Showing posts with label Η ζωή απ' την καλή. Show all posts
Showing posts with label Η ζωή απ' την καλή. Show all posts

28.7.06

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, θέλω να σου πω πως...

Από πότε ένας πόλεμος σταματάει τους ανθρώπους μιας άλλης γειτονιάς να γράφουν στο ημερολόγιό τους για μικρά πράγματα που δεν εγείρουν ούτε το ένα χιλιοστό του ενδιαφέροντος μίας ανάλυσης για τον επανασχεδιασμό του χάρτη στη μέση ανατολή; Έτσι απάντησα στις ενοχές μου και, σε πείσμα των πιθανών αντιδράσεων τύπου «εδώ ο κόσμος καίγεται και το μουνί χτενίζεται», της υπονόμευσης του «σκεπτόμενου» χαρακτήρα των μπλογκ και της δημοσιογραφικής/αφυπνιστικής τους προσφοράς, θα αφεθώ να γράψω για τα μικρά πράγματα που γράφω πάντα, για τα μικρά πράγματα που είναι η καθημερινότητά μου.


ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΑΒ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ

Τι θαύμα! Ακριβώς τη μέρα που είχε αναγγείλει, το σούπερ μάρκετ της κεντρικής πλατείας Ηλιούπολης άνοιξε αναθεωρημένο και συμπληρωμένο. Κάτω από την τεράστια κόκκινη-μπλε ταμπέλα από γυαλιστερό πλαστικό, οι Ηλιουπολίτες λένε στην υπεύθυνη: «Καλορίζικο! Πολύ ωραίο το φτιάξατε!» και κοιτάνε το ταβάνι, που τώρα πια δεν είναι στο Θεό, αλλά άσπρισε και χαμήλωσε για να απλωθεί ελεύθερα ο δεύτερος όροφος, που ως τώρα ήταν μικρός σαν κεφαλόσκαλο. Οι ταμίες καμαρώνουν και χαμογελάνε. Είναι η πρώτη μέρα που το σούπερ μάρκετ λειτουργεί ανακαινισμένο, και τα ψάρια λάμπουν μέσα στους πάγους τους, τα λαχανικά φωσφωρίζουν τακτοποιημένα και ευθυγραμμισμένα σαν συρτάρια με πτώματα στα αμερικάνικες αστυνομικές ταινίες. Μια παλιού τύπου ζυγαριά ανεμίζει, για να προζυγίσουν οι πελάτες τα φρούτα τους πριν τα πάνε στον κύριο με τις ρυτίδες χαμογελαστής έκφρασης και τα χέρια δεμένα στον ποπό.

Θαυμάζω. Επιτέλους, το σούπερ μάρκετ μου έγινε καθαρό, συμμαζεύτηκε, ράφτηκε, βάφτηκε. Στο κρεοπωλείο είναι ο ηλικιωμένος κοτσωνάτος ανοιχτόχρωμος κύριος με τους αριστοκρατικούς τόπους. «Συγχαρητήρια, θαύμα η ανακαίνιση!» λένε οι γειτόνισσές μου με τα ασπρόμαυρα κλαρωτά φουστάνια και τα βαμμένα θαμπά μαλλιά περμανάντ και τα μάτια τους χαμογελάνε. «Και πού να δείτε πάνω, πήγατε πάνω; Α, είναι καταπληκτικά! Ναι, ναι! Τι να βάλουμε για κιμά; Ελίτσα;» Πηγαίνω πάνω με το ασανσέρ - δεν ξανάγινε εδώ πέρα! Μόλις βγαίνω, με περιμένει φάτσα ένα σταντ με βιβλία - μπεστ σέλερ, όπως ο καινούριος Μικρός Νικόλας, Νταν Μπράουν, και πιο κάτω παιδικά των εκδόσεων Παπαδόπουλος. Ψάχνω τα τελευταία να δω αν υπάρχει κανένα που έχω κάνει διόρθωση εγώ, αλλά δεν υπάρχει, είναι για πολύ μικρά πιτσιρικάκια. Ο όροφος απλώνεται και απλώνεται και βρίσκω μέχρι και ξεβουλωτικό εργαλείο, που παλιά δεν έβρισκα ούτε καλαθάκι για την τουαλέτα. Οι πελάτες περιπλανιούνται και σχεδόν χαμογελούν ο ένας στον άλλον, τύπου «αυτό το μοιραζόμαστε εδώ και τώρα και περνάει μέσα μας σαν συλλογικό βίωμα» - είναι, σε μικρότερη κλίμακα βέβαια, η αίσθηση που υπήρχε στον αέρα τις πρώτες μέρες τις λειτουργίας του μετρό. Μόνο η κορδέλα λείπει - δεν ξέρω, μπορεί και να έκοψαν, μπα, μάλλον όχι.

Ψωνίζω πολλά πράγματα και ξοδεύω όλο το πενηντάρικο που δανείστηκα για μέχρι τη Δευτέρα. Στο ταμείο λίγο σαστίζω: τώρα θα πρέπει να δανειστώ κι άλλα λεφτά. Όμως δε ζητάω να μου αφαιρέσουν τίποτα, η κάρτα μου μαζεύει 18 πόντους (166 - σύντομα 200!), φορτώνομαι τις τσάντες και γυρίζω σπίτι με το στήθος προτεταμένο.


ΠΟΔΙΑ ΣΤΟ ΚΑΘΙΣΜΑ

«Σας παρακαλώ, κατεβάστε το πόδι σας από το κάθισμα» μου είπε ο ταξιτζής. Το αριστερό μου πόδι έχει βγει από τη σαγιονάρα και κουλουριάζεται μισό σταυροπόδι στο κάθισμα. Το κατέβασα, αλλά, ειλικρινά, εφόσον δε φοράω παπούτσι, άρα δε λερώνω το κάθισμα, δε βλέπω γιατί ενοχλώ. Αν το πόδι μου βρομούσε, θα το δεχόμουν. Αλλά το πόδι μου είναι πεντακάθαρο και μυρωδάτο, έχω βάλει και κρέμα και το ίδιο πρωί έπλυνα τις σαγιονάρες. Ρωτάω για να μάθω πώς το βλέπει ο κύριος καθωσπρέπει ταξιτζής. Μου λέει ότι δεν είναι αισθητικά ωραίο. Μα δεν υπάρχει κάποιος δίπλα μου για να υποστεί την «αισθητική προσβολή» και ο οδηγός υποτίθεται ότι βλέπει το δρόμο μπροστά. Άλλο επιχείρημα καθωσπρεπισμού: «Έτσι σε έχουν μάθει να κάνεις;». Ξέρω γω, πρέπει να κάνουμε ό,τι μας μαθαίνουν, επειδή μας το μαθαίνουν; Ο ταξιτζής νομίζει ότι του πάω κόντρα από εγωισμό και το λέει, και επίσης προσθέτει ότι δεν έχω τρόπους επειδή ακόμα δε βγήκα απ' τ' αυγό. Περίεργο, δε χαίρομαι που με έκαναν πάλι μικρή. Και πραγματικά απορώ, μου φαίνεται παραξενιά αυτή η εμμονή με τα πόδια κάτω, δεν του πάω κόντρα ως τώρα, αλλά τώρα θα του πάω, γιατί με προσβάλλει και εύχομαι να είχα πατήσει κουτσουλιές και να του λέρωνα το πατάκι. Και στο μυαλό μου έρχεται η χτεσινή σκηνή στο Ηρώδειο:

Δίπλα μου κάθεται μια κυρία με τον κανακάρη της, ηλικίας φοιτητή. Οι παραδιπλανές της, δύο φίλες, μαζεύουν τα πόδια στο στήθος και τα αγκαλιάζουν, τα πέλματά τους πάνω στο μαξιλαράκι του Ηρώδειου, οι σαγιονάρες κάτω. Η κυρία σηκώνεται και ζητά από την ταξιθέτρια να της αλλάξει θέση. Η ταξιθέτρια λέει ότι δε γίνεται. Η κυρία μεταφέρει τα κακά νέα στο γιο της αγανακτισμένη. «Μα είναι πράγματα αυτά; Πώς το επιτρέπουν;» Οι φλέβες της έχουν τσιτωθεί κάτω από το κολιέ. Η φίλη μου αντιδρά πολύ χαριτωμένα: «Άντε, άντε, περάστε τώρα, δεν πειράζει, καλέ!».

Ο ταξιτζής έχει βγει από τα ρούχα του (όχι όμως από τα παπούτσια του). Μα τι μανία να είναι τα πέλματα καρφωμένα στη γη! Εκεί, στο καθήκον. Δικαιούνται μόνο επαφή με το έδαφος, όπως το βλέμμα των βοδιών στο χωράφι δικαιούται να κοιτάει μόνο μπροστά, στριμωγμένο στις παρωπίδες. Τα πέλματα είναι μέλη βήτα κατηγορίας, η σάρκινη υπόστασή τους δεν έχει τη γοητεία του ώμου, του λαιμού, του καρπού, του αφαλού. Είναι απλώς πόδια, ταπεινά εργαλεία για το βάδην και την ορθοστασία, που προκαλούν αμηχανία και καλύτερα να μην τα εξισώνουμε με το υπόλοιπο κορμί. Καλύτερα να τα κρύβουμε και, αν γίνεται, να τα τυλίγουμε και μέσα στο σεντόνι όταν είμαστε στο κρεβάτι. Θα υπερβάλω αν πω ότι ο κόσμος είναι αποξενωμένος από το σώμα του; Αν πω ότι η οικειότητα με το πόδι εμπίπτει πλέον στην κατηγορία της ποδολαγνείας (και μόνο έτσι ίσως θα γινόταν αποδεκτή);

Ξέρω ωστόσο ένα επιχείρημα που θα είχε μεγάλες πιθανότητες να πιάσει και στις δύο περιπτώσεις: «Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, Ο Σωκράτης, ο Σοφοκλής, ο Ηρόδοτος και πολλοί άλλοι, καθόντουσαν με τα πόδια στο ίδιο ύψος με τον κώλο». Δεν το επιχειρώ. Κάνω απλώς μια νοερή σημείωση, τιμώντας όλα τα παραμελημένα και ταπεινωμένα πόδια αυτής της πόλης, να φερθώ έξτρα τρυφερά στο πρώτο ζευγάρι πόδια που, όπως μια πλάτη, ένα στομάχι, ένα πουλί, θα βρεθεί γυμνό, έξω από τα σεντόνια, στο κρεβάτι μου.

15.6.06

Σωστός ο Γιαν Τιερσέν

Θα μπορούσε: α) να παίξει Αμελί με την ενορχήστρωση του σάουντρακ, τύπου «πάρτε το προκάτ χιτ στ' αυτάκια, αφού γι' αυτό ήρθατε» - και το κοινό να το φχαριστηθεί, αφού όντως γι' αυτό ανέβηκε στο Λυκαβηττό (η πλειοψηφία). β) να μην παίξει καθόλου Αμελί, διότι δεν μπορεί ένας μουσικός να παγιδεύεται από το ίδιο του το χιτ και να κάνει τεμενά στον άψαχτο ακροατή - και το κοινό (η πλειοψηφία) να αποχωρήσει μες στην απογοήτευση. Με το α) θα «πρόδιδε» τον εαυτό του, με το β) το κοινό του. Δύσκολο το δίλημμα - αν μείνεις σε αυτό. Διότι να που υπήρχε λύση: το θέμα (τα θέματα) της Αμελί παιγμένα λίαν κιθαριστικά και παραλλαγμένα σε βαθμό διασκευής.

Η λύση αυτή δεν είχε προκύψει στη συναυλία των Radiohead στο Λυκαβηττό τo 2000, διότι προφανώς εκείνοι, σχετικά με το δικό τους χιτ, έμειναν στο δίλημμα. Και επέλεξαν το β), δηλαδή να μην παίξουν το Creep, που το κοινό (η πλειοψηφία) περίμενε.

Φυσικά, υπάρχει βασική διαφορά στις δύο περιπτώσεις: από τη μία πρόκειται για ένα ολόκληρο σάουντρακ, από την άλλη για ένα μόνο κομμάτι. Ωστόσο, και τα δύο σύστησαν τα ονόματα στο μεγάλο κοινό. Και τα δύο δε live έγιναν στην Ελλάδα πολλά χρόνια μετά ΤΑ ΧΙΤ (5 το live του Τιερσέν μετά την ταινία Αμελί, 7 αυτό των Radiohead μετά το άλμπουμ Pablo Honey), με both τα ονόματα να έχουν βγάλει κατόπιν μπόλικες δουλίτσες (+4 άλμπουμ o Tιερσέν, +2 και το 3ο να κυκλοφορεί λίγους μήνες αργότερα, χώρια τα ιπιά -ep-, οι Radiohead), οι οποίες ωστόσο παρέμεναν σε δεύτερη μοίρα στη συνείδηση της θειας μου της Θοδώρας (=ευρύ κοινό) σε σχέση με ΤΑ ΧΙΤ. Θα μπορούσε λοιπόν ο Τομ Γιορκ (ή έστω ο Κόλιν Γκρίνγουντ, που είχε και τα γενέθλιά του εκείνη τη μέρα) να πει: «Ας κεράσουμε τους αδαείς ακροατές που έχουν μείνει στην εποχή του Creep το κομματάκι που περιμένουν πώς και πώς, μιας και ερχόμαστε για πρώτη φορά στην Ελλάδα και ένας Θεός ξέρει πότε και αν θα ξανάρθουμε, αλλά ας του ρίξουμε μια ξεγυρισμένη αναπροσαρμογή, για να πάρουμε και τα σώβρακα των φανατικών οπαδών, που ξέρουν απέξω τους στίχους όλων των ιπιών -ep- μας και τους έχει έτσι κι αλλιώς σηκωθεί η τρίχα κάγκελο». Ε, they didn't.

Δεν είναι που είχα τα γενέθλιά μου κι εγώ εκείνη τη μακρινή μέρα και νομιμοποιούμουν να τσαντιστώ με όποιον δε μου έκανε το χατίρι. Είναι που εκτίμηση φουλ πάντα είχα μόνο στο μουσικό που σπάει το κεφάλι του και βρίσκει τον τρόπο να ξεπαγιδευτεί από την ίδια του την επιτυχία, σεβόμενος ταυτόχρονα και τη δημιουργική του υπόσταση και την προσδοκία της μάζας. Διότι η τοποθέτηση της μάζας είναι το μισό live (γι' αυτό μιλάω, όχι για το στούντιο, όπου η μάζα μπορεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό να πάει να χεστεί). Αυτόν λοιπόν το μουσικό εγώ θα μπορούσα να τον ακούω προσεκτικά σε ό,τι έχει να μου πει, χωρίς να μου χαλά η κόμμωση από την αύρα τεμπελιάς/εφηβικού τύπου άρνησης που φυσά από τη σκηνή.

Χτες ο μεσιέ Τιερσέν (που, σημειωτέον, είχε ξανάρθει στην Ελλάδα τη χρονιά ΤΟΥ ΧΙΤ, και επομένως θα μπορούσε να είχε ξεμπερδέψει τότε με αυτό), μου επιβεβαίωσε πόσο πιο πλούσια εμπειρία (και μάθημα, γιατί όχι;) είναι το να παρακολουθείς κάποιον να μην αρκείται απλώς στο ταλέντο του, αλλά να το παιδεύει.

18.5.06

Eurovision 06 - Stay heavy

Στηρίζω Lordi, αλλά, όπως και πέρσι, το «ντους» το δίνω στο Γιάννη Νένε.

21.4.06

Το μπλουζάκι της επαύριον:

ΗΜΟΥΝ ΚΙ ΕΓΩ ΣΤO ΜΠΛΟΓΚΟΠΑΡΤΙ.

16.4.06

Πήγα κι εγώ στην Boom Boom (αν και αυτός ο τίτλος αδικεί το ποστ)

Την ντισκοτέκ εννοώ, στη συμβολή Θησέως και παραλιακής, για την οποία μιλάνε τα παιδιά της νύχτας και έγραψαν τα φριπρέσια. Ένα μέρος όπου η φράση «'80s revival» δε σημαίνει τίποτα.

ΣΤΑΔΙΟ ΠΡΩΤΟ: Θαλπωρή, οικειότητα. Ενθουσιασμός με τα αυτοκόλλητα-καρδούλες «I love Boom Boom» και με τον DJ Soulis, που μιλάει πάνω από τα κομμάτια ανοίγοντας διάλογο με τους τραγουδιστές. Σαστιμάρα με τα τοιχοκολλημένα A4 «Απαγορεύεται το κάπνισμα και το τρενάκι στην πίστα (για τη δική σας ασφάλεια)» και «Μην παρκάρετε στο διάδρομο, ενοχλείτε τους σερβιτόρους» («Δε νιώθεις εδώ μέσα ότι κάποιος θα σου κάνει παρατήρηση;»). Είναι απελευθερωτικό που ο καθένας χορεύει με κινησιολογία όποιου μουσικού ρεύματος του καπνίσει (και μερικοί μπροστά στον καθρέφτη, σαν να έχουν πίσω τους καμιά δεκαριά άτομα να μιμούνται τις κινήσεις τους σε πρόγραμμα step-aerobics). Παραμερίζοντας την κουρτίνα και κοιτώντας έξω από το παράθυρο, βλέπεις γραμμένο στον απέναντι τοίχο του δρόμου με μαύρα γράμματα: «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ» - αυτοί ο ρόλοι τοίχου και κουρτίνας σανιδώνουν το κέφι μας. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι ο τρόπος που διασκεδάζαμε τότε αντικατοπτρίζει τη σαφήνεια εκείνης της εποχής: Αν θες να χορέψεις ή να φλερτάρεις, πας στην πίστα, αν θες να πιεις, να καπνίσεις ή να συζητήσεις, κάθεσαι στο τραπέζι. Σήμερα στα κλαμπ τα μπουρδουκλώνεις αυτά, τα κάνεις όπως λάχει και όλα μαζί, σαν ένας ασαφής τουρίστας στη χώρα της φλουότητας.

ΣΤΑΔΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: Χορός. Όταν χορεύουμε, δε σκεφτόμαστε.

ΣΤΑΔΙΟ ΤΡΙΤΟ. Αφόρητη ζέστη («κλιματισμός κι αυτός '80s»). Αδιέξοδο με το ότι οι δυνατότητες σε αυτό το μέρος εξαντλούνται: πήρες και από πίστα, πήρες και ποτό, κουβέντιασες, πέρασες από όλα τα στάδια - και τώρα; Είσαι άνθρωπος των 00s, που η ασάφεια του δίνει την ελπίδα και που οτιδήποτε ασάρωτο του φαίνεται πιο πλούσιο, κι όμως ένας κάποιος τρόμος πλανάται για τη στιγμή που θα περάσεις από την έξοδο και θα βρεθείς στα 00s. Οι παράξενα ντυμένοι και κατά λάθος ντεμοντέ άνθρωποι φαντάζουν πολύ μόνοι. Τα 80s κομμάτια είναι τα πολύ προβλέψιμα και η μουσική προέρχεται και από τα 70s και από τα 90s. Δεν είναι και ό,τι καλύτερο όλο αυτό, αλλά δεν προκαλεί όση αμηχανία προκαλούν τα νησιώτικα. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι δεν μπορείς να προσλάβεις με φυσικότητα το μεταμοντέρνο, αν το συνολικό τοπίο δεν είναι μεταμοντέρνο: Χτες στο μπαρ Άνθρωπος, το ότι ο dj πέρασε από τoυς Peppers σε νησιώτικο δε γέννησε κανένα συλλογισμό. Σήμερα στην ντισκοτέκ οτιδήποτε εκτός από ντίσκο ακούγεται άσχημο και ύποπτο.

ΣΤΑΔΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ. Σε αυτό το στάδιο, έχουμε φύγει από την Boom Boom, έχοντας πάρει ο καθένας το αναμνηστικό του δωράκι που μας κάνει να νιώθουμε σαν να φύγαμε μόλις από παιδικό πάρτι. Νοσταλγούμε ήδη την ντισκοτέκ, μάλλον γιατί φύγαμε πριν από τα «μπλουζ». (Εμένα η φάση με τα «μπλουζ» ίσως να με κατέθλιβε, γιατί δεν είχα αγαπημένο να χορέψω μαζί του κι έτσι δε θα μπορούσα να πάρω σοβαρά και αυτόν το χορό, όπως τους άλλους, αλλά θα έπρεπε να τον δω χλευαστικά, όπως θα ταίριαζε σε ένα 80s revival, κάτι που δεν είχε καμία θέση εδώ.) Το πάρτι κάποιου φρι περιοδικού όπου πηγαίνουμε είναι απολύτως χάλια. Το να σκεφτώ αν αυτό έχει να κάνει με τα 00s μου φαίνεται κουραστικό και άκυρο.

ΣΤΑΔΙΟ ΠΕΜΠΤΟ. Μια μίνι περιπλάνηση στην Αθήνα αποκαλύπτει ότι όλα τα μπαρ κλείνουν. Όλα; Όχι. Υπάρχει ένα μπαρ-ηπερήρωας που αντιστέκεται στην ηλιακή εισβολή. Μια κουβέντα για θέματα που μας απασχολούν ξεδιπλώνεται, από την οποία λείπουν οι ατάκες και περισσεύει η προσήλωση. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι αυτό το πράγμα (η κουβέντα, όχι το μπαρ) είναι υπεράνω δεκαετιών. Έτσι, δεν έχει συντεταγμένες και γι' αυτό το βρίσκεις πολύ εύκολα και πολύ δύσκολα, παντού και πουθενά, κι ακόμα, ξέρεις και δεν ξέρεις πώς και πότε θα το ξαναβρείς.

ΣΤΑΔΙΟ ΕΚΤΟ. Ποστάρω τη βραδιά, είναι 9.39. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι υπάρχει κάποιος άνθρωπος που θα ήθελα πολύ να ήταν τώρα εδώ, για να τα κουβέντιαζα όλα αυτά μαζί του τρώγοντας την ομελέτα, αντί να τα γράφω σα μαλάκας στο μπλογκ μου.

14.4.06

Έι, μπλόγκερ...

...Θα σε δω στο ΠΑΡΤΙ.

15.3.06

Η Λεσπριτία, η Chili, η Xpensive, η Άννα Βίσση και η γκριμάτσα

Όπως κάθε δεύτερη Τρίτη του μήνα, έτσι και χτες, οι τρεις αγαπημένες φίλες Λεσπριτία, Chili και Xpensive μαζευτήκαμε στο σπίτι της Χpensive. Παίξαμε λίγο με το μωρό, τη βοηθήσαμε να του κάνει μπάνιο και είπαμε τα δικά μας (αλλά και τα δικά τους). Κάποια στιγμή βάλαμε ΝΕΤ για να δούμε ποιο τραγούδι θα ΜΑΣ εκπροσωπήσει στη Γιουροβίζιον. Και τότε θυμηθήκαμε πόσο εύστοχη ήταν η υπέρτατη βρισιά του Θέμη Τάταρη (Θεός σχωρέσ' τον, εκεί που βρίσκεται): «Που να τα φας στη Βίσση».

Ατάκες που ακούστηκαν (χωρίς να υπολογίσουμε τα όσα προσπάθησε να πει το εμβρόντητο μωρό):
«Μπροστά της ο Μιχάλης Ρακιντζής είναι η επιτομή του στιλ - κάτι σαν την Νταϊάνα».
«Τα κάθε τρεις και λίγο botox τη μαράνανε, δεν κοιτάει να βρει κανένα στιλίστα της προκοπής».
«Με ποιο κριτήριο επέλεξε να ντυθεί στο Βλάση Χολέβα και όχι στο Βασίλειο Κωστέτσο».
«Τον καημένο το Σεγρεδάκη [στιλίστα των σούπερ εμφανίσεων των παρουσιαστών], θα τσούζουν τα ματάκια του μ' αυτά που βλέπει».
«Μα ποιος της διαλέγει τα ρούχα, ο Τάκης Κουβατσέας;»
«Μακάρι να είναι κι ο Κουβατσέας στη Γιουροβίζιον, γιατί έτσι θα γελάσουμε, ενώ με τη Βίσση σκέτη μόνο θα κλάψουμε».
«Ποιος είναι αυτός ο κομμωτής που της πετυχαίνει τόσο καλά τη βαφή κίτρινο που πρασινίζει».
«Αν θες ένα σύντομο ορισμό του κιτς, δες την εμφάνιση της Αννούλας με το μπλουζάκι Rolling Stones».
«To μόνο κοινό που έχει με τους Stones είναι η ηλικία».
ΔΙΑΛΟΓΟΣ ENA: Chili, Λεσπριτία: «Δεν πρέπει όμως να διαλέξουν την μπαλάντα, γιατί υποτίθεται ότι το ατού της Βίσση είναι η σκηνική παρουσία και με μπαλάντα δε θα δείξει». [Στα επόμενα δεύτερα η Άννα σέρνεται στα πλατό τραγουδώντας την μπαλάντα]. Xpensive: «Και νομίζατε ότι δε θα είχε σκηνική παρουσία στην μπαλάντα, καημένες μου».
«Αν πατώσει στη φετινή Γιουροβίζιον -που εύκολα-, θα μπορεί να περηφανεύεται ότι είναι στα χνάρια της Μαντόνα - ως ηθοποιού».
«Είναι χαυλιοδοντάκι αυτό στη ζώνη της; Αυτό που ήταν μόδα πριν από οκτώ χρόνια;»
«Έχω ακούσει ότι ο Κωστόπουλος παλιά φορούσε ένα χαυλιοδοντάκι που το είχε δώσει στο Ρουβά για να το φορέσει σε ένα εξώφυλλο στο Nitro. Μήπως αυτός της το δάνεισε;».
ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΔΥΟ: Άννα Βίσση: «Είμαι αληθινή». Chili: «Δυστυχώς για μας».
«Είναι ακόμα γραφική ή έχει περάσει στην κατηγορία του γελοίου;»
«Της έχει κατσιρδίσει» [στα χιώτικα: αυτός που του έχει σαλέψει, παραληρεί και δεν αντιλαμβάνεται ότι γελοιοποιείται].
«Ιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι!!!!!!» [Όταν έσκασε με το μπλουζάκι Eurovission.]
«Ντροπή».
«Έλεος».
«Κόκα».

Κάποια στιγμή ήρθε ο Γ. από τη δουλειά, κοίμισε το μωρό και μετά μας ρωτούσε θέλετε το 'να και θέλετε τ' άλλο και μήπως να πάω να πάρω φαΐ και τέτοια, αλλά εμείς, σοκαρισμένες απ' αυτό που βλέπαμε στην τιβί, του γνέψαμε απλώς να κάτσει μαζί μας. Εκείνος είπε: «Πάω μέσα να δω μπάλα. Μην τυχόν και ψηφίσετε».

Η βραδιά τελείωσε με εμάς να έχουμε απλώσει στο τραπέζι ένα περιοδικό με μια φωτογράφιση της Δέσποινας Βανδή και να προσπαθούμε να μιμηθούμε την γκριμάτσα στόματος - σήμα κατατεθέν της. Έπειτα από πολλές καλές προσπάθειες από όλες μας, εγώ ανακάλυψα ότι, για να πετύχει η γκριμάτσα απολύτως, πρέπει, εκτός από το να σουφρώνεις τα χείλη σου, να δαγκώνεις και τα μάγουλα από μέσα, για να φτιάξεις μήλα. Κι έτσι οι επόμενες προσπάθειές μας ήταν σχεδόν τέλειες (σκέτο τέλειες θα ήταν μόνο αν δεν είχαμε χιλιοστό χείλους). Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε, αποχαιρετηθήκαμε χωρίς να χαμογελάμε, γιατί το χαμόγελο χάλαγε την γκριμάτσα.

2.3.06

Η τελευταία φουρνιά από εσεμέσια δείχνει μια αδυναμία στους Beatles

- Δατς ιτ: είμαι ευτυχισμένη.
- Happiness is a warm gun.

- Πώς είστε, αγαπητή; Οικογενειακές υποχρεώσεις εξετελέσθησαν. Να βρεθούμε σήμερα;
- Working class hero.

- Πάλι ξέχασες φορτιστή. Αμάν! Πότε θα βάλεις κάρτα μνήμης;
- When I'm sixty four.

Υποθέτω ότι για την απάντηση "Αcross the universe" πρέπει να δοθεί εσεμές-πάσα σχετικά με το πρότζεκτ του διαστημικού ασανσέρ.

24.2.06

Kiss the fog

Εμένα, πάλι, σήμερα μου φαίνεται σαν να έχω μόλις κλείσει το καυτό νερό σε ντουσιέρα χαμηλοτάβανου μπάνιου. Από τους ατμούς, η μύτη μου ούτε φαίνεται ούτε μπορεί ν' ανασάνει. Και από τη δίψα για ορατότητα και ανάσα, το σώμα ολόκληρο γίνεται απορροφητήρας που πάνω του κολλάνε χαρτιά, περαστικοί, λάμπες αλογόνου και κινητά τηλέφωνα.

Ωραίο δεν είναι αυτό;

Επίσης, πάντα υπάρχει η παρομοίωση με την πτήση του αεροπλάνου μέσα στα σύννεφα. Νομίζω πως σε όλους αρέσει να πετάνε ψηλά.

7.2.06

Το όνειρο της chili*

Νομίζατε ότι το παράσιτο chili κατάπιε τη γλώσσα του και εξαφανίστηκε από το μπλογκαναριό; Χα. Λάθος - για το chili μιλάμε, όχι για το fidi. Και επειδή αυτό το μπλογκ νοστάλγησε τα Wendy's, δέχεται με χαρά το κέρασμα μιας μερίδας chili με τυρί.

Tύφλα να ’χει ο Ντέιβιντ Λιντς

Βρίσκομαι στο Gagarin για να παρακολουθήσω το λάιβ των Fun Lovin Criminals παρέα με την Έφη Ανέστη (φίλη μου και beauty editor του Cosmopolitan, η οποία, πώς λέμε λάιβ, ξένη μουσική και ξενύχτι; Ε, καμία σχέση!) Κι ενώ απορώ πώς ήρθε μαζί μου, μου εξηγεί ότι πρέπει να φύγει, γιατί είναι πολύ αργά και έχει και δίδυμα αγόρια 10 μηνών να φροντίσει (όντως), και με παρατάει σύξυλη. Το 'ξερα γμτ μου ότι θα φύγει. Και τώρα τι θα κάνω, σκέφτομαι, μόνη μου εδώ πέρα;

Αρχίζω να αισθάνομαι εκτεθειμένη και μετανιώνω την ώρα και τη στιγμή που αποχωρίστηκα τις παντοφλίτσες μου για να κουβαληθώ εδώ. Ωστόσο, αποφασίζω να βάλω ένα τουβλάκι στην τζένγκα αυτοπεποίθησή μου και να το παίξω άνετη, γι’αυτό κάνω μια βόλτα και πέφτω μούρη με μούρη με… το
Μάρκο Φράγκο (όσοι παρακολουθείτε αυτό το μπλογκ θα ξέρετε ήδη ποιος είναι) και κάποιους συντάκτες του. Ένας από αυτούς, παλιός και κρυφός μου πόθος (και να με κρεμάσεις ανάποδα, όνομα δε λέω, ουστ από δω, γκερμανικό γκουρούνι), φοράει κόκκινο τισέρτ που πολύ του πάει και μιλάει με το Μάρκο. Χαρά εγώ, «ποτέ δεν είναι αργά», τον πλησιάζω και τότε εκείνος –που δε με έχει δει- αγκαλιάζει την κοπέλα του. Αμάν πια! Γιατί ποτέ δε με θέλουν εκείνοι που θέλω; Άει στο καλό, τι θέλω και βγαίνω από το σπίτι;

Κι ενώ η απογοήτευση ξεχειλίζει κι από τ' αυτιά μου, κατευθύνομαι μπροστά στη σκηνή, όπου έχουν τοποθετηθεί καθίσματα κινηματογράφου και εκεί τυχαία συναντώ τη φίλη μου Λεσπριτία, ανταλλάσσουμε κάτι μάμπο τζάμπο, δε θυμάμαι (-Γιατρέ, έχω αμνησία -Τι έχεις; -Τι έχω;) και το λάιβ ξεκινά με support ένα σχήμα που αποτελείται από: το Γιάννη Δημητριάδη (δεξιοτέχνης πληκτράς, μέλος των πάλαι ποτέ Oh! My Garden, των Happy Dog Project και σεσιονίστας του Ομάρ Φαρούκ Τεκμπιλέκ) και τον τραγουδιστή των Sharp Ties. Ξαφνικά, μέσα από τις κουρτίνες (βελούδινες, παρακαλώ) ξεπροβάλλει ο Θανάσης Βέγγος και αρχίζει να ραπάρει! Μωρέ μπράβο, σκέφτομαι, πότε πρόλαβε ο άνθρωπος να συνέλθει από το εγκεφαλικό, εύγε, εύγε - και φτιάχνει και πολύ καλές ρίμες. Κοίτα να δεις, αν δεν το 'βλεπα, δε θα το πίστευα!

Μετά βγαίνουν οι Fun Lovin’ Criminals και εγώ ως διά μαγείας μεταφέρομαι στο κρεβάτι μου. Έχει άραγε ζεστό νερό να κάνω ένα ντουσάκι; σκέφτομαι. Σηκώνομαι και φοράω τις παντοφλίτσες μου. Επιτέλους, είμαι σπίτι.

*Αφιερωμένο στο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.

Not a brain wave by l'esprit de l'escalier:
A dream wave by chili.

15.1.06

Κι άλλη εκτροπή

Άσχετο, αλλά όταν ανοίγετε το μπλογκ μου βλέπετε μια λευκή λωρίδα ανάμεσα στην ημερομηνία και στον τίτλο του ποστ; Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του template μου θα πρέπει να βλέπετε απλώς μια διακεκομμένη γραμμή, όπως εγώ. ;;;

Άλλο άσχετο είναι: Δεν είχα πει ότι μου αρέσει η Λιάνα Κανέλλη; Από προχτές που την είδα να συνεντευξιάζεται στη ΝΕΤ μου αρέσει ακόμα πιο πολύ.

Επίσης θέλω να πω ότι στο Κινγκ Κονγκ, που το κατευχαριστήθηκα, μου άρεσαν πολύ δύο λεπτομέρειες. Πρώτον το ότι η Αν προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τον Κονγκ πετώντας μπάλες στον αέρα σαν ζογκλέρ, δηλαδή παίζοντας, απεικονίζοντας έτσι το πόσο έλκεται το αρσενικό από το παιχνίδι και το πόση σημασία έχει για την εδραίωση μιας σχέσης να αφήνει το θηλυκό την παιχνιδιάρικη πλευρά του να εκδηλώνεται. Δεύτερον, το ότι ο ναύτης τύπου Μόγλης, που μεγάλωσε στο αμπάρι του πλοίου, διαβάζει την Καρδιά του Σκότους του Κόνραντ, πράγμα που, σε συνδυασμό με τη φρίκη τύπου Αποκάλυψη Τώρα που αντικρίζουμε στο Νησί του Κρανίου, ρίχνει πάνω στην προσπάθεια κατάκτησης του απάτητου (και στον ίδιο το σκηνοθέτη Καρλ Ντέναμ - Τζακ Μπλακ) τη σκιά από το ψυχικό σκοτάδι του Κουρτς. Ειδικά αυτό το δεύτερο το βρήκα πολύ έξυπνο εκ μέρους του Πίτερ Τζάκσον.

11.1.06

Εκτροπή URL

28.12.05

Κι άλλες λίστες

- Αλίκη Βουγιουκλάκη (ειδικά με πλατύγυρο καπέλο να τραγουδάει: «Μες σ' αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή...» - όταν ήμουνα μικρή, τα καλοκαίρια, έβαζα ένα ψάθινο καπέλο με κορδέλα, έγερνα το κεφάλι και το τραγουδούσα, με τη σκέψη μου στο Γιώργο από την έκτη δημοτικού, που περπατούσε με τα πέλματα στραμμένα προς τα μέσα· εξαιτίας του πρώτου αυτού πλατωνικού έρωτα, ο αρχετυπικός ιππότης με το λευκό άλογο βαφτίστηκε Γιώργος στο μυαλό μου - ενδεχομένως βέβαια στη βάφτιση να βοήθησε και ο συνειρμός με τον Άι-Γιώργη, που κάθεται σε άλογο), Ελένη Φιλίνη, Μαρία Αλιφέρη, Πάμελα Άντερσον, Λιάνα Κανέλλη, Κρίστεν από την Τόλμη και γοητεία.

- Γιάννης Πάριος (όχι μόνο από Τα Νησιώτικα), Πάνος Μιχαλόπουλος (τον θεωρώ ταλέντο που πήγε χαμένο λόγω τραγικά λανθασμένων επιλογών - το ανάλογο του Γιώργου Κωνσταντίνου μιάμιση δεκαετία μετά, ο οποίος επίσης μου αρέσει, μάλλον γιατί μου θυμίζει το ήμισυ του μπαμπά μου· το άλλο ήμισυ μου το θυμίζει ο Λάμπρος Κωνσταντάρας - ο μπαμπάς μου δηλαδή είναι ένας ψηλόλιγνος με στομάχι και γαλανά μάτια, για να μείνουμε στην ασφάλεια της περιγραφής του φιζίκ), Πασχάλης, Στέλιος Καζαντζίδης, Νίκος Δαδινόπουλος.

Παλιά (από δεκαετία '80 κ.εξ.) είχα πείσει τον εαυτό μου ότι τους περιφρονούσα, επειδή, αν τους υποστήριζα, θα έτρωγα πολλή χλεύη στη μάπα από το φιλικά προσκείμενο στη διανόηση οικογενειακό μου περιβάλλον, και δεν είχα το σθένος να την αντιμετωπίσω. Τώρα που, ερχόμενη σε επαφή με βαθύτερα κομμάτια του εαυτού μου, αποδέχομαι το ότι μου αρέσουν (με διάφορους τρόπους), πάλι αποφεύγω να το δηλώνω, γιατί (αν και παραδέχομαι ότι ευνόησε τη διαδικασία αυτογνωσίας μου η μόδα του καλτ και του τρας) φοβάμαι ότι οι άνθρωποι θα με θεωρήσουν απλώς θύμα του τρεντ. Παλιοζωή.

- Αντιθέτως, με άφηνε και με αφήνει παγερά αδιάφορη η Μαντόνα (όχι τα τραγούδια της, αλλά ως περσόνα - ποτέ π.χ. δε θα έβαζα αφίσα της στον τοίχο, άλλο που όταν ήμουν μικρή είχα βάλει - ήταν στιλιστικό το θέμα: η απρόμαυρη φωτό της Μαντόνα από το True Blue που μοιάζει με τη Μέριλιν ταίριαζε με την απρόμαυρη καρτ ποστάλ της ίδιας της Μέριλιν, που είχα κρεμάσει πάνω δεξιά στον τοίχο, σε κόκκινο φόντο, με ματ τζάμι). Αυτό κι αν είναι δύσκολο να το ξεστομίσω τη σήμερον ημέρα.

UPD: Μου αρέσει ο Γιώργος Νταλάρας. ΚΑΙ ο Τζίμης Πανούσης.

1.12.05

The new «little shots of hapinness»

Από τότε που πέθανε το αγαπημένο μου little shots of happiness, ένα άλλο μπλογκ έχει πάρει τη θέση του στην καρδιά μου (ε, η μπλογκοζωή συνεχίζεται, yk) . Παρ' όλο που ανήκει σε μη εργαζόμενη μαμά με δύο παιδιά που ζει στην Καλαμάτα και η θεματολογία του είναι κυρίως η ζωή στο πλαίσιο της οικογένειας, έχει το ίδιο εφέ πάνω μου με τις πνευματώδεις ιστορίες του yk, ενός ανθρώπου που περπατούσε πάνω κάτω την Αθήνα μέρα νύχτα (και που στο μυαλό του οι λέξεις «παιδιά» και «κόλαση» δεν ήταν και τόσο μακριά μεταξύ τους). Το εφέ, λοιπόν, είναι κάτι σαν το εξής: Πες πως είμαι βότσαλο που κάποιος με ρίχνει στη θάλασσα. Η στιγμή που βρίσκω την επιφάνεια του νερού είναι η στιγμή που ανοίγω το μπλογκ. Από κει και πέρα, το νερό ζωηρεύει τα χρώματά μου και η ταχύτητα της πτώσης μου ανακόπτεται. Πέφτω αργά, αθόρυβα, ανάμεσα σε παλινδρομούντα θαλάσσια φυτά, προς ένα βυθό πλούσιο και ωραίο.

Στο Στο άπειρο κι ακόμα παραπέρα της φίλης μου Στέλλας, συζύγου του παλιού μου φίλου και υπέροχου ανθρώπου Κωνσταντίνου, και σε ποστ όπως τα «Άτιμα τα θηλυκά», «Το πάρτυ», «Ελικρίνεια», «Η μέρα της ζημιάς» κτλ. ή σε φωτογραφίες όπως αυτές των παιδιών με τις μεταμφιέσεις, υπάρχει το είδος της απλότητας που σε αφήνει χορτασμένο, μ' ένα ποτήρι μισογεμάτο στο χέρι.

25.11.05

Κυριακές - yk

(Ιδού το σχόλιο που έσβησα αμέσως πριν, παίζοντας με το εικονίδιο-σκουπιδοτενεκέ. Πρώτη φορά - θα μάθω):
Να κάτι στο οποίο συμφωνούν οι περισσότεροι άνθρωποι: «η Κυριακή είναι η πιο καταθλιπτική μέρα». Εμένα, πάλι, είναι η αγαπημένη μου.
Ξυπνάω όταν χορτάσω ύπνο, όχι όταν χτυπήσει το άθλιο πλαστικό ξυπνητήρι μου. Μπορώ να μείνω στο κρεβάτι όσο θέλω, χαζεύοντας απ’ το παράθυρο τα σύννεφα να προσπερνάνε το ένα το άλλο και τα δέντρα (κυρίως ευκάλυπτοι) να τινάζονται από τον αέρα. Οι ήχοι από αυτοκίνητα που γκαζώνουν και κορνάρουν είναι σποραδικοί, κι έτσι τα τιτιβίσματα από τα πουλιά πάνω στους ευκάλυπτους (ενδεχομένως και από το καναρίνι του γείτονα) ακούγονται πεντακάθαρα. Έχω επίσης το χρόνο να αφουγκραστώ μακρινά γαβγίσματα και παιδικές φωνές από το κυκλοφοριακό πάρκο του αποκάτω δρόμου. Το υπνοδωμάτιό μου παύει να είναι το μπουντρούμι με το υστερικό ξυπνητήρι στη ρύθμιση snooze και μετατρέπεται σε αίθουσα THX.
Αλλά κι αν αποφασίσω να σηκωθώ, μπορώ να κάνω ένα σωρό πράγματα: να αγοράσω εφημερίδες και να πάω για καφέ στη θάλασσα, να επισκεφθώ την έκθεση στο Μπενάκη που έχω τσεκάρει στο Αθηνόραμα, να μαγειρέψω και να καλέσω τους φίλους μου για φαγητό. Μπορώ ακόμα και να δουλέψω – επειδή θα το θέλω εγώ, κι όχι επειδή υποχρεούμαι από κάποια σύμβαση εργασίας που έχω υπογράψει.
Η Κυριακή για μένα είναι συνυφασμένη με την απεριόριστη δυνατότητα επιλογών, με την έλλειψη προγράμματος. Υποθέτω λοιπόν ότι δε θα μου άρεσε ούτε εμένα, αν προτιμούσα τη δουλειά από την τεμπελιά, το καθορισμένο από το απροσδόκητο, την τάξη από την αταξία. Δε θα μου άρεσε, αν δεν μου ήταν τόσο οικεία η νωχέλεια που διαπερνά όλες τις ώρες της. Ακόμα, μαντεύω ότι δε θα μου άρεσε αν δεν είχα τη συνήθεια να προχωρώ στο μέλλον κοιτώντας το παρελθόν: Το βράδυ της Κυριακής δε σκέφτομαι ποτέ την επερχόμενη Δευτέρα, αλλά όλα τα πράγματα που έκανα από τη στιγμή που ξύπνησα μέχρι τώρα που έπεσε ο ήλιος.

20.11.05

Δελφινάριο

Φορούσαμε τις νιτσεράδες μας και τριμάραμε την τζένοα κάτω απ' το ψιλόβροχο. Έκανα μπόλικο τιμόνι κοιτάζοντας ψηλά το windex η κουκούλα μου έπεφτε στα μάτια μου. Πέρασα δίπλα από μια βάρκα με τέντα και τέσσερις γέρους ψαράδες από κάτω της. (Πόσο θα σου άρεσε! Θα τους πλεύριζες και θα τους έπιανες κουβέντα, μες στη μέση του Σαρωνικού. Θα μας κερνούσανε τσίρο και παξιμάδι και μετά εσύ θα ήθελες να μείνεις μαζί τους να ψαρέψεις. Εγώ θα πήγαινα όρτσα μέχρι τη Σαλαμίνα με τα tell tails αλφάδι και θα γύριζα να σε πάρω νυχτερινή πλεύση). Μετά πήγα στην πλώρη: το καλύτερο σημείο. Σκίζεις τα νερά εσύ, όχι το ιστιοπλοϊκό.

Τότε είδαμε και τα δελφίνια. Δυο δυο, παχιά παχιά, να βουτάνε, γκλουπ, στο νερό και μετά να περνάνε κάτω από την καρίνα μας. Πόσο χάρηκα! Είχα χρόνια να δω δελφίνια από τόσο κοντά. Θυμήθηκα το δημοτικό σχολείο και το Χρυσό Τετράδιο, το τετράδιο όπου αντιγράφαμε και φυλάγαμε τα καλύτερά μας ποιήματα, αφού σηκωνόμασταν όρθιοι στο θρανίο και τα διαβάζαμε σε όλη την τάξη την έκτη ώρα κάθε Παρασκευής. Στο Χρυσό Τετράδιο είχε γραφτεί ένα ποίημα για το δελφίνι που είχε γράψει ο Δημήτρης Κωστάλας (aka Νεροψωμάς, επειδή μούλιαζε το ψωμί του κολατσιού του στη βρύση της αυλής πριν το φάει) : Το ποίημα (ή ποίμα) έλεγε:

Δελφίνι είδα ένα πρωί
που ' τανε μες την τρικυμία
και σκέφτηκα πόσο πολύ
χρήσιμο είν' στην κοινωνία.

Η μισή μου φάτσα έκθαμβη από το παράδειγμα ευγενικής αγάπης που έβλεπα μπροστά μου η άλλη μισή δακρυσμένη από τα γέλια στην ανάμνηση του ποιήματος-δελφινάριου. Η όλη υπόθεση θα μπορούσε να γίνει ένα ποστ με ψωμί (μουλιασμένο, μουχλιασμένο, γαλέτα, οτιδήποτε), αλλά θέλω οπωσδήποτε, και απλώς και μόνο, να πω το προφανές: Τα υψηλά αισθήματα και το γελοίο πάντα βρίσκουν έναν τρόπο να συνδεθούν μεταξύ τους και μακάρι η σούμα να ήταν πάντα τόσο αμιγής και δυναμωτική.

10.11.05

Όποιος αντέχει, στο τέλος φεύγει καμαρωτός

«Αυτόματος τηλεφωνητής», Μενέλαος Καραμαγγιώλης, Τρίτο Πρόγραμμα, μετά τις 2:00 π.μ.

Όταν δε σε πιάνει ύπνος, όταν τα τηλέφωνα και τα MSN είναι σιωπηλά και θέλεις να συνδεθείς με τον κόσμο χωρίς να πονέσεις.

Άλλες παυσίπονες εκπομπές: της Ελένης Μαθιουδάκη 8.00-10.00 και του Μανόλη Οικονόμου 12.00-2.00, και οι δύο στον Εν Λευκώ.

13.9.05

Νeo-multi-avopolis

Τελευταία, η κουλτούρα του music junky έχει παρεισφρήσει με φόρα σε ένα μπουκέτο από ιστολόγια που ως τώρα την αντιμετώπιζαν ως άλλο ένα topic και που οι ιδιοκτήτες τους μόλις που άφηναν να υποψιαστούμε τον ιριδισμό στις κόρες των ματιών τους κάθε φορά που άκουγαν ένα γαμάτο καινούριο συγκρότημα. Τελευταία, καταχωρίσεις που μιλάνε για αγάπη, ματαίωση και για το τι έφαγες χτες γεμίζουν παθιασμένα σχόλια περί καταβολών της κρατούσας χορευτικής κουλτούρας και του ποσοστού αυθεντικότητας των μουσικών κινημάτων. Τελευταία, η έκρηξη του ρεφρέν που δε συμβαίνει στα Gagarin αυτής της πόλης ούτε στα μπαρ όπου τα πίνουμε τη νύχτα συμβαίνει στα κάτω κάτω ULR της δεξιάς στήλης με τους Blogbusters.

Σου αποκαλύπτω ότι σπάζομαι αρκετά που αγνοώ τις μισές τουλάχιστον μουσικές πληροφορίες που διαβάζω κι έτσι δεν μπορώ να συμμετέχω στις κουβέντες. Η αλήθεια που επιπλέει όμως είναι ότι τα πνευμόνια μου γεμίζουν φρέσκο αέρα εξοχής (ή μήπως πηχτό εφέ διαδοχικής επίδρασης ουσιών αταίριαστων μεταξύ τους;) όταν βλέπω πόσο βαθιά και σοβαρά συνδέονται μερικοί με τη μουσική και πόσο καθαρά και έξυπνα γράφουν γι' αυτήν. (Στο refreshing των πνευμόνων πρόσθεσε και μια ιδέα από καμάρι γύφτικου σκεπαρνιού, που ξέρω και προσωπικά δυο τρεις τέτοιους καλούς αγωγούς του ηλεκτρισμού του ήχου.)

Κι αν θέλεις όλα τα παραπάνω σε ένα σλόγκαν: Μουσική - Εδώ γύρω υπάρχει μια αλληλεπίδραση που θα σε κάνει να την αγαπήσεις.

:-)

24.7.05

Ego is the yeast*


Προλαβαίνεις να θαμπωθείς στην αναδρομική του Λουκά Σαμαρά μέχρι την ερχόμενη Κυριακή.

*Το εγώ είναι προζύμι - Λ. Σαμαράς

14.7.05

Το κοινό της Επιδαύρου...

...αποτελείται από:

Τους γείτονες. Είναι οι κάτοικοι των γύρω δήμων, που πάνε σε μια θεατρική παράσταση με τη φυσικότητα που θα πήγαιναν σε μια ψαροταβέρνα. Αλλάζουν στο πάρκινγκ του θεάτρου μετά το μπάνιο στη θάλασσα, τινάζουν την άμμο από τα πέδιλα έξω απ' το αμάξι, παίρνουν τα παιδιά απ' το χέρι κι ανηφορίζουν κρατώντας τα μαξιλαράκια τους. Τους θεατρόφιλους και διανοούμενους που κατεβαίνουν από την Αθήνα. Είναι ενημερωμένοι πλήρως για τη διανομή και τους συντελεστές της παράστασης. Έχουν παρακολουθήσει την πορεία του σκηνοθέτη. Έχουν άποψη για τη μετάφραση του αρχαίου κειμένου που έχει επιλεγεί. Τους φοιτητές. Του Θεατρολογικού ή άλλων σχολών και τμημάτων, συνδυάζουν το θέατρο με Σ-Κ εκδρομή. Κατεβαίνουν κατά ομάδες, παρέα με άλλες νεανίζουσες δυνάμεις. Αγοράζουν το πρόγραμμα της παράστασης. Τους ταξιδιώτες που επισκέπτονται για πρώτη φορά την Επίδαυρο. Κάθονται στη πέτρα τους με δέος. Μερικές φορές δακρύζουν την ώρα που πέφτει ησυχία κι ακούγονται μόνο οι γρύλλοι και τα τζιτζίκια, την ώρα που οι μανδύες του χορού σέρνονται αργά προς την ορχήστρα μες στο σούρουπο. Τους ξένους. Βρέθηκαν σε κοντινό ελληνικό έδαφος και εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία να δουν από κοντά το διάσημο αρχαίο θέατρο. Δεν καταλαβαίνουν ελληνικά και απάνια γνωρίζουν την υπόθεση του δράματος. Παρακολουθούν την παράσταση ακούνητοι. Τους κοσμικούς. Φοράνε καλοσιδερωμένα ρούχα, ακριβά κοσμήματα και έντονα αρώματα. Κάθονται στο διάζωμα με τα μαξιλαράκια και χαιρετάνε με χαμόγελα τους διπλανούς τους. Μετά την παράσταση πηγαίνουν στα καμαρίνια για να συγχαρούν τους ηθοποιούς.

Αυτή η σύνθεση είναι που φτιάχνει το καλύτερο, το πιο πλήρες κοινό που που μπορεί να χαρεί μια παράσταση και που οδήγησε στο αυθόρμητο χειροκρότημα μετά τον άψογο μονόλογο του Άγγελου-Βασίλη Χαραλαμπόπουλου στις Βάκχες του Εθνικού.

Τις ως επί το πλείστον θετικότατες κριτικές για την παράσταση (καθημερινή, αθηνόραμα, τα νέα) αντισταθμίζω λέγοντας ότι: α) ο Πενθέας-Ιερώνυμος Καλετσάνος πόρρω απείχε από το να βγάλει την ύβρι που οδήγησε στην οργή του Διόνυσου, β) ο Sine qua non χορός μπορεί να χόρευε ωραία, αλλά όταν μιλούσε ήταν λες και διάβαζε οτοκιού χωρίς πρόβα, γ) χρήσιμη η τέχνη του χορού και οι (εκπληκτικοί) φωνητικοί αυτοσχεδιασμοί της Γιαννάτου για την απόδοση της μανίας και της έκστασης, αλλά τι να τα κάνεις αυτά άμα δε σε βάζουν πρώτα σε μουντ διονυσιασμού οι ερμηνείες, δ) το λευκό χρώμα της σκηνής δεν κόλλησε με τη μέθη και την παραφορά, που απαιτεί φλογερά κόκκινα - δεν έχουμε να κάνουμε με ψυχασθένεια εδωπέρα, ε) (σημαντικό ελαφρυντικό:) οι Βάκχες είναι από τα πιο δύσκολα στο να φτάσουν στο σημερινό κοινό δράματα, δεδομένου ότι η έννοια του διονυσιασμού είναι ξένη σε μας σήμερα (πόσο μάλλον που δεν υπάρχουν πια τα ρέιβ πάρτι στα Οινόφυτα).