείνους που φυτεύουν...
μαλάκες (το 100%) και μη μαλάκες (το 0,0%)...
κοκ.

Το μαχαίρι μπορεί να χαράξει πολλές φορές τη διάμετρο της πίτας.
Να άλλη μια χαρακιά, από τον ελβετικό σουγιά μου:

Οι άνθρωποι χωρίζονται σ' εκείνους που ασχολούνται με τον κόσμο και σ' εκείνους που ασχολούνται με τη ζωή.

Αυτούς που δε βλέπουν τη διαφορά δεν ξέρω πού να τους κατατάξω.

16.4.06

Πήγα κι εγώ στην Boom Boom (αν και αυτός ο τίτλος αδικεί το ποστ)

Την ντισκοτέκ εννοώ, στη συμβολή Θησέως και παραλιακής, για την οποία μιλάνε τα παιδιά της νύχτας και έγραψαν τα φριπρέσια. Ένα μέρος όπου η φράση «'80s revival» δε σημαίνει τίποτα.

ΣΤΑΔΙΟ ΠΡΩΤΟ: Θαλπωρή, οικειότητα. Ενθουσιασμός με τα αυτοκόλλητα-καρδούλες «I love Boom Boom» και με τον DJ Soulis, που μιλάει πάνω από τα κομμάτια ανοίγοντας διάλογο με τους τραγουδιστές. Σαστιμάρα με τα τοιχοκολλημένα A4 «Απαγορεύεται το κάπνισμα και το τρενάκι στην πίστα (για τη δική σας ασφάλεια)» και «Μην παρκάρετε στο διάδρομο, ενοχλείτε τους σερβιτόρους» («Δε νιώθεις εδώ μέσα ότι κάποιος θα σου κάνει παρατήρηση;»). Είναι απελευθερωτικό που ο καθένας χορεύει με κινησιολογία όποιου μουσικού ρεύματος του καπνίσει (και μερικοί μπροστά στον καθρέφτη, σαν να έχουν πίσω τους καμιά δεκαριά άτομα να μιμούνται τις κινήσεις τους σε πρόγραμμα step-aerobics). Παραμερίζοντας την κουρτίνα και κοιτώντας έξω από το παράθυρο, βλέπεις γραμμένο στον απέναντι τοίχο του δρόμου με μαύρα γράμματα: «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ» - αυτοί ο ρόλοι τοίχου και κουρτίνας σανιδώνουν το κέφι μας. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι ο τρόπος που διασκεδάζαμε τότε αντικατοπτρίζει τη σαφήνεια εκείνης της εποχής: Αν θες να χορέψεις ή να φλερτάρεις, πας στην πίστα, αν θες να πιεις, να καπνίσεις ή να συζητήσεις, κάθεσαι στο τραπέζι. Σήμερα στα κλαμπ τα μπουρδουκλώνεις αυτά, τα κάνεις όπως λάχει και όλα μαζί, σαν ένας ασαφής τουρίστας στη χώρα της φλουότητας.

ΣΤΑΔΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: Χορός. Όταν χορεύουμε, δε σκεφτόμαστε.

ΣΤΑΔΙΟ ΤΡΙΤΟ. Αφόρητη ζέστη («κλιματισμός κι αυτός '80s»). Αδιέξοδο με το ότι οι δυνατότητες σε αυτό το μέρος εξαντλούνται: πήρες και από πίστα, πήρες και ποτό, κουβέντιασες, πέρασες από όλα τα στάδια - και τώρα; Είσαι άνθρωπος των 00s, που η ασάφεια του δίνει την ελπίδα και που οτιδήποτε ασάρωτο του φαίνεται πιο πλούσιο, κι όμως ένας κάποιος τρόμος πλανάται για τη στιγμή που θα περάσεις από την έξοδο και θα βρεθείς στα 00s. Οι παράξενα ντυμένοι και κατά λάθος ντεμοντέ άνθρωποι φαντάζουν πολύ μόνοι. Τα 80s κομμάτια είναι τα πολύ προβλέψιμα και η μουσική προέρχεται και από τα 70s και από τα 90s. Δεν είναι και ό,τι καλύτερο όλο αυτό, αλλά δεν προκαλεί όση αμηχανία προκαλούν τα νησιώτικα. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι δεν μπορείς να προσλάβεις με φυσικότητα το μεταμοντέρνο, αν το συνολικό τοπίο δεν είναι μεταμοντέρνο: Χτες στο μπαρ Άνθρωπος, το ότι ο dj πέρασε από τoυς Peppers σε νησιώτικο δε γέννησε κανένα συλλογισμό. Σήμερα στην ντισκοτέκ οτιδήποτε εκτός από ντίσκο ακούγεται άσχημο και ύποπτο.

ΣΤΑΔΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ. Σε αυτό το στάδιο, έχουμε φύγει από την Boom Boom, έχοντας πάρει ο καθένας το αναμνηστικό του δωράκι που μας κάνει να νιώθουμε σαν να φύγαμε μόλις από παιδικό πάρτι. Νοσταλγούμε ήδη την ντισκοτέκ, μάλλον γιατί φύγαμε πριν από τα «μπλουζ». (Εμένα η φάση με τα «μπλουζ» ίσως να με κατέθλιβε, γιατί δεν είχα αγαπημένο να χορέψω μαζί του κι έτσι δε θα μπορούσα να πάρω σοβαρά και αυτόν το χορό, όπως τους άλλους, αλλά θα έπρεπε να τον δω χλευαστικά, όπως θα ταίριαζε σε ένα 80s revival, κάτι που δεν είχε καμία θέση εδώ.) Το πάρτι κάποιου φρι περιοδικού όπου πηγαίνουμε είναι απολύτως χάλια. Το να σκεφτώ αν αυτό έχει να κάνει με τα 00s μου φαίνεται κουραστικό και άκυρο.

ΣΤΑΔΙΟ ΠΕΜΠΤΟ. Μια μίνι περιπλάνηση στην Αθήνα αποκαλύπτει ότι όλα τα μπαρ κλείνουν. Όλα; Όχι. Υπάρχει ένα μπαρ-ηπερήρωας που αντιστέκεται στην ηλιακή εισβολή. Μια κουβέντα για θέματα που μας απασχολούν ξεδιπλώνεται, από την οποία λείπουν οι ατάκες και περισσεύει η προσήλωση. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι αυτό το πράγμα (η κουβέντα, όχι το μπαρ) είναι υπεράνω δεκαετιών. Έτσι, δεν έχει συντεταγμένες και γι' αυτό το βρίσκεις πολύ εύκολα και πολύ δύσκολα, παντού και πουθενά, κι ακόμα, ξέρεις και δεν ξέρεις πώς και πότε θα το ξαναβρείς.

ΣΤΑΔΙΟ ΕΚΤΟ. Ποστάρω τη βραδιά, είναι 9.39. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι υπάρχει κάποιος άνθρωπος που θα ήθελα πολύ να ήταν τώρα εδώ, για να τα κουβέντιαζα όλα αυτά μαζί του τρώγοντας την ομελέτα, αντί να τα γράφω σα μαλάκας στο μπλογκ μου.

5.4.06

Τι μου έμαθε η ζωή (επίμετρο)

(Εναλλακτικός τίτλος: αΠΟΣΤημα).

Εν είδει αντιφλεγμονώδους μη στεροειδούς (που δεν μπορώ να πάρω, μιας και μου προκαλεί αλλεργικό σοκ), απλώνω στο πάσχον σημείο την παρακάτω φτιαχτή αλοιφή από 5 συστατικά-τσιτάτα για τον έρωτα (ομοιοπαθητική είναι):

1. Ο έρωτας έχει πολλά ποδάρια.
2. Ο άντρας-παιδί είναι το πιο επικίνδυνο είδος άντρα: Όταν σπάει το βάζο, δεν καταλαβαίνει ότι έκανε ζημιά.
3. Η λέξη «ξενερώνω» είναι η πιο ξενερωτική λέξη απ' όλες.
4. Αν θέλεις να κάνεις απόλυτα ευτυχισμένο το μαζοχιστή που σε λατρεύει, ένας είναι ο τρόπος: η αυτοκτονία σου.
5. Μην τρέξεις ποτέ να αγκαλιάσεις κάποιον αν δεν έχεις δει το ντοκιμαντέρ Imagine, με το Λένον και τη Γιόκο να πλησιάζουν ο ένας τον άλλον σε αργή κίνηση με τα χέρια ανοιχτά και να περνάνε ξυστά.

27.2.06

Τι μου έμαθε η ζωή

(Εναλλακτικός τίτλος: αΠΟΣΤαξη).

Στα πρότυπα των λαϊφστάιλ περιοδικών, των εγχειριδίων με κινέζικα αποφθέγματα και του Νίκου Αλιάγα, αποστάζω την εμπειρία μου από τη συναρπαστική ζωή μου μέχρι τούδε σε 20 τσιτάτα. Αποστηθίστε:

1. Αν κάνεις το ίδιο λάθος τρίτη φορά, ετοιμάσου να το επαναλαμβάνεις εσαεί.
2. Οι φιλίες χτίζονται πάνω στους σωστούς συσχετισμούς ανασφάλειας.
3. Τα μπλογκ καταπολεμούν το φόβο της έκθεσης, με τίμημα μια καμπουριασμένη πλάτη.
4. Η αθωότητα δεν είναι σαν μικρόβιο, αλλά σαν ιός: υπάρχει και χωρίς συμπτωματολογία.
5. Η οξυ-δέρκεια πρέπει να δώσει συνειδητή μάχη, αν θέλει να αποσχιστεί από την ξινίλα.
6. Χωρίς έναν οργασμό την ημέρα, τι να σου κάνει ένα μήλο.
7. Οι αντιφάσεις δεν είναι πάντα γοητευτικές.
8. Τα συμπλέγματα τσουλάνε τη δημιουργία, αλλά δεν την επιταχύνουν.
9. Καλύτερα να μασάς, παρά να μιλάς (δεν είναι δικό μου, αλλά το προσυπογράφω με πάθος).
10. Η φράση "δυτικός πολιτισμός" εμπεριέχει το σημαινόμενο της φράσης "άρεια φυλή" (αυτό θέλει καλύτερη διατύπωση).
11. Κουτσοί, στραβοί, στον άγιο Βαλεντίνο.
12. Η ατάκα είναι το παιχνιδάκι του συγκροτημένου, είναι το σωσίβιο του ανερμάτιστου.
13. Ποτέ δεν ξέρεις αν σου ξημερώνει.
14. Ο κρυφά ερωτευμένος μοιάζει με κουβερτούρα σε μπεν μαρί: λιώνει αργά, κινείται σιωπηλά, γυαλίζει διακριτικά και διατηρεί μια πικρή γεύση.
15. Μερικές φορές, πρώτα εκδικείσαι και μετά παθαίνεις το κακό.
16. Η προσωπική γνωριμία με τον άνθρωπο πίσω από τον αγαπημένο μπλόγκερ είναι σαν να επαναπροσδιορίζεις με φιλικούς όρους τη σχέση σου με συγγενή εξ αίματος.
17. Η σχέση αναλογίας απαντά σε πολύ μικρό φάσμα της ζωής, αναλογικά.
18. Για να σου χτυπήσει η τύχη την πόρτα, πρέπει να είσαι κλειστά - αν είσαι ανοιχτά, είναι ήδη κάπου μέσα στο μαγαζί.
19. Η αλλαγή οπτικής γωνίας βάζει αποτελεσματική τρικλοποδιά στη λογική.
20. Αν είναι να πιάσεις πάτο, ας είναι απ' αυτούς με τη χλωροφύλλη.

Θα θέλατε ίσως να ψηφίσετε το καλύτερο απόφθεγμα; Θα θέλατε να μου πείτε τι να κάνω με αυτό που θα βγει πρώτο; Εγώ δεν μπορώ να ζορίσω άλλο τον εγκέφαλό μου αυτή τη στιγμή (και τις επόμενες - σίγουρα).

23.2.06

Δεύτερες σκέψεις

- Είναι η αποκρυπτογράφηση του Ες(Εμ)Ες: «ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ».
- Είναι το τσαντάκι-δώρο του περιοδικού Υπομονή... (οι τρεις τελείες περιλαμβάνονται στο λογότυπο).
- Είναι η πράσινη (=η παράφωνη νότα) στο στίχο: «Σ' αγαπώ, γαμώ το Χριστό μου».
- Είναι η πρώτη μπουκιά του ωμού ιαπωνικού πιάτου «Καταδίκη σιγουράκι».
- Είναι το ηθικό δίδαγμα του παραμυθιού «Ο ψεύτης βοσκός».
- Είναι τα μαδημένα φτερά των γλάρων στην αμμουδιά.
- Είναι η επωδός σε σενάριο του Παπακαλιάτη.
- Είναι μια κακή κατά λέξη μετάφραση.
- Είναι η συνέπεια της ασυνέπειας.
- Είναι ο φόβος μεταμορφωμένος.
- Είναι μια άλλη υπόσχεση.
- Είναι η λογική.
- Είναι
- Ήταν.

ΑΠΝΤ: Ώρα 4.46. Όρα «αϋπνίες».

8.11.05

Ποια ζώδια, βρε Άση μου;

Αυτές τις μέρες ασχολούμαι με την επιμέλεια της ελληνικής μετάφρασης ενός βιβλίου σχετικά με τα αρχέτυπα προσωπικότητας και συμπεριφοράς που συνιστούν οι αρχαίοι θεοί. Προσοχή: όχι οι δώδεκα θεοί του Ολύμπου. Σε αυτή την παγίδα ήμουν κι εγώ πεσμένη από τότε που (αμυδρά) θυμάμαι τα όσα ο Γιουνγκ είχε πει για τους αρχαίους θεούς «που συγκροτούν το ψυχολογικό μας υπόβαθρο» ως «μέρος του συλλογικού ασυνειδήτου». Και, κατά καιρούς, επιχειρώντας προχείρως να αντιστοιχίσω άντρες π.χ. με τον εκρηκτικό και υπερδραστήριο Άρη ή το νοικοκυρεμένο και αρμονικό Απόλλωνα, εντόπιζα κάτι περιπτώσεις που δεν κολλούσανε πουθενά, που ξεφεύγανε από παντού.

Ήρθε σήμερα λοιπόν η μέρα που κατάλαβα ότι αυτοί οι «πουθενά» και «από παντού» δεν ήταν όντα χτυπημένα από την κατάθλιψη του καπιταλισμού, δεν ήταν ανθρώπινα απομεινάρια μιας αποσπασματικής εποχής και δεν ήταν τίποτα πολυσχιδείς προσωπικότητες με ίση ποσότητα σοφίας και στενοκεφαλοσύνης και από τους έξι Ολύμπιους. Όχι. Ήταν ενσαρκώσεις δύο άλλων θεών, ολίγoν στην απέξω: του Πλούτωνα και του Διόνυσου.

Παραθέτω το εκλαϊκευμένο ρεζουμέ αυτών των δύο αουτσάιντερ:

Νούμερο ένα, Πλούτωνας: «Ο θεός των νεκρών, ο άρχοντας του κάτω κόσμου. Γνωστός και ως αφέντης του πλούτου, αφού στον κάτω κόσμο υπήρχε πλούσια σοδειά και πολύτιμα μέταλλα. Οι άντρες στους οποίους κυριαρχεί ο Άδης είναι συνήθως απαισιόδοξοι και μνησίκακοι. Εάν είστε με έναν τέτοιο άντρα, μη σας κάνει εντύπωση αν δεν είναι ευχαριστημένος με τίποτα στη ζωή του. Ο Πλούτωνας δυσαρεστήθηκε όταν έγινε άρχοντας του κάτω κόσμου, ενώ τα αδέρφια του, Δίας και Ποσειδώνας, είχαν τον ελεγχο του ουρανού και της θάλασσας, αντίστοιχα. Σαν αντικοινωνικοί που είναι, οι άντρες του τύπου του Άδη νιώθουν πιο άνετα όταν βρίσκονται μόνοι στο σπίτι. Είναι συμφιλιωμένοι με τα σκοτεινά τους συναισθήματα και δεν τα αποβάλλουν εύκολα. Ωστόσο, ο πλούσιος εσωτερικός του κόσμος κάνει τη συντροφιά τους ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα».

Νούμερο δύο, Διόνυσος: «Ο θεός του κρασιού, του κεφιού και της γονιμότητας. Οι άντρες στους οποίους κυριαρχεί ο Διόνυσος, για έναν ανεξήγητο λόγο, τραβούν τις γυναίκες σαν μαγνήτης. Διαθέτουν έμπνευση, διαίσθηση και φαντασία. Είναι ικανοί να φέρουν αναστάτωση και παραλογισμό ή να έχουν βίαιες εξάρσεις. Η σχέση με έναν τέτοιον άντρα μπορεί να είναι διασκεδαστική και να σας απαλλάξει από οποιουδήποτε είδους αναστολές που πιθανόν έχετε. Ωστόσο, αν τον ερωτευτείτε, αυτό θα γίνει σφόδρα, γεγονός που καθιστά τον ενδεχόμενο χωρισμό πολύ πιο οδυνηρό. Αυτού του τύπου οι άντρες φέρνουν μία αίσθηση ελευθερίας, που ενδέχεται να είναι ευχάριστη αλλά και τρομακτική συνάμα. Γι' αυτό, αν δεν αντέχετε την ξαφνική εγκατάλειψη της τάξης στη ζωή σας, μια τέτοια σχέση θα μπορούσε να είναι από δυσάρεστη έως ολέθρια».

Τα έφερε λοιπόν η ζωή ώστε σήμερα, 8/11/05, εγώ να ξεμπερδέψω με τις κατηγορίες. Τώρα έχουν μπει όλοι στα κουτάκια τους. Όχι ότι αυτό με διευκολύνει στο να κλείσω τα καπάκια, βέβαια. My middle name is Πανδώρα, you know...

22.7.05

Εσύ πόσες λέξεις γράφεις ανά ρυτίδα;

Άλλοι άνθρωποι γράφουν χωρίς να ζορίζονται και το κείμενο τρέχει σαν νεράκι από τα δάχτυλά τους, άλλοι, πάλι, παιδεύονται τρεις μέρες για να φέρουν στον κόσμο 300 λέξεις.

Άλλες γυναίκες γεννάνε μέσα σε δέκα λεπτά και μετά σου λένε πως ούτε που το κατάλαβαν, άλλες, πάλι, κοιλοπονάνε ώρες ολόκληρες και κάνουν ευρυαγγείες απ' το σπρώξιμο.

Οι άνθρωποι που γράφουν με άνεση δε σημαίνει ότι είναι πιο ταλαντούχοι, όπως ακριβώς οι γυναίκες που γεννάνε εύκολα δε σημαίνει ότι είναι καλύτερες μανάδες.

Είναι έτσι ή έχω δίκιο;

10.7.05

Numquam se minus solum quam cum solus esset*

Αν κυκλοφορείς συχνά μόνη σου τα βράδια, έχεις μάθει ότι...

...Οι ταξιτζήδες σε σέβονται περισσότερο απ' ό,τι τη μέρα.
...Οι γιωταχήδες σε σέβονται λιγότερο απ' ό,τι τη μέρα.
...Στο μπαρ, αυτός που κοίταξες κατά λάθος καθώς παράγγελνες το ποτό σου θα έρθει να καθίσει δίπλα σου περιμένοντας να φύγετε μαζί.
...Θα περιμένει να φύγετε μαζί ακόμα κι αν δεν του μιλήσεις.
...Κάποιος θα σε ρωτήσει «Μόνη; Πώς κι έτσι;» κι εσύ θα του κάνεις μια περίληψη του μανιφέστου της μοναχικότητας.
...Στη συνέχεια, μερικοί ακόμα θα σου κάνουν την ίδια ερώτηση σε διάφορες παραλλαγές και με ποικιλία μορφασμών συμπόνοιας, κι εσύ θα πεις ψέματα ότι έχεις ραντεβού.
...Κανείς δε θα προσέξει ότι πήγες μόνη σε ροκ συναυλία.
...Μετά το διάλειμμα στο σινεμά, είναι απίθανο να ξανακάτσεις στην ίδια θέση, γιατί κουβαλάς τα μπαγκάζια σου μαζί σου στην τουαλέτα και δεν έχεις τρόπο να βάλεις σημάδι πού καθόσουν.
...Μετά τη θεατρική παράσταση, θα σε πλησιάσει κάποιο παράξενο πουλί για να σου την αναλύσει, κι εσύ, όσο θα προσποιείσαι ότι το παρακολουθείς, θα αναρωτιέσαι τι δεν πάει καλά μ' αυτό.
...Κατόπιν θα μπεις στον πειρασμό να μαντέψεις πόσοι αναρωτήθηκαν το ίδιο πράγμα για σένα.
...Την επόμενη μέρα θα αναγκαστείς να εξηγήσεις σε κάποιον ότι όταν λες «πήγα» κυριολεκτείς και δεν εννοείς «πήγαμε».
...Το πιθανότερο είναι ότι δε θα τον πείσεις.

*Ποτέ δεν είσαι τόσο λίγο μόνος όσο όταν είσαι μόνος
- Κικέρων

30.6.05

Σέξι λέξη

Πριν από κάτι εβδομάδες, η Σταυρούλα Παναγιωτάκη στην Athens Voice κατέγραψε τη χρήση της λέξης «μπαλαρινάκι» με τη σημασία «γκομενάκι». Παρότρυνε μάλιστα όλους εμάς που ασχολούμαστε με γκομενικά ζητήματα να υιοθετήσουμε το «μπαλαρινάκι» και τα παράγωγά του για την περιγραφή καταστάσεων που εγείρουν ζωώδη ένστικτα και ανθρώπινα μέλη.

Εγώ, πάλι, δεν αποδέχομαι την πρόταση αυτή. Αν και αναγνωρίζω την καλαισθησία, τη μουσικότητα και το λυρισμό της λέξης, βρίσκω αντιλειτουργικά τα πολυσύλλαβα παράγωγα/σύνθετά της και φρονώ ότι προτάσεις όπως π.χ. «Μου ορκιζόταν ότι ήταν αθώο, αλλά εγώ δεν είμαι μαλάκας: παίζει μπαλαρινοδουλειά», «Δεν κάθεσαι λέω γω να παραδώσεις την πτυχιακή σου και ν' αφήσεις τα μπαλαρινιλίκια γι' αργότερα;», «Φίλε, αυτό το αμάξι είναι και γαμώ τις μπαλαρινοπαγίδες» θα απορριφθούν από το σύνολο των χρηστών της ελληνικής.

Σαφώς προτιμότερο είναι κατά τη γνώμη μου το φρεσκάρισμα του γκομενικού λεξιλογίου με την προϋπάρχουσα λέξη «μανούλι», η οποία κατέγραψε λαμπρή πορεία στην εγχώρια αργκό είκοσι χρόνια πριν. Προλαβαίνει δε να ενταχθεί αυτή η ευφάνταστη λέξη στη γενική τάση αναβίωσης της δεκαετίας του '80. Για να μη μιλήσω για το μοναδικό σημασιολογικό πλούτο του αριστοτεχνικού προϊόντος της «μανουλομάνουλο».

Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω την ανάγκη κατάργησης συγκεκριμένα της λέξης «γκόμενα», διότι είναι υπεύθυνη για πλείστες όσες παρεξηγήσεις. Προσωπικά δε θα ξεχάσω το ξέσπασμα απαυδησμένης γυναίκας «είμαι άνθρωπος, όχι γκόμενα!», του οποίου υπήρξα αυτήκοη μάρτυς, αλλά και την αφοριστική δήλωση του Δήμου Μούτση ότι Για όλα φταίνε οι γκόμενες. Τραγουδώντας μάλιστα το εν λόγω σουξέ πριν από είκοσι πέντε χρόνια στην παιδική χαρά του σχολείου, δέχτηκα από ένα κοριτσάκι την εξής ερώτηση εν είδει παρατήρησης: «Σ' αφήνει ο μπαμπάς σου να λες τέτοιες κακές λέξεις;». Ε λοιπόν, ποιος θέλει να μεταχειρίζεται για ένα «μανούλι» μια λέξη που εμπίπτει στην ίδια κατηγορία με τα «σκατά», τον «τριμάλακα», την «κλανοκωλοσφυρίχτρα»;

14.2.05

A point

Το να βάζεις comment σε ένα post είναι σαν να λες κάτι έξυπνο σ' ένα πηγαδάκι ή σαν να κάνεις ένα κοπλιμέντο, δίνοντας συγχρόνως την κάρτα σου. Το comment είναι το PR του blogger.

29.1.05

«You're the one!»

(Προειδοποίηση: Να μη διαβαστεί από όσους δεν έχουν δει τον έκτο κύκλο του Sex & the City και σκοπεύουν να τον δουν.)

Παρίσι. Μουσική ρομάντζου. Ζουμ σε ένα ανέμελο ζευγάρι που στέκεται τετ-α-τετ στην άκρη ενός δρόμου. Εκείνη τον κοιτάζει στα μάτια – γκρο πλαν και στο δικό του πρόσωπο: την κοιτάζει κι αυτός στα μάτια. Τα χέρια του αγκαλιάζουν τη μέση της και της λέει: «You’re the one». Φαίνονται σαν ένα φρέσκο ζευγάρι ερωτευμένων, αλλά δεν είναι: είναι η Κάρι Μπράντσο και ο Mr Big, γνωρίζονται έξι χρόνια, τα έχουν φτιάξει αρκετές φορές, τα έχουν χαλάσει άλλες τόσες και έχουν σφραγίσει τους χωρισμούς τους με φράσεις-καταπέλτες, όπως «We’re so over».

Πώς μπορούμε να ξέρουμε αν ο άνθρωπος που μόλις γνωρίσαμε είναι ή δεν είναι «the one»; Πώς είμαστε σίγουροι ότι αυτός που απορρίπτουμε τώρα δεν θα είναι «the one» έπειτα από έξι χρόνια; Υπάρχουν πρώην μας που θα μπορούσαν να πάρουν στο μέλλον τη θέση που τους αξίζει στην καρδιά μας και να αναγορευτούν «the one»; (Και πόσοι είναι αυτοί;)

Εμείς οι άνθρωποι που δεν ξέρουμε τι θα πει πολύχρονος δεσμός βιαζόμαστε να κατατάξουμε τον καινούριο μας σύντροφο στην κατηγορία «αναλώσιμος» και φυλάμε την πολύτιμη ετικέτα «the one» για κάποιον που δεν έχουμε ακόμα συναντήσει και που κατά πάσα πιθανότητα δε θα συναντήσουμε ποτέ, διότι κατοικεί στα δυσθεώρητα ύψη της φαντασίας μας. Δεν έχουμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε αν ο σύντροφός μας είναι «ο άντρας / η γυναίκα της ζωής μας», γιατί, προτού μπορέσουμε να δούμε τους δυο μας μαζί, έχουμε ήδη χωρίσει. Στο μεταξύ, νιώθουμε απογοήτευση που δεν μπορούμε να τον κοιτάξουμε στα μάτια, να του πούμε τώρα «you’re the one» και να σφραγίσουμε μια απόφαση ζωής με ένα «Hollywood kiss».

Στο Sex & the City τα υπόλοιπα κορίτσια ζουν κάτι ανάλογο με την Κάρι. Η Μιράντα συνειδητοποιεί ότι ο Στιβ είναι «ο ένας και ο μοναδικός» αφού τον έχει σουτάρει πολλάκις και αφού έχει κρατήσει το παιδί του διώχνοντας τον ίδιο μετά βδελυγμίας. Η Σαμάνθα μένει με έναν άνθρωπο που δεν καταδεχόταν ούτε να τον κρατήσει χεράκι στο δρόμο. Και η Σάρλοτ, η μόνη που πίστεψε τη φράση-ρομαντζάδα για τον Τρέι τη μέρα που τον γνώρισε, χωρίζει πανηγυρικά και καταλήγει με κάποιον άλλον.

Λέω λοιπόν ότι, καθώς φαίνεται, ο «the one» παίρνει θέση στη συνείδησή μας πολύ αργότερα από τη μέρα που παίρνει θέση στη ζωή μας. Και το μόνο που μπορούμε να πούμε σε κάποιον αγαπημένο που βρίσκεται απέναντί μας (αντί, ας πούμε, να τον χωρίσουμε) είναι: «You are somebody that, some day, might be the one». (Αnd that’s just fabulous!)