Showing posts with label Νοσταλγία. Show all posts
Showing posts with label Νοσταλγία. Show all posts

22.9.06

Μπερτόδουλος

(Φαμ Φρακτάλ, έργο 6)

Ο θείος Μίμης, ο αδερφός της μαμάς μου, είχε ένα Fiat Bertone – στην οικογένεια το λέγαμε Μπερτόδουλο, παρατσούκλι που είχε λανσάρει ο μπαμπάς μου. Με το Μπερτόδουλο ο θείος Μίμης εντυπωσίαζε τις τουρίστριες: τις φόρτωνε δυο δυο στο διθέσιο και γκάζωνε στην προκυμαία. Το ρεκόρ ανθρώπων που είχε κουβαλήσει ο Μπερτόδουλος ήταν πέντε, όλοι της οικογενείας μας.

Την εποχή που πήρε τον Μπερτόδουλο, ο θείος Μίμης ήταν τρίτος καπετάνιος, περιβόητος χαρτοπαίκτης (πόκερ, κούκος μονός, κούκος διπλός) και κάπως ιντελεκτουέλ... Συνεχίζεται εδώ.

3.4.06

Πλατεία Ερωτευμένων, αντίο για πάντα

Ήταν θέμα χρόνου. Για ποια πλατεία μιλάμε;

Για εκείνη την αγέρωχη στρογγυλή πλατεία με τις ψηλές λεύκες και τα ξύλινα παγκάκια - τόσο χαμηλά, σαν να ήταν φτιαγμένα για παιδικό σταθμό. Για την πλατεία με τις σπασμένες από τις ρίζες των δέντρων πλάκες, φουλ ανισόπεδες, που ανάμεσά τους φύτρωναν μαργαρίτες και χορτάρια και εκείνα τα ψιλά ψιλά μπλε λουλουδάκια που υπάρχουν και σε πορτοκαλί. Για την πλατεία με το καθαρό κέντρο, που, αν ερχόσουν για λίγο (μοναχά για ένα βράδυ), ήταν σαν να λούζεσαι σε μια δέσμη καρμικού φωτός, με τον γκριζοπράσινο χνουδωτό δακτύλιο από τα φύλλα τριγύρω να συγκρατεί την ενέργεια μέχρι να τη ρουφήξεις ολόκληρη.

Για την πλατεία που, όταν την είχα πρωτοδεί, πάνω σ' ένα βανάκι με όλα μου τα έπιπλα και τις κούτες, ονειρευόμουν απογεύματα με τον αγαπημένο μου Κατηγορία Πρίζα-Πρίζα, Εκδοχή Ένα και παγωτά διά δύο να λιώνουν από το χρυσό, διακεκομμένο ηλιοβασίλεμα. (Όπως τα ζευγάρια που της έδωσαν το όνομά της και διέγραψαν από τη μνήμη της γειτονιάς το «Παλαιών Πατρών Γερμανού».) Απογεύματα που, βέβαια, δεν υπήρξαν, γιατί «έμενα πολύ μακριά».

Τώρα θόρυβος. Η από μηχανής ανάπλαση αποφάσισε να τη σώσει. Άσπρα πλαστικά απ' αυτά που βάζουν στα μπαλκόνια για να μην πέσουν τα παιδάκια. Χρειάζεται να πω για τις γερόντισσες πλάκες που ξηλώθηκαν; Μη με αναγκάσετε. Είναι οδυνηρό.

Έπειτα από οκτώ σχεδόν χρόνια. Δε θα καθίσω ούτε μια φορά παρέα με τον αγαπημένο μου Κατηγορία Πρίζα-Πρίζα, Εκδοχή Δύο. Για πιο σοβαρό λόγο από το «μένω μακριά». Για πιο σοβαρό λόγο από το ότι όπου να 'ναι κι εγώ φεύγω (οι πλάκες μού κουνάνε λερωμένα λευκά μαντίλια - «άμε κι εσύ στο καλό»). Γιατί:

η Πλατεία Ερωτευμένων φονεύεται.

Έτσι ανταμείβεται η αντοχή της.


Πλατεία, πλατεία, τι παίρνεις μαζί σου στο τάφο σου;

27.3.06

Η ιστορία του πιάνου μου

Λίγες βδομάδες πριν
Η Β. ήρθε και στο γραφείο μου με ένα τεφτεράκι. «Ποιο είναι το ωραιότερο πράγμα που έκανε κάποιος για σένα;» «Πώς;» ρώτησα πληκτρολογώντας λέξεις και σημεία στίξης. «Για τη στήλη "Η ερώτηση του μήνα". Πες μας κι εσύ». Πάτησα μερικά πλήκτρα ακόμα. Μετά σταμάτησα, έγειρα το κεφάλι στην παλάμη μου και είπα: «Κάποιος μου χάρισε κάποτε ένα πιάνο». «Ωωωω! Ένα πιάνο; Έλα, σοβαρά; Γκόμενος;» «Ννναι. Δεν είναι πλούσιος» πρόσθεσα, φοβούμενη ότι το έθεσα παρεξηγήσιμα. «Ουάου» είπε η Β. με ειλικρινή θαυμασμό. Και μετά: «Δεν πιστεύω να τον άφησες αυτό τον άντρα να φύγει».

Πολύ παλιά
Μικρή μάθαινα ακορντεόν, για το λόγο ότι αυτό το όργανο τύχαινε να έχουμε στο σπίτι. Ο κύριος Παντελογιάννης, που μου έκανε μάθημα, έτρωγε όλες τις Νουαζέτες από τη φοντανιέρα και μια φορά ήταν τα μαγαζιά του ανοιχτά και δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Μετά το μάθημα, με έπιανε μια ανακούφιση και μια ανεμελιά, και το επόμενο Σάββατο μου φαινόταν πολύ μακρινό. Όταν ερχόταν όμως η μέρα, ξυπνούσα αγχωμένη, ο μπαμπάς μου με επέπληττε, και έπαιζα Τα κύματα του Δουνάβεως και Τ' αστέρι του βοριά για πρώτη φορά, ξέροντας ότι θα τα μπουρδουκλώσω στο μάθημα. Κάθε βδομάδα τα ίδια. Για χρόνια. Και το 46άρι ακορντεόν είναι αρκετά βαρύ για ένα κοριτσάκι του δημοτικού. Το είχα ευχαριστηθεί μόνο μια φορά που είχαμε πάει με τα Πουλιά στο Γηροκομείο και είχα παίξει στους παπούδες και στις γιαγιάδες το Ετίναξε την Ανθισμένη Μυγδαλιά και το Μάρω Μάρω, μια φορά είν' τα νιάτα, που ήταν μάλιστα το αγαπημένο τραγούδι της γιαγιάς μου της Μάρως και γι' αυτό το είχα μάθει.

Παλιά
Φοιτήτρια, είχα την τύχη να έχω μία συγκάτοικο με πιάνο ρωσικό και μετά άλλη μία με πιάνο ρωσικό πάλι, αλλά πιο ξεκούρδιστο. Όταν έλειπαν, καθόμουν στο ειδικό σκαμπό και προσπαθούσα να προσθέσω αριστερό χέρι στις μελωδίες που ήξερα με το δεξί. Έβρισκα τα ακόρντα ως εξής: εντόπιζα τη βασική νότα και μετά έβρισκα άλλες δύο που ταίριαζαν. Τα πήγαινα καλά. Κατόρθωσα να συλλαβίσω και τελικά να μάθω μέχρι και κάτι του Σοπέν - δε θυμάμαι τι, δε θυμάμαι ποιο, αλλά ακόμα θυμάμαι να το κουτσοπαίζω, παπαγαλία. Μια μέρα η μαμά μου με πλήγωσε, καθώς, αν και έπαιξα ικανοποιητικότατα το Φεύγω του Νίκου Παπάζογλου, που είχα βγάλει μόνη μου, και δε με ξαναείχε δει ποτέ να παίζω πιάνο, έδωσε θερμά συγχαρητήρια μόνο στη συγκάτοικο νούμερο 1, που το τραγούδησε. Το τραύμα μετριάστηκε τη μέρα που, με τη συγκάτοικο, μερικούς άλλους και έναν μπαγλαμά κάναμε κατάληψη στο πιάνο της γωνιακής ψαροταβέρνας της Καισαριανής και φτιάξαμε πρόγραμμα, με εμένα να ωθούμαι από ζητωκραυγές να παίξω το Γιατί δε με θες, κυρά μου; «Επειδή είμαι ψαράς» κτλ.) και φυσικά να επαναλάβω την Επιτυχία (του Παπάζογλου και δική μου).

Αρκετά χρόνια πριν
Δεν έπαιζα πιάνο πια - οι συγκάτοικοι με τα πιάνα πήγαν στις Καρδίτσες. Σκέφτηκα να ψήσω τη θεία μου να μου χαρίσει το ένα από τα δύο Yamaha του άντρα της, αλλά δε γινόταν να παραβλέψω το πολυδιάστατο μουσικό ταλέντο του πρωτότοκου ξάδερφου (που ξεκινάει από κιθάρα και φτάνει μέχρι progressive techno επένδυση σε γερμανικά φιλμάκια) και να του στερήσω το πεδίο άσκησης. Αγόρασα λοιπόν έναντι ευτελούς ποσού την παλιά ηλεκτρική κιθάρα του, μάρκας Segovia, χρώματος οινοπνευματί (αν και σε ροκ γκρουπ δεν υπήρχε περίπτωση να είμαι κιθαρίστρια, παρά μόνο η μπασίστρια). Σουξέ μου έγινε το I'd love to change the world των Ten Years After. Τα σύρματα όμως δεν άργησαν να μου τη σπάσουν και στο χώρο άρχισε να δεσπόζει το αρμόνιο-σίνθι του παλιού μου φίλου που τον έχω χάσει. Αλλά, ακόμα και στο «pianο» να το έβαζες, τα πλήκτρα του συνέχιζαν να είναι μικρά, η επαναφορά τους αυτόματη, οι οκτάβες λίγες και ο ήχος ηλεκτρικός. Δεν ξεχνούσα ότι ήθελα ένα αληθινό πιάνο και κανονικά μαθήματα με δάσκαλο. Αλλά πού λεφτά; Η τελευταία μου συγκάτοικος και παλιά φίλη έλεγε ότι θα κάνει οικονομίες να μου πάρει ένα (εγώ γελούσα). Η μαμά μου μου ζήτησε συγνώμη για τη μέρα που με πλήγωσε και μου υποσχέθηκε να μου πάρει πιάνο στο γάμο μου. Αλλά με τη φίλη οι δρόμοι μας χώρισαν βίαια. Και δεν παντρευόμουν. Το πιάνο υπήρχε μονάχα μέσα μου - με τον καιρό, ούτε καν σε συζητήσεις.

Λίγα χρόνια πριν
Σε τζαζ mode αυτή τη φορά, σε μια βραδιά ατελιέ στο ωδείο Athenaeum, γνώρισα το Β. Δεν υπάρχει ούτε ένας από τους άντρες με τους οποίους σχετίστηκα που να μην έπαιζε μουσική - έστω από τη θέση του ντιτζέι. Ο Β. βέβαια δεν παίζει απλώς μουσική: είναι γεννημένος ντράμερ. Τον θαυμάζω. Μου θυμίζει τον Τσάρλι Γουότς, που είναι τόσο κουλ και διαφορετικός από το Μικ και τα λαμέ παντελόνια του, τον Κιθ και τα δαχτυλίδια-νεκροκεφαλές του. Παίζει. Απλώς. Και αφήνει την πόζα για κανέναν άλλο, με απωθημένα ροκ σταρ (ή τζαζ μέσαντζερ). Νομίζω μάλιστα πως τον είχε συναντήσει κιόλας τον Τσάρλι, σε ένα παλαιοπωλείο στο Λονδίνο. Βέβαια o ίδιος ίσως να προτιμούσε να τον παραλληλίσω με τον Μπίλι Μάρτιν των Medeski, Martin & Wood. Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία. Ο Β. μελετούσε στα Zildjian και στα Istanbul του. Και, καθώς φαίνεται, σκεφτόταν πιάνα.

Εκείνη τη μέρα
Ο Β. μού είχε πει για την ηλικιωμένη κυρία που πουλούσε ένα παλιό πιάνο. Με ιντρίγκαρε η περίπτωση: δεν ήθελα καινούριο, βιομηχανοποιημένο πιάνο με ανέκφραστη μούρη, και στα μαγαζιά με τα μεταχειρισμένα έβρισκες μόνο πολύ ακριβά. Άρχιζα να συνειδητοποιώ ότι, έπειτα από 30 σχεδόν χρόνια, ίσως να ξεκινούσα την πρώτη μου σοβαρή πιανιστική σχέση. Ίσως να ζούσα την εμπειρία τού να γίνει πραγματικότητα ένα αρχαίο όνειρο. Ανυπομονούσα. Εκείνη την καλοκαιρινή μέρα γύρισα σπίτι από τη δουλειά και ένα ευγενικό πιάνο με ρυτίδες γύρω από το στόμα και γλυκιά, σοφή φωνή ήταν στο σαλόνι μου. Το κοίταζα από μακριά και του χαμογελούσα. Για ώρα. Μετά άφησα κάτω την τσάντα μου, το πλησίασα και πήρα στα χέρια μου την κόλλα Α4 που το συνόδευε. Είχε λέξεις και ένα σκίτσο:

Γεια σου,

με λένε Πιάνο και ελπίζω να γίνουμε φίλοι. Είμαι απ' το Λίβερπουλ, αλλά από τότε που γεννήθηκα έχω κάνει πολλά ταξίδια μέχρι να καταλήξω εδώ. Έμαθα ότι κι εσένα σου αρέσουν τα ταξίδια, οπότε έχουμε τουλάχιστον τα ίδια ενδιαφέροντα! Πρέπει να σου πω ότι είμαι λιγάκι μοναχικό, γιατί έχουν να με παίξουν πάρα πολύ καιρό (περίπου 20 χρόνια), άρα, όπως καταλαβαίνεις, έχω «σκουριάσει» λίγο. Με λίγη περιποίηση όμως και πολλή στοργή νομίζω πως θα ξανανιώσω και θα τραγουδάω όπως και πρώτα. Θέλω να ξέρεις ότι χαίρομαι πάρα πολύ για τη γνωριμία μας και σ' έχω συμπαθήσει ήδη.

Το Πιάνο σου


Σήμερα
Το πιάνο βρίσκεται στο σαλόνι μου, με το βιβλίο ασκήσεων της ηλικιωμένης κυρίας πλαγιασμένο πάνω του και το καπάκι πάντα κλειστό. Μετά το καλοκαίρι εκείνο, εγώ και ο Β. χωρίσαμε. Δεν ξεκίνησα ποτέ μαθήματα. Προχτές, όταν είχα 39 πυρετό, όταν ένιωθα πάνω μου ένα χρόνο κούραση και σκεφτόμουν τα πιθανώς μοναχικά μου γεράματα, έπαιξα για πρώτη φορά έπειτα από καιρό.

3.11.05

Ιθάκης/Θάσου

Πέρασα από τις γειτονιές της Πατησίων ψάχνοντας ένα πάρτι. Είδα τις ατέλειωτες σειρές από σφιχτοπαρκαρισμένα αμάξια, τα μπαρ-κονσομασιόν, το Au Revoir, φως απ' τα υπόγεια. Ιθάκης. Θάσου. Θυμήθηκα που τριγυρίζαμε εδώ, εγώ και η K, γύρω απ' τους τότε αγαπημένους μας, μια άλλη ζωή.

Η Κ ερχόταν να με πάρει με τα πόδια για να πάμε κουγκ φου. Την περίμενα στη γωνία. Στο γυρισμό κοντοστεκόμασταν και κουβεντιάζαμε ιδρωμένες, μέχρι ν΄αρχίσουμε να κρυώνουμε. Ανέβαινα στο σπίτι και είχε ζεστό νερό, έτρωγα το ζεστό φαΐ που είχε μαγειρέψει εκείνος για μένα.

Άλλη φορά περπατούσα με την Κ μέχρι το άλλο σπίτι. Τα αγόρια είχανε ακόμη πρόβα στο διπλανό δωμάτιο. Η Κ παράγγελνε φαγητό, καθόμασταν αντικριστά στον καναπέ με τα πόδια κάτω από το κουβερτάκι και τρώγαμε ακούγοντας το καινούριο κομμάτι μέσ' απ' τον τοίχο. Μετά η πόρτα άνοιγε, οχλαγωγία, «μαέστρο, ο John Medeski τρώει τη σκόνη σου», «κορίτσια, τι κάνει ο σι φου;», «εγώ σας χαιρετώ, διότι με περιμένει η κυρία μου», «Κ, μα τι καλαμπόρτζος είναι ο δικός σου», «Marble, μην αργήσεις πάλι μεθαύριο, ρε μαλάκα».

Το γκρουπ ήταν ένα υβρίδιο που φύτρωνε στην αυλή μας, που το παρακολουθούσαμε όλο αγάπη να μεγαλώνει, το καμαρώναμε και του ρίχναμε πότε πότε και λίγο νεράκι. Και η διπλή φιλία τύλιγε τους τέσσερίς μας σ' ένα δίχτυ ασφάλειας και καλοδεχούμενης αλληλεπίδρασης. Η Πατησίων ήταν μια καμπύλη που τα έκλεινε όλα αυτά μέσα της, έτσι που έγινε ένα μαζί τους στην εξωραϊστική μνήμη μου.

Έπειτα από κείνο το πάρτι στα παλιά λημέρια, βρέθηκα σε μια μίνι τζαζ συναυλία στο Jazz Upstairs - εκεί και η Κ, ω της συγκυρίας. Τότε θυμήθηκα και τα υπόλοιπα. Το διονυσιασμό στα «εφτάρια» και στα «εννιάρια», τα βλέμματα έτσι-θα-σε-παίξω-στο-σπίτι έπειτα από ένα λαμπρό σόλο, το «καλύτερο τουκάκου», το χειροκρότημα μέχρι να πονέσουν οι παλάμες στους έμπειρους καβγάδες πικάπ-σαξοφώνου στο Παράφωνο, το ομαδικό κουβάλημα μετά το λάιβ - και κάτι μ' έπιασε. Ξέρω ότι καλώς η Πατησίων είναι κουλουριασμένη στο παρελθόν. Ωστόσο έκανα τη σκέψη ότι ενδέχεται οι καλές μέρες για μένα και την Κ να βρίσκονται πίσω μας, να ήταν αυτές και απλώς τότε να μην το ξέραμε.

Σ' αυτό σημείο, οι αφομοιωμένες εμπειρίες της Κ (εκεί που εγώ σκοντάφτω ξανά και ξανά στα έπιπλα σαν τυφλό κουτάβι) μου διηγήθηκαν μια διαφορετική ιστορία με το ίδιο θέμα. Μετά η Κ με επέπληξε, επειδή δε χάνω ευκαιρία να φορέσω το στέμμα της βασίλισσας του δραματικού και επειδή προχωράω στο μέλλον με την πλάτη. Ήθελα να την κατηγορήσω για σκληρότητα, να τη ρωτήσω ποιος ο λόγος να γειώνει πάντα τις πτήσεις μου στο παρελθόν. Δεν είπα τίποτα. Απλώς άκουσα όλα όσα το πρακτικό της πνεύμα είχε να μου πει.

Στο σπίτι, κάτω από τα παγωμένα σκεπάσματα, έτριβα τα πόδια μου για να ζεσταθούν και τα σκεφτόμουν πάλι όλα. Είχε δίκιο η Κ - άχρηστη παρελθοντολαγνεία. Ρουφούσα τώρα τα ψύχραιμα λόγια της όπως ρουφάει ο πονεμένος το Depon αναβράζον.

Έπειτα σηκώθηκα, πήγα στο μπάνιο, πήρα το πιστολάκι για τα μαλλιά, γύρισα στο κρεβάτι, το έβαλα στην πρίζα και χώθηκα μαζί του κάτω από το πάπλωμα. Συνταγή κατά του κρύου μοναχικού κορμιού διά στόματος Κ. Πρακτικό πνεύμα. Πώς μπορούσα να αμφισβητώ τη χρησιμότητά του;

3.8.05

Στα σκουπίδια

Περπατάω στο μετρό, ανάμεσα σε ανθρώπους που αχνίζουν από τη ζέστη. Βάζω το βιβλίο μου στην τσάντα μου: είναι σπαστικό να διαβάζεις και να πέφτουν σταγόνες ιδρώτα στις σελίδες. Πάω και κολλάω την πλάτη μου σ' ένα μαρμάρινο τοίχο για λίγη δροσιά. Τζάμπα το εξώπλατο μπουζάκι: και τα μάρμαρα ζεστά είναι. Αναμένω λοιπόν σε στάση προσοχής τον επόμενο συρμό και το μάτι μου πέφτει πάλι στη διαφημιστική αφίσα απέναντι.

Φλασμπάκ δέκα χρόνια πριν και βάλε. Εγώ να κατεβαίνω με τα πόδια από το τότε σπίτι μου στο δικό του. Ραντεβού για ταινία, αλλά δεν είναι έτοιμος ακόμα. Ανέβα πάνω. Προλαβαίνουμε καμιά άλλη προβολή; Στο Δαναό τι παίζει; Σκατά, πάλι το χάσαμε το σινεμά. Μιλάμε, χαζεύουμε, κάνουμε πνεύμα. Πίνουμε ουίσκι Canadian club, απ' αυτά που βουτάω όταν δουλεύω promo girl. Η ώρα περνάει. Ανοίγουμε τηλεόραση. Καθόμαστε στο πάτωμα. Βάζουμε και οι δύο τα μαύρα μας γυαλιά. Κανάλι 5. Τα παιδιά της νύχτας. Καλεσμένος πάλι ο Λάσκος. Άλλη μια νύχτα που προοριζόταν για movies και Folie θα περάσει συντροφιά με αριστουργηματική ψυχανάλυση του κώλου. Κανένα πρόβλημα.

Στην αφίσα «Tα παιδιά της νύχτας - they 're back» ο Κώστας Μυλωνάς, δέκα χρόνια μετά και βάλε, είναι περισσότερο εμφανίσιμος, όπως γίνεται σχεδόν πάντα με τους άντρες, κι η Ελεάννα Παγουρά λιγότερο εντυπωσιακή, όπως γίνεται σχεδόν πάντα με τις γυναίκες. Ωστόσο, η γοητευτική βλακεία που αποπνέουν είναι ίδια κι απαράλλαχτη, και γι' αυτό με οδηγεί κατευθείαν, εδώ και τόσες μέρες που τρακάρω το διαφημιστικό τους, στη σκηνή-πάτερν του παρελθόντος, με τα μαύρα γυαλιά και τα υστερικά μεταμεσονύκτια γέλια. Κι από κει σε τόσες άλλες σκηνές εκείνης της παλιάς, καλής, χαμένης φιλίας. Που μου λείπει εντελώς.

Ανυπομονώ να κατεβάσουν πια αυτό το διαφημιστικό απ' τα ταμπλό του μετρό - πάνε τόσες μέρες που ξανάρχισε η εκπομπή. Διαφορετικά φοβάμαι πως μια νύχτα θα γυρίσω στο σπίτι μου, θα βάλω μαύρα γυαλιά κι ένα ουίσκι και θ' ανοίξω τo Extra 3. Με απρόβλεπτες συνέπειες.