14.12.06

Did the math

-H ελπίδα ασχημαίνει.
-Επίσης η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
-Άρα θα πεθάνουμε άσχημες.

2.12.06

Country BlueGrass Blues & Other Music For Uplifting Gormandizers

Μπορεί να μην πρόλαβα να δω από κοντά

-τους Δίδυμους Πύργους
-τη Νέα Ορλεάνη
-τη Χαμπαντότα
-τα γιγάντια αγάλματα του Βούδα,

πρόλαβα όμως να πιω μια μπίρα στου CBGBs.

30.11.06

Πώς σε λένε;

-Μία. Από το Καμία.
-Σία. Από το Μαφία.
-Τία. Από το Μαρία.

23.11.06

Χέλια και δαχτυλίδια

Είχαμε ραντεβού. Άργησες πάλι. Τα ραντεβού μας είναι πάντα στο περίπου. Μου είπες: «Είχα τη μικρή. Πάμε στο ουζερί στο λόφο» και ξεκίνησες να περπατάς χωρίς να περιμένεις να πω αν συμφωνώ. Έτρεχα για να σε προλάβω· περπατάς πάντα μ’ αυτά τα τεράστια βήματα – σαν να έχεις προϋπηρεσία στα βουνά, με μια φλογέρα κι ένα ραδιοφωνάκι κάτω από τη μαύρη κάπα.

Στο δρόμο κάτι σου έπεσε χωρίς να το καταλάβεις. Ένα ροζ βραχιολάκι. Απόρησα. Ροζ; Δε με είδες που το μάζεψα. Ώρες αργότερα, μετά τα ούζα στο λόφο, ακόμα δεν είχες καταλάβει ότι το είχες χάσει. Παράγγειλες κι άλλο χέλι. «Το χέλι είναι πολύ καλύτερο από το σολομό» είπες και σηκώθηκες να πας στην τουαλέτα. Έβγαλα το βραχιολάκι απ’ την τσέπη μου. Είχε ένα άγνωστο λογότυπο πάνω.

Δεν άγγιξα το χέλι – ούτε τον πρώτο ούτε το δεύτερο γύρο. Δεν τρώω χέλι, δεν το ξέρεις, αλλά από το ταξίδι του μέλιτος έχω να φάω. Ταξίδι στο δρόμο, ένα αυτοκίνητο, δύο σκηνές, νιόπαντροι, είχαμε πάρει μαζί και ένα ζευγάρι φίλων που δεν είχαν λεφτά για διακοπές. Πηγαίναμε στην Κεφαλονιά. Κοντά στην αρχαία Ολυμπία, κάτσαμε να φάμε. Μια απέραντη ταβέρνα, ατέλειωτες σειρές τραπεζιών στη σειρά, παιδάκια-γκαρσόνια να τρέχουνε με τους δίσκους κι όλοι να τρώνε χέλια. Παραγγείλαμε κι εμείς αυτό για το οποίο ήταν διάσημο το μαγαζί.

Οι φίλοι ζήτησαν να δουν τις βέρες μας. Ήταν κάτι παράξενα δαχτυλίδια, τρεις κρίκοι με τα τρία χρώματα του χρυσού μπλεγμένοι μεταξύ τους. Τις φορούσα και τις δύο εγώ, που δε μ’ ενοχλούσαν. Τις έβγαλα για να τις δείξω. Μετά ήρθε η παραγγελία, οι βέρες ξεχάστηκαν, ήπιαμε, φύγαμε, την άλλη μέρα ο ήλιος ντάλα στην πρόχειρα στημένη στρατιωτική σκηνή. Μισάνοιξα το μάτι, έσπρωξα με το πόδι μου το καραβόπανο στην είσοδο, μπήκε μια ακτίνα κι έκατσε πάνω στο χέρι μου. Τα δάχτυλά μου γυμνά, οι βέρες μας χαμένες.

Τους ξεσήκωσα και τους τρεις. «Είναι γρουσουζιά να χαθούν, πάμε πίσω στην ταβέρνα». Πήγαμε – σαράντα χιλιόμετρα πίσω. Τα τραπέζια μαζεμένα το ένα πάνω στο άλλο, και στο δρόμο μπροστά απ’ το μαγαζί δεκάδες μαύρες σακούλες σκουπιδιών. «Ψάξετε στα σκουπίδια, βρε παιδιά, άμα θέλετε, άλλο τίποτα εγώ δεν μπορώ να κάνω» είπε ο ταβερνιάρης.

Ανοίγαμε τις σακούλες και χώναμε τα χέρια μέσα στους σκελετούς από τα χέλια, σαν να ξεμαλλιάζαμε τη Μέδουσα. Έκλεινα τα μάτια, γιατί νόμιζα ότι η Μέδουσα θα με μαρμαρώσει – δεν ήμουν ο Θησέας, δεν είχα ασπίδα για καθρέφτη και η αβέβαιη σωτηρία του γάμου μου είχε μια σιχαμένη όψη που δεν ήθελα να βλέπω. Όμως συνέχιζα να ψάχνω χωρίς μιλιά, πίστευα πως μέσα σ’ εκείνα τα φίδια θα έβρισκα ένα σύμβολο αγάπης.

Δεν τις βρήκαμε. Ο ταβερνιάρης με κοίταζε καταστεναχωρημένος να κλαίω δίπλα στις σακατεμένες φιδοφωλιές. Στους άλλους δεν άρεσε τόση δεισιδαιμονία, αυτοί με λυπόντουσαν για άλλο λόγο: που ήμουν τόσο προληπτική. Τώρα μου φαίνεται ότι με λυπόντουσαν που μάθαινα με αυτό τον άχαρο τρόπο ότι ο γάμος μου θα χαλούσε πολύ σύντομα.


Γύρισες από την τουαλέτα, έφαγες το χέλι που εγώ δεν άγγιξα. Σηκώθηκες να φύγουμε, πάλι κατηφόρισα το λόφο λίγα βήματα πίσω σου. Μπήκαμε σ’ ένα μπαρ κι άρχισες να πίνεις. Σε λίγο πήγα να φύγω. «Μη φύγεις, please». Τι σου χρειαζόμουν στην μπάρα μέχρι αργά; Το πρωί θα κρεμιόντουσαν από πάνω μου τα μικρά στον παιδικό σταθμό κι εγώ θα νύσταζα. Αυτή η συνάντηση ήταν για να σου ορκιστώ ότι θα αγαπιόμαστε για πάντα – από την ώρα που βρεθήκαμε πάσχιζα να σου το πω: πρώτα με έστησες πάλι και δεν κόλλαγε, μετά λαχάνιαζα στην ανηφόρα, μετά τα χέλια μού θύμισαν τη γελοιότητα των όρκων. Τώρα έβλεπα το ποτήρι να ρουφάει το πάνω χείλος σου όπως ο άνεμος τις κουρτίνες στα ανοιχτά παράθυρα και αισθανόμουν πως, ό,τι και να ’λεγα, θα σε διέκοπτα.

Έφυγα. Μόνη μου περπατούσα, πάλι όμως ένιωθα ότι έπρεπε να τρέξω, κάποιον να προλάβω. Στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας κρέμασα το ροζ σου βραχιολάκι σε μια τριανταφυλλιά, όπως κάνουνε με το μάρτη τα κορίτσια για να έχουνε ροζ μάγουλα.

Το άλλο πρωί στον παιδικό η κόρη σου μου τράβαγε τη φούστα. «Κυρία, κοίτα τι έχω!» και μου έδειξε ένα ροζ βραχιολάκι στον άσπρο της καρπό. «Πού το βρήκες, αγάπη μου;» «Μου το δώσανε οι κοπέλες χτες στα κινούμενα σχέδια, στο σινεμά. Είναι σαν αυτό που φοράνε στο δάσος όταν αρραβωνιάζονται και τα ζώα τραγουδάνε και χορεύουνε. Εγώ αρραβωνιάστηκα με τον μπαμπά μου χτες και φοράει κι αυτός το ίδιο μ’ εμένα τώρα». 3D animation ο παιδικός σταθμός, εγώ, η κόρη σου, εσύ, γύρω μας βέρες, βραχιόλια, χέλια, φίδια, δαχτυλίδια, όλα να ζωντανεύουν και να τρώει το ένα την ουρά του άλλου.

Πήρα αμέσως το αμάξι να πάω σπίτι, να προλάβω να ξεκρεμάσω το ροζ βραχιόλι των αγνών, αμελητέων αρραβώνων σου, να το σώσω, πριν βγούνε τα θηρία της ζούγκλας πεινασμένα και φάνε τις τριανταφυλλιές. Αγωνιούσα παράλογα. Το βρήκα και το φόρεσα στο χέρι μου. Γύρισα στο σταθμό κι η μικρή ενθουσιάστηκε. «Έχεις κι εσύ, κυρία!». «Δώσε το στον μπαμπά σου να το έχει, μήπως χάσει το άλλο. Για ρεζέρβα, για ανταλλακτικό, κατάλαβες;»

Στο σπίτι έκλαψα. Οι όρκοι μαρμαρώνουν στο στόμα μου, γλιστράνε από τα χέρια μας. Τους παίρνεις για ασπίδες και γίνονται καθρέφτες που κομματιάζονται. Αυτή η όψη της αγάπης δεν αντέχεται.

14.11.06

«Καταναλώστε, καταναλώστε» μας έλεγαν...

Μπορεί η κοινωνία του καταναλωτισμού να μη σε κάνει Γαλάτη, αλλά δεν είναι και απαραίτητο να σε κάνει λεγεωνάριο.

(δικό μου, καινούριο)

Ο ενθουσιασμός μου για τη νέα εμφάνιση και άνεση του σούπερ μάρκετ ΑΒ Βασιλόπουλος στη γειτονιά μου ανανεώνεται συνεχώς. Η νέα έκπληξη είναι η σακούλα.

Αυτή η φρέσκια σαν τοματοσαλάτα με υπόκρουση τζιτζίκια σακούλα.

Αυτή η τραγανιστή σαν φασολάκι τρελό, δες με πώς κατρακυλώ, αλλά ΟΧΙ σε περιβόλι άφραγκο σακούλα...

...Διότι αυτή η σακούλα που λάνσαρε σαν Β' επιλογή σακούλας ο ΑΒ, η ΟΧΙ ΜΙΑΣ ΧΡΗΣΗΣ, δεν είναι αποκλειστικά προϊόν του τρόμου που γέννησε κάποτε ο Κακαουνάκης όταν βγήκε στους δρόμους με το μικρόφωνο και ρωτούσε τους οδηγούς στο φανάρι: «Γιατί ρυπαίνεις;». Είναι μεν οικολογική, αλλά έχει κι άλλα προτερήματα έναντι της κλασικής πλαστικής σακούλας που ξεκολλάει η ταμίας με το νύχι από το πάκο. (Γιατί εσύ μπορεί να είσαι κατά της διατήρησης του οικοσυστήματος. Δεκτό.) Αναλυτικά:

Είναι ιδανική για τους έχοντες οικολογική συνείδηση. Το προφανές. Χρησιμοποιείται και ξαναχρησιμοποιείται, γιατί είναι ανθεκτική σαν λινό τσουβάλι και έχει δυο πλατιά χερούλια που δε σκίζονται, βρε που να την κάνεις διελκυστίνδα. Τέρμα οι κουβαριασμένες μέσα στο συρτάρι σακούλες που τις κρατάς για να μην τις πετάξεις και μια μέρα τακτοποιείς το συρτάρι και τις πετάς με μεγάλες ενοχές και μετά ξεσπάς με ιμέιλ στο δήμο, που δεν ενέκρινε ακόμα ανακύκλωση πλαστικού.

Είναι ιδανική για τους μοδάτους. Η φωτογραφία μου δεν είναι απλώς εύγλωττη, είναι πολυλογού. Τι σχέση έχει αυτό το ολοζώντανο, λαχταριστό still life, λες και συνοδεύει φαγητοκείμενο της Ψυχούλη, με το άσπρο-γαλάζιο του Ψωμιάδη της κλασικής σακούλας; Καμία. Κρατάς στο δρόμο αυτή τη σακούλα και νιώθεις σεταρισμένος, όχι πριν που νόμιζες ότι κουβαλάς τα καλλυντικά σου σε ελεύθερο κάμπινγκ (γιακ).

Είναι ιδανική για τους πάνω απ' όλα πρακτικούς ανθρώπους. Καθώς είναι ευρύχωρη, σταθερή και έχει επίπεδο πάτο, τα ψώνια μέσα της παλατζάρουν και δεν κυνηγάς πατάτες μέσα στο λεωφορείο ούτε παραπατάς ανάλογα με το πού πέφτει το μπουκάλι βότκα σε κάθε σου βήμα. Συν του ότι χωράει πολύ πράμα: χρησιμοποιείς μία καινούρια για κάθε τρεις τέσσερις παλιές, κι έτσι το πορτ μπαγκάζ σου χωράει επιπλέον και κάτι απ' το φυτώριο.

Είναι ιδανική για τους οικονόμους. Ο πειραγμένος Spy F & the Zakulas στίχος που λέγαμε παραπάνω. Με κάθε χρήση της σακούλας, νοικοκυραίοι μου, προστίθεται ένας πόντος στην κάρτα ΑΒ. Όπως ίσως γνωρίζετε, 200 πόντοι ισοδυναμούν με επιταγή 6 ευρώ. Αν λοιπόν πηγαίνετε 2 φορές εβδομαδιαίως στο Βασιλόπουλο και χρησιμοποιείτε 2 σακούλες τη φορά, τότε έχετε, μούμπλε μούμπλε, μία επιταγή το εξάμηνο. ΜΟΝΟ από τη χρήση της σακούλας. Απλώς πηγαίνοντας στο σούπερ μάρκετ. Καθόλου άσχημα.

Βλέπετε λοιπόν πως, ό,τι σόι άνθρωπος και να είστε,
*γύφτουλας που πετάει τα πακέτα τσιγάρα στο δρόμο,
*κακόγουστος που ξοδεύει έναν σκασμό λεφτά για να ντυθεί σαν πορτιέρη βου κλαμπ,
*αλλοπαρμένος που το βρίσκει λογοτεχνικό να σκορπάει τα ψώνια σαν τα χαλικάκια εκείνου του μικρούλη, του Κοντορεβιθούλη,
*σπάταλος του κερατά, που του πέφτουνε τα δίευρα και δε σκύβει να τα μαζέψει,
ό,τι και να είστε, έχετε έναν (τουλάχιστον) πολύ καλό λόγο να χρησιμοποιήσετε από δω και στο εξής την εναλλακτική τσάντα ωνίων του ΑΒ.

Κλείνοντας, θα ήθελα να προσθέσω ότι δε γνωρίζω αν άλλα σούπερ μάρκετ έχουν προσφέρει στον καταναλωτή κάτι ανάλογο (ενημερώστε), τους το συνιστώ όμως, αν μη τι άλλο γιατί θα λάβουν επαίνους από τούτο δω το μπλογκ, που είναι ξακουστό για τις ποιοτικές επιλογές του.

31.10.06

Ντέιβιντ Κόπερφιλντ: don't try this at home

Έκανα μια αναπάντεχη ανακάλυψη: Αν είσαι ανασφαλής και συγχρωτίζεσαι με ανθρώπους που δικαίως έχουν αυτοπεποίθηση, πιστεύεις πιο πολύ στον εαυτό σου! Μου φαίνεται εκπληκτικό, διότι μέχρι τώρα νόμιζα ότι ο ανασφαλής κάπως γιατρεύεται όταν βρίσκεται σε περιβάλλον όπου η ανασφάλεια πάει σύννεφο, μιας και βλέπει τα ολέθρια αποτελέσματα αυτής και παραδειγματίζεται και νιώθει κάπως πιο αμάσητος. Σχεδόν έχω πιστέψει πλέον ότι αυτό το το τελευταίο είναι ένα ιλούζιον, σαν κι αυτά που κάνει ο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ: η προσωπική ανασφάλεια σε περιβάλλον ανασφαλών δε φαίνεται μεν, αλλά είναι εκεί, όπως το Άγαλμα της Ελευθερίας στo σόου του μάγου. ΕΝΩ, μαζί με ανθρώπους που δεν έχουν τέτοιο θέμα (ωστόσο είναι ευγενείς και γενναιόδωροι, κι όχι τίποτα κακόψυχοι εξυπνάκηδες), ο ανασφαλής εμπνέεται, συμπαρασύρεται και βγάζει ασύνειδα το καλύτερο του εαυτού του, κι έτσι ΑΥΤΟΕΚΠΑΙΔΕΥΕΤΑΙ ΑΚΟΥΣΙΩΣ να το κάνει αυτό και παραέξω.

Νιώθω ότι ανακάλυψα κάτι πολύ σημαντικό. Με ευχαριστώ πολύ και με συγχαίρω γι' αυτό.

20.10.06

Ζητείται προγραμματιστής με μεράκι και γούστο

Μερικά μπλογκ τα αγαπάμε, κάποια άλλα τα λατρεύουμε και σε κάποιες περιπτώσεις φτάνουμε στο σημείο να έχουμε λατρέψει τον μπλόγκερ. Τότε επιδιδόμεθα σε ακραία παρακολούθηση, όχι μόνο του μπλογκ και των σχολίων του, αλλά και του μετρητή που έχει εγκαταστήσει σε αυτό (αν επιτρέπει την πρόσβαση των ξένων). Ποιος μπήκε, πότε, πόσες φορές, αχά, αυτή μπήκε σήμερα πέντε φορές, τι μου λες, τέτοιος θαυμασμός πια; Για κάτσε να δω, μπας και μπαίνει κι αυτός στο δικό της;

Πρόκειται για μια ακραία εκδήλωση λατρείας, για ένα κόλλημα μυστικό και ενοχικό, για το ιντερνετικό αντίστοιχο του να κάνεις περατζάδες έξω από το σπίτι του ανθρώπου με τον οποίο έχεις πάθει ντουβρουτζά, όχι με σκοπό να του μιλήσεις, αλλά για να δεις ποιο μηχανάκι είναι παρκαρισμένο απέξω και πόσα φώτα είναι ανοιχτά στο σπίτι.

Όποιος φτιάξει ένα μετρητή για μετρητές μπλογκ, δηλαδή ένα μετρητή που θα δίνει στοιχεία για τους επισκέπτες, όχι του μπλογκ, αλλά του μετρητή του μπλογκ, θα συμβάλει καθοριστικά στο ηδονικό-ηδονοβλεπτικό παιχνίδι παρακολούθησης μπλόγκερ από μπλόγκερ, και κατ' επέκταση στην εντατικοποίηση του μαζικού αυνανισμού, ο οποίος κάνει το αίμα, τα δάκρυα και τον ιδρώτα να κυλάνε ορμητικά στο νερόμυλο που ηλεκτροδοτεί το μπλογκοχωριό.

18.10.06

Κι εγώ

-Σ' αγαπώ.
-Ναι, αλλά εγώ το σκέφτηκα πρώτη.

17.10.06

Φέτος η απεργία θα φορεθεί πολύ

Οι εγχώριες ασφάλτινες πασαρέλες δίνουν σαφές μήνυμα για τα in και τα out της σεζόν 06-07. Κοινό στοιχείο στις συλλογές των μικρομεσαίων οίκων και των οίκων χαμηλής παροχής η απεργία. Αν και ποτέ δε θεωρήθηκε ντεμοντέ, φέτος κάνει το δυναμικό της comeback, συνδυασμένη με γυμνές γροθιές, πανό με prints και, για τις τολμηρές, με ντουντούκα. Αν είστε πιο ιντάστριαλ τύπος, δοκιμάστε την ασορτί με μια σιδηρογροθιά ή με ένα κλομπ περασμένο στη ζώνη – αν αρνείστε να εγκαταλείψετε το περσινό μποέμ στιλ, τονίστε την με μια τσάντα περασμένη σταυρωτά στον ώμο, που χωράει άνετα τις προκηρύξεις σας. Η απεργία φέτος προβλέπεται να φορεθεί πολύ και από πολλούς, μιας και ταιριάζει σε κάθε μισθωτότυπο.

Εν όψει της Eβδομάδας Mόδας που ξεκινάει στις 20 του μήνα, εντοπίσαμε μερικούς από τους κορυφαίους Έλληνες συνδικαλιστές, όπως ο Δάκης Τσέλιος, ο Γιώργος Ξελευθεριάδης, ο Μιχάλης Τσακλάνης και οι ΜΟ-ΝΕ, και τους κάναμε μια ερώτηση. «Η διεθνής τάση» επισημάναμε «είναι ο ακτιβισμός. Θα δούμε κάποια σχετική αναφορά και στις ντόπιες κολεξιόν στο μέλλον;» «Εμείς κάνουμε μια σοβαρή προσπάθεια να μην αντιγράφουμε τις τάσεις που μας έρχονται απέξω» μας απάντησαν ομόφωνα. «Ακόμα κι αν ο ακτιβισμός ως πρακτική θα μπορούσε να προκύψει, όχι από τα πατρόν του εξωτερικού, αλλά από την ίδια τη φασόν ελληνική κοινωνική πραγματικότητα του 21ού αιώνα, τον απορρίπτουμε, διότι πρώτον δεν ταιριάζει στο μεσογειακό μας ταμπεραμπέντο, δεύτερον δεν ταιριάζει στο ελληνικό γυναικείο σώμα τύπου αχλάδι, τρίτον χρησιμοποιείται από τους εχθρούς μας, αυτούς που δεν παραδέχονται τη γούνα, και τέταρτον έχουμε και μια παράδοση, βρε αδερφέ, την οποία οφείλουμε να υπερασπιστούμε, δεν πα’ να είναι ζημιογόνος για τον κλάδο. Η απεργία δεν είναι μόδα: η απεργία είναι η Ελλάδα».

Και η Ελλάδα, ως γνωστόν, είμαστε εμείς.

Ο Λάκης Γαβαλάς ήταν ο μόνος που είχε διαφορετική άποψη: «Εγώ στα σόου μου βάζω τη Βέφα, τη βράκα, την γκλίτσα, δηλαδή βάζω την καλή παράδοση. Αν η απεργία ήταν καλή παράδοση, δε θα έβαζα μοντέλα στο catwalk, αλλά διαδηλωτές μπουλούκι».

Το μότο της σεζόν
είναι λοιπόν:

In=απεργία, out=ακτιβισμός.
Για να είστε και φέτος στη μόδα.


Σημείωση 1. Απεχθάνομαι τους κατ’ εξακολούθησιν απεργοσπάστες.
Σημείωση 2. Ακόμα ερυθριώ για λογαριασμό της ανθρώπου που ξεστόμισε κάποτε με περηφάνια την ατάκα: «Εγώ δεν έχω απεργήσει ποτέ στη ζωή μου».

16.10.06

ΝομαρΧιακές

ΚΑΡΑΒΟΜΑΡΑΘΩΝΙΟΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ
Όταν ταξιδεύω με πλοίο την ημέρα των εκλογών, παρακολουθώ πάντα τηλεόραση. Είναι μια συνήθεια που έχω από πολύ μικρή, τις Κυριακές που επιστρέφαμε οικογενειακώς στη Χίο από τη Μυτιλήνη, τότε που όλη η οικογένεια ψήφιζε εκεί που ήταν εγγεγραμμένος ο πάτερ φαμίλιας, τότε που ψήφιζε το 100% του πληθυσμού και δεν έπαιζε να ζητήσεις άδεια από τον προϊστάμενό σου για να πας να ψηφίσεις στο χωριό σου (δεν υπήρχε Καποδίστριας – ο δήμος μου, δήμος Ομηρούπολης, παρεμπιπτόντως, ήταν πάντα δήμος: Βροντάδου) και να σου πει ο προϊστάμενος «Και γιατί να πας να ψηφίσεις;», τότε που οι φαντάροι φύλαγαν τα εκλογικά τμήματα για να μην κλαπούν οι κάλπες, τότε που δεν υπήρχαν exit poll και ο Ηλίας Νικολακόπουλος δεν είχε δει τηλεοπτικό πλατό από κοντά, τότε που παρακολουθούσαμε αποκλειστικά κρατική, ασπρόμαυρη τηλεόραση, τότε που περιμέναμε το επόμενο πρωί για να μάθουμε ποιος βγήκε και γενικώς κάτι παλιές εποχές που όλοι εσείς απορείτε πώς τις πρόλαβα, αφού δε φαίνομαι ούτε καν παντρεμένη (και ούτε είμαι).

ΠΑΛΙΑ, ΚΡΥΦΗ ΑΓΑΠΗ
Και σε αυτό το ταξίδι, λοιπόν, παρακολούθησα τα κανάλια - επιλογές πληρώματος και απόλαυσα τις αναλύσεις, τις κουβέντες, τα αστειάκια, τις μπηχτές και φυσικά τη βέρι σέξι μπούκλα του Αλέξη Παπαχελά. I love Alexis Papahelas. Είναι ένας πόθος χρόνων, που αρνείται να ξεθωριάσει. Αν δεν ήταν παντρεμένος (σκατά), θα του έστελνα ραβασάκια.

ΚΑΙ ΝΑ ΤΙ ΜΟΥ 'ΜΕΙΝΕ - ΝΤΕΖΑΒΟΥ
Η απαράδεκτη συνήθεια να μετακομίζει ο καλεσμένος από κανάλι σε κανάλι. Αν καθόσουν απέναντι σε Antenna και Mega, ήταν σαν να καθόσουν μπροστά σε συνδεδεμένες οθόνες υπολογιστή. Ένα δίπτυχο (ή τρίπτυχο στο σαλόνι της Α θέσης) κουβεντολόι, με τις προσωπικότητες να μπαινοβγαίνουν στις τηλεοράσεις σαν βελάκια του ποντικιού. Από κάποια στιγμή και μετά, είχα την εντύπωση ότι οι δημοσιογράφοι-οικοδεσπότες έμεναν στις θέσεις τους γιατί δεν είχαν πολλούς φίλους και δεν τους καλούσανε παντού.

KAI NA TI MOY 'MEINE - EMMONH
Η Πέμυ Ζούνη όλο να ρωτά να μάθει την αλήθεια: αυτές οι εκλογές είναι τελικά αυτοδιοικητικές ή πολιτικές; Της απάντησαν μια, της απάντησαν δυο, αποτέλεσμα μηδέν: μια παπακαλιατική απορία είχε ριζώσει στο βλέμμα της και δεν έφευγε με τίποτα.

ΚΑΙ ΝΑ ΤΙ ΜΟΥ 'ΜΕΙΝΕ - ΚΑΣΣΑΝΔΡΙΚΗ ΠΡΟΒΛΕΨΗ
Δυστυχώ με τη σκέψη ότι ο πονηρός καλαμπόρτζος των ΜΜΕ Θέμος θα παίξει έως ξεκατινιασμού το πλάνο όπου Σημίτης (=κοντός) και Φασούλας (=ψηλός) στέκονται δίπλα για τα συχαρίκια.

ΚΑΙ ΝΑ ΤΙ ΜΟΥ 'ΜΕΙΝΕ - ΔΗΛΩΣΕΙΣ
«Εμένα αυτό που με απασχολεί τώρα είναι ο υπόλοιπος τρύγος».
Κυρ Γιάννης Μπουτάρης (στην ερώτηση τι πιθανότητες πιστεύει ότι θα είχε να μπει στο εκλογικό δίδυμο της β’ αναμέτρησης, αν τον υποστήριζε το ΠαΣοΚ)
«Ήταν επόμενο ο Πειραιάς να ψηφίσει Ολυμπιακό».
Γιάννης Ιωαννίδης (για την εκλογή του Παναγιώτη Φασούλα στον Πειραιά)
«Ευχαριστώ τη μάνα μου».
Παναγιώτης Ψωμιάδης (από το πρωθυπουργικών διαστάσεων βάθρο των νικητήριων δηλώσεων)
«Όταν είσαι 2,13, είσαι πάνω απ’ όλους».
Νίκος Ευαγγελάτος (για το Φασούλα, όταν, σε μια στιγμή φώτισης, ασχολήθηκε με τα αποτελέσματα σε δήμους και νομαρχίες και όχι με τις κατά φαντασίαν βουλευτικές εκλογές 2006)

ΚΑΙ ΝΑ ΤΙ ΔΕ ΜΟΥ 'ΜΕΙΝΕ - ΝΟΜΟΣ ΧΙΟΥ
Καθώς όλοι ασχολούνταν με τις υπερνομαρχίες, το φαινόμενο Αλέξης Τσίπρας και κυρίως με το καυτό γκάλοπ του Ευαγγελάτου "Πρόθεση ψήφου" (ο οποίος έφτασε στο σημείο να δίνει και αναλυτικούς πίνακες με βουλευτικές έδρες!) και διέθεταν χρόνο για τα υπόλοιπα αποτελέσματα ίσο με έναν δημοτικό σύμβουλο σε πολυπληθές δημοτικό συμβούλιο, εγώ δεν έμαθα τίποτις για τη Χίο (θα ανοίξω τον υπολογιστή να μάθω από δω). Συμπέρασμα 1: Ελλάδα είναι μόνο η Αθήνα, άντε και η Θεσσαλονίκη (κι αυτό λόγω Ψωμιάδη). Συμπέρασμα 2: Πάνω από 25 χρόνια μετά την εποχή που οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ πήγαιναν για ύπνο το πρωί με την αυγούλα, πάλι το πρωί θα μάθει ο τηλεθεατής τα αποτελέσματα του δήμου Μάρκος Μπότσαρης. Συμπέρασμα 3: Τελικά οι εκλογές δεν είναι αυτοδιοικητικές, αλλά ευκαιρία για να πάρουμε όλοι θέσεις μπροστά σε Καραμανλή και Παπανδρέου και να περιμένουμε να τις βγάλουν να τις μετρήσουν (ακούς, Πέμυ;).

22.9.06

Μπερτόδουλος

(Φαμ Φρακτάλ, έργο 6)

Ο θείος Μίμης, ο αδερφός της μαμάς μου, είχε ένα Fiat Bertone – στην οικογένεια το λέγαμε Μπερτόδουλο, παρατσούκλι που είχε λανσάρει ο μπαμπάς μου. Με το Μπερτόδουλο ο θείος Μίμης εντυπωσίαζε τις τουρίστριες: τις φόρτωνε δυο δυο στο διθέσιο και γκάζωνε στην προκυμαία. Το ρεκόρ ανθρώπων που είχε κουβαλήσει ο Μπερτόδουλος ήταν πέντε, όλοι της οικογενείας μας.

Την εποχή που πήρε τον Μπερτόδουλο, ο θείος Μίμης ήταν τρίτος καπετάνιος, περιβόητος χαρτοπαίκτης (πόκερ, κούκος μονός, κούκος διπλός) και κάπως ιντελεκτουέλ... Συνεχίζεται εδώ.

21.9.06

Η αξία τού εν δυνάμει

Είμαι στο γραφείο και ψοφάω να πιω έναν καφέ (όταν έπινα καφέ, διότι τώρα τον έχω κόψει, μαζί με τα άλευρα). Για κάμποση ώρα τον λαχταρώ και τον ονειρεύομαι, και τελικά σηκώνω το τηλέφωνο και τον παραγγέλνω. Ο καφές έρχεται, τον ακουμπώ δίπλα στον υπολογιστή μου, αχνιστό και λαχταριστό. Βιώνω μια ευτυχία: ωραία, έχω το καφεδάκι μου δίπλα, είμαι βασίλισσα. Και μισή ώρα μετά... ο καφές είναι ανέγγιχτος. Δεν τον έχω πιει, αλλά είναι εκεί, μπορώ να τον πιω όποτε θέλω. Κι αφού μπορώ να τον πιω όποτε θέλω, δεν έχει και τόση σημασία αν τελικά θα τον πιω.

Η ευχαρίστηση που μπορεί κανείς να αντλήσει από τη δυνατότητα χωρίς να την αξιοποιήσει ήταν γνωστή εδώ και πολλά χρόνια. Το πιο κλασικό παράδειγμα είναι το βασικό επιχείρημα των υπερασπιστών της Αθήνας έναντι της περιφέρειας: "Στην Αθήνα μπορείς να δεις τις καινούριες ταινίες, να πας σε δεκάδες θέατρα, κι αν θελήσεις στις 3.00 το βράδυ καθημερινής να κάνεις στριπτίζ πάνω σε μπάρα, σίγουρα θα υπάρξει ένα πλήθος να σε χειροκροτήσει που δεν αποτελείται αποκλειστικά από φαντάρους και φοιτητές". Ωστόσο, κάποτε αυτού του είδους το επιχείρημα δεν το έτρωγαν εύκολα οι άνθρωποι με πρακτικό πνεύμα. Αρκούσε η ερώτηση: "Και πόσες φορές πήγες φέτος στο θέατρο;", για να κομπιάσει ο άλλος και να αρχίσει να λέει πράγματα τύπου "Φέτος δεν είχα χρόνο, αλλά τον επόμενο μήνα έχω σκοπό να εισπράττω καθολικό χειροκρότημα λόγω στριπτίζ μία φορά την εβδομάδα". Άντε πες σήμερα, τη διαδικτυακή εποχή, σε κάποιον "Και πόσες φορές μιλάς στο Σούλη όταν τον βλέπεις στο msn" και περίμενε να κομπιάσει. Μάλλον θα σε κοιτάξει σαν αντιδραστικό τεχνοφοβικό.

Το Ίντερνετ μας καλόμαθε να έχουμε απεριόριστες δυνατότητες και μας απάλλαξε από το ενδιαφέρον να τις αξιοποιήσουμε. Βλέπω το Σούλη στο msn, τον αισθάνομαι δίπλα μου, δε χρειάζεται να του μιλήσω κιόλας. Του τάδε σκηνοθέτη που μ' άρεσε δεν ξέρω τη φιλμογραφία, αλλά όποτε θέλω μπαίνω στο imdb και τη μαθαίνω, οπότε καλύφθηκα. Τις ειδήσεις του κόσμου τις έχω πρόχειρες, στο google news, ένα κλικ δρόμος, σαν να τον έκανα νιώθω. Το Ίντερνετ έδωσε πόντους στη σημασία της δυνατότητας, την αναβάθμισε σε ξεχωριστό (αχανές) στάδιο, από συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο "θέλω" και στο "κάνω" που ήταν. Και η νέα, αυτάρκης δυνατότητα εποίκισε ολόληρο τον υπολογιστή. Έτσι, τα χιλιάδες τραγούδια που κατεβάσαμε ίσως και να μην τα ακούσουμε ποτέ - αρκεί που έχουμε άμεση πρόσβαση στο φάκελο Η μουσική μου.

Λίγη τριβή με το λογαριασμό του τηλεφώνου που χρεώνει "συνομιλία με τρεις" (γιατί ίσως κάποια φορά να θελήσουμε οι φίλες να κουτσομπολέψουμε σε "απαρτία"), με τη φωτογραφική μηχανή που μπορεί να τραβάει στα 8,1 Mega Pixel (αλλά εμείς τη ρυθμίζουμε πάντα στα 6), με τη συνδρομή στη Nova (γιατί μπορεί κάποια νύχτα να μας έρθει να δούμε κρίκετ), και εκπαιδευτήκαμε να είμαστε αρχηγοί με το εν δυνάμει στον ψηφιακό κόσμο - τόσο ικανοποιημένοι, που, αν η δυνατότητα που ποτέ δεν αξιοποιήσαμε μάς λείψει, αναστατωνόμαστε σαν να μας στέρησαν μια καθημερινή συνήθεια χρόνων. Και ο φυσικός κόσμος ακολούθησε. Το εν δυνάμει ενδυναμώθηκε και εκεί - τόση συνήθεια πώς να πάει χαμένη; Και κάπως έτσι φτάσαμε στον καφέ, που αρκεί να υπάρχει δίπλα σου για να σε ξυπνήσει.

Αν και αναγνωρίζω τα κακά αυτής της τροπής που πήρε η ζωή, γενικά πολύ με βόλεψε. Σαν άνθρωπος που το 'χει μέσα του να νιώθει αποκλεισμένος, αλλά και σαν άνθρωπος με μια έμφυτη ροπή προς τη νωχελικότητα, λόγω αίσθησης ματαίου, μου ταίριαξε που οι δυνατότητες αναλαμβάνουν πλέον να προσφέρουν το πλήρες της ικανοποίησης. Διότι, ακόμα κι αν δεν κάνω τίποτα απ' αυτά που θέλω, νιώθω πως "τα 'χω". Και, για να "τα 'χω", δε χρειάζεται να κάνω απολύτως τίποτα.

Και κάπως έτσι δε θα γράψω ποτέ τα διηγήματα γύρω από το κοινό θέμα που έχω σκεφτεί - αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

18.9.06

Ποδοβολητό ακούω από κει κάτω...




...το οποίο συνοδεύεται από κάποια μουντάδα...


...βάρδα να μην είναι το φθινόπωρο...

16.9.06

Το πιο μεγάλο ποστ που γράφτηκε ποτέ για το πλυντήριο

Η πιο χρήσιμη εφεύρεση για το νοικοκυριό είναι το πλυντήριο ρούχων. Σε αυτό συμφωνούν 39 παραθεριστές τσαντηρίων. Ο κατασκηνωτής μπορεί να στέκεται ατάραχος στην παράλογη ουρά έξω από τις τούρκικες τουαλέτες, να μη σκοτίζεται για τις αμμοθύελλες, κι ας απειλούν να καταστήσουν το ναΐφ κατάλυμά του μελλοντικό αρχαιολογικό εύρημα, να μη χαλιέται από το μπιζέλι-πετραδάκι κάτω από τον υπνόσακο και τα εφτά -παντελώς αναποτελεσματικά- υποστρώματα. Όμως αυτό τον κουλ τύπο, τον έμπειρο σκηνίτη, ξάφνου, καθώς στο διάβα του θα εμφανιστεί ένα πλυντήριο και θα του διαθέσει ένα πρόγραμμα πλύσης για χρωματιστά, ετοιμάσου να τον δεις να πέφτει στα γόνατα, να πλέκει τα χέρια και να τα κουνάει προς τον ουρανό, πάνω από το σκυμμένο του κεφάλι, τα μάτια του οποίου θα χύνουν δάκρυα ευγνωμοσύνης προς την ανθρωπότητα - και προς το χώμα του κάμπινγκ που θα έχει κάνει χαλάκι πέφτοντας από το μαλλί του.

Δε θέλω να θυμάμαι τις εποχές που αντί για πλυντήριο είχα το κατασκεύασμα εκείνο ελληνικής έμπνευσης που, αν και βρίσκεται σε λειτουργικότητα πολύ πιο κοντά σε μια κοίτη ποταμιού και σε ένα ραβδί, εντούτοις παρουσιάζεται ως ηλεκτρική συσκευή που διευκολύνει τη ζωή. Πριν από λίγο καιρό στο Praktiker είδα μια ηλικιωμένη γυναίκα να φορτώνει ένα τέτοιο μέσα σε ένα ταξί και ακόμα έχω ενοχές που την άφησα να το κάνει. Η θλίψη με συγκλονίζει όταν σκέφτομαι ότι εκείνη η γυναίκα πολύ σύντομα θα έκλαιγε το μικρό κομπόδεμα που είχε με κόπο μαζέψει για να εξοπλίσει το φοιτητικό δωμάτιο της μοναχοκόρης του χήρου αδερφού της, η οποία μόλις είχε περάσει σε κάποιο ΤΕΙ μιας μακρινής κωμόπολης. (Είναι ένα πολύ πιθανό σενάριο.)

Το ελληνικό πλυντήριο, για όποιον δεν ξέρει, είναι ένας κύλινδρος με μία προπέλα στη βάση του η οποία δημιουργεί υποτυπώδη δίνη και στριφογυρίζει τα ρούχα σε εξαιρετικά αργή ταχύτητα, αποτυγχάνοντας να τα πλύνει. Το νερό σε συμφέρει να το ζεστάνεις σε κατσαρόλα και να το ρίξεις μέσα, γιατί, μέχρι να το ζεστάνει το ίδιο το πλυντήριο, έχει χαθεί ενέργεια ίση με αυτή που χρειάζεται για να λιώσει ένα κεφαλοχώρι Εσκιμώων.

Το σύγχρονο πλυντήριο, αυτή η -ομολογουμένως- ενεργειοβόρα ηλεκτρική συσκευή, δεν είναι απλώς το όνειρο του κατασκηνωτή του Αυγούστου, αλλά ο υπ' αριθμόν ένα πρέσβης της τεχνολογίας στο σπίτι σου. Είτε ανοίγει από πάνω είτε από κάτω, είναι ο σωτήρας της γκαρνταρόμπας μας, των χεριών μας, του χρόνου μας και των νεύρων μας. Χωρίς τηλεόραση μπορείς. Χωρίς ηλεκτρική κουζίνα μπορείς. Χωρίς ηλεκτρική σκούπα μπορείς. Χωρίς υπολογιστή μπορείς. Χωρίς dvd player και χωρίς στερεοφωνικό μπορείς. Χωρίς ηλεκτρική οδοντόκρεμα μπορείς. Ακόμα και χωρίς ψυγείο μπορείς (ξέρω κάποιον). Τι μπορείς να κάνεις όμως όταν όλη σου η ντουλάπα μεταμορφωθεί σε βουνό από άπλυτα; Πώς μπορείς να τα καθαρίσεις στο χέρι, όταν χρειάζεσαι τουλάχιστον 15 λεπτά για να πλύνεις ένα ελαφρώς λερωμένο παντελόνι, όταν ποτέ στην ουσία δεν το ξεπλένεις καλά, όταν φθείρεται σαν να το έχεις πλύνει 10 φορές και, αν είναι τζιν, απλώς δεν ξεβρομίζει;

Μπορεί το πλυντήριο να σας φαίνεται δεδομένο πράγμα και να γελάτε στην εικόνα του εαυτού σας να πλένει σε μια μαρμάρινη γούρνα με Roll, δίπλα στις τούρκικες τουαλέτες, όμως σας βεβαιώνω ότι κάμποσοι κατασκηνωτές το κάνουν και δεν το φχαριστιούνται ούτε κατά διάνοια όπως το να μαγειρεύουν μακαρονάδα στην αρχαία εγκατάσταση πετρογκάζ του κάμπινγκ. Και ούτε εσείς πρόκειται να το ευχαριστηθείτε, αν ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο σας αναγκάσει να τρίβετε με μια βούρτσα βρακιά γεμάτα αίματα και μπλουζάκια φορεμένα στο γυμναστήριο. (Τα κεριά όμως που θα αντικαταστήσουν το πορτατίφ μια χαρά θα τα χαρείτε.)

Είμαι ν' απορήσω γιατί δε διδασκόμαστε τον εφευρέτη του πλυντηρίου, ενώ γνωρίζουμε πολύ καλά ποιος έφτιαξε το αεροπλάνο και ποιος έστησε το Google. Μια εφεύρεση τόσο σημαντική για το δυτικό κόσμο δεν είναι δυνατόν να φαίνεται ορφανή. Μήπως φταίει το ότι πολλοί Αγγλοσάξονες βολεύονται με το πλυντήριο της γειτονιάς και ξεχνούν την αίγλη της ιδυοφυούς συσκευής, αφού δε βλέπουν καθημερινά μέσα στο σπίτι τους το μεγαλείο της; Δεν ξέρω τι να πω επ' αυτού.

'Ομως αρκετά μακρηγόρησα. Θα κλείσω υπογραμμίζοντας μια τραγική ειρωνεία η οποία εντοπίζεται στις οικιακές συσκευές που η ύπαρξή τους οφείλεται πρωτίστως στο ότι πλέον το τρίχωμά μας δεν είναι αρκετό για να μας ντύσει: Ενώ, λοιπόν, το πλυντήριο ανακηρύσσεται η πιο χρήσιμη εφεύρεση του νοικοκυριού, ο τίτλος της πιο άχρηστης πηγαίνει στο διάδοχό του στον κύκλο του ρούχου: στο ηλεκτρικό σίδερο. Το οποίο -ω του οξύμωρου- και μόνο με την επονείδιστη ύπαρξή του μειώνει την αξία του πλυντηρίου: προσωπικά προτιμώ να πάω να πλύνω ένα σεντόνι στη βάθρα του Φονιά παρά να το σιδερώσω στην τραπεζαρία μου.

Επ' ευκαιρία, ορίστε και οι οδηγίες που, αν είχα εγκαίρως διαβάσει, δε θα είχα γράψει το ποστ-αριστούργημα για το πλυντήριο που πηδάει (ή χορεύει, γιατί όχι;).

4.8.06

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, σου γράφω σήμερα...

This summary is not available. Please click here to view the post.