10.5.06

Οι άνθρωποι χωρίζονται σε...

εξωστρεφείς και εσωστρεφείς...
εκείνους που χτίζουν κι εκείνους που φυτεύουν...
μαλάκες (το 100%) και μη μαλάκες (το 0,0%)...
κοκ.

Το μαχαίρι μπορεί να χαράξει πολλές φορές τη διάμετρο της πίτας.
Να άλλη μια χαρακιά, από τον ελβετικό σουγιά μου:

Οι άνθρωποι χωρίζονται σ' εκείνους που ασχολούνται με τον κόσμο και σ' εκείνους που ασχολούνται με τη ζωή.

Αυτούς που δε βλέπουν τη διαφορά δεν ξέρω πού να τους κατατάξω.

8.5.06

Επιλεκτικότητα

- Ααα, θα πάω με τον πρώτο τυχόντα.
- Γιατί, οι άλλοι είναι καλύτεροι;

3.5.06

Ποια στ' αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω*



















*Sponsored by Vassilopoulos.

Με βάση το εκπληκτικό εκείνο ποστ του thas, βάζω ένα μολύβι στο αυτί και, πιπιλώντας τη γόμα ενός άλλου, μπαινοβγαίνω από δωμάτιο σε δωμάτιο καταγράφοντας. Τη χρυσοποίκιλτη κορνίζα αξίας του θάσειου ποστ δεν τολμώ να την κλέψω, αλλά ούτε και θα φτιάξω άλλη, κατώτερη. Η καταγραφή θα παραμείνει χωρίς πλαίσιο (θα κολληθεί με Βlue Τak στον τοίχο).

Στο μπάνιο
Λοσιόν ντεμακιγιάζ Vichy (το διαφανές μπουκάλι, λίαν δημοφιλές στις ευαίσθητες επιδερμίδες), δίσκοι ντεμακιγιάζ Pom Pon (οι μεγάλοι), καθαριστικό προσώπου Avene (το πρασινωπό τζελ, πάλι για ευαίσθητες επιδερμίδες, μας περισσεύει εδώ μέσα η ευαισθησία), ενυδατική κρέμα Avene Hydrance Optimale και μία φορά την εβδομάς Avene Masque Apaisant hydratant, για πιο βαθιά ενυδάτωσις, κρέμα για την ακμή φτιαχτή σε φαρμακείο (έχει μέσα της Παναγιάς τα μάτια) και Dalacin C γέλη (μόνο η γέλη είναι αποτελεσματική) -εφαρμόζεται η πρώτη το βράδυ, το δεύτερο το πρωί και η θεραπεία γαμωτελειώνει σε λίγες μέρες-, υγρό φακών Renu, κολλύριο Visin (το ασπράδι των ματιών καλό είναι να τιμά το όνομά του), σαμπουάν Herbal Essences Fruit fusions, αφρόλουτρο Κέδρος του Κορρέ, αποσμητικό Dove stick (πάση θυσία ουδέτερο, χωρίς άρωμα), αποτριχωτικό κερί Veet (orientale, με αιθέρια έλαια), αντικυτταριδική κρέμα Roc (να 'ναι καλά η chili), κρέμα σώματος Eau de Lalique (αγαπημένο άρωμα), Dior Addict ή, άμα πέσει αφραγκία, Dove Nutri Body Milk, σερβιετάκια Libresse normal (στα 2 πακετάκια των 32 το 1 δώρο), σερβιέτες Always Ultra & Freshelle (φοβερή η εφεύρεση με το μαντιλάκι ανά σερβιέτα, αν και είναι κάπως αντι-οικολογικό με όλες αυτές τις ατομικές συσκευασίες πια).

Στην κουζίνα
Βρώμη Bio Gusto (λεπτές νιφάδες), νιφάδες κεχριού Βιοϋγεία, φαγόπυρο Ekoland, κινόα Ekoland (δεν έχω εντοπίσει αυτά τα δύο είδη δημητριακών σε άλλη μάρκα), ρύζι γλασέ Agrino, παξιμαδάκια κρίθινα Τσατσαρωνάκης (τις σπάνιες φορές που τρώω άλευρα), πένες τρικολόρε Barilla (τις σπάνιες φορές που τρώω ζυμαρικά), ρεβύθια Trofino (bio), φακές 3 Άλφα, τόνος σε νερό Rio Mare, συμπυκνωμένος χυμός ντομάτας Bio Farma, ορυκτό αλάτι Erntesegen (από αρχαίες θάλασσες 2.000 ετών, χωρίς τη μόλυνση των σημερινών θαλασσών), ζάχαρη καστανή Fytro, αρακάς κατεψυγμένος Μπαρμπα-Στάθης, κοτόπουλο Αγγελάκης, χυμός μήλο Life, Ξυνό Νερό Φλώρινας, νερό Evian, ελληνικός καφές Λουμίδης κουπάτος ή σκούρος (μία φορά την εβδομάδα), καφές φίλτρου Carte Noire (για τους επισκέπτες μόνο), σαμπάνια Moet (μάλλον για μένα μόνο).
Τα υπόλοιπα είναι λαχανικά (κολοκύθια, καρότα for sure), μήλα, αποξηραμένα φρούτα (such as βερίκοκο, σύκο Ευβοίας, δαμάσκηνο απύρηνο), ξηροί καρποί (αμυγδαλάκι, καρύδι), τσάγια (βουνού, τήλιο κτλ.), δηλαδή προϊόντα μη τυποποιημένα. Έχουμε όμως και συμπληρώματα διατροφής στα ντουλάπια, με τα οποία ταΐζουμε τον οργανισμό μας καθημερινώς (και τα οποία πολύ πιθανόν να σταθούν αιτία να φανώ φρικιό της υγείας, όλως αστόχως βέβαια):
Evening primrose Lamberts, λιπαρά οξέα Ω Omega Nutrition, σύμπλεγμα βιταμίνης Β Quest, βιταμίνη Ε Quest, βιταμίνη C Health Aid, μαγνήσιο Health Aid, ασβέστιο Nature's Plus (από κοράλλια Ιαπωνίας μεν, οικολογικό δε), μαγιά μπίρας Health Aid (σε χάπια), εκχύλισμα από σπόρους γκρέιπ φρουτ Citrus Paradisi (προϊόν Γερμανίας), πασιφλόρα φτιαχτή, του φαρμακείου (αλλιώς: passion flower), για τη ρύθμιση του βιολογικού μου ρολογιού.

Στο καθιστικό
Jamaica Blue Mountain, το λικέρ καφέ από τον καλύτερο καφέ του κόσμου - τα υπόλοιπα ποτά δεν τα καταναλώνω εγώ (ούτε και κανένας, εδώ που τα λέμε).

Junk

Τις σπάνιες φορές που παίζει πλέον, διαλέγω κάποιο είδος Pizza Hut, ζητώντας σάλτσα μπάρμπεκιου αντί για την κανονική, Goodissimo με λευκή σάλτσα, τυρόπιτα με φύλλο από το Μακεδονικόν στη Σόλωνος, βρόμικο πλατείας Μαβίλη, κρέπα με άλλα αντί άλλων, σοκολάτα υγείας Παυλίδη.

Τέλος, αναφέρω και το αιθέριο έλαιο λεβάντας που ψεκάζω στο μαξιλάρι και εξαγνίζει την αναπνευστική μου οδό, ειδικά όταν έχω εισπνεύσει μπόλικη τοξίνη σε μορφή καπνού τσιγάρου.

Is this me?

28.4.06

Χάσμα γενεών

Είπε ο άνθρωπος:

Δεν την καταλαβαίνω τη νέα γενιά...

Ήταν η Χι στο πάρτι...

Και νόμιζα ότι τα είχε με τον Ψι...

Αλλά όλο το βράδυ ήταν κάπως...

Και μπερδεύτηκα...

Αναπολώ τις εποχές που καταλαβαίναμε πότε κάποιος είναι ζευγάρι...

27.4.06

Θείος Μίμης

Ο Θείος Μίμης είναι κάτι σαν τον οικογενειακό μας γκουρού. Είναι εξαιρετικά έμπειρος αστρολόγος και χειρομάντης - ίσως όχι τόσο καλός χειρομάντης όσο εκείνος ο Ταϊλανδός μαθουσάλας που ήταν υπεύθυνος για την πρώτη μεταφυσική εμπειρία του (θείου Μίμη) αρχές δεκαετίας '70, στο δεύτερό του ταξίδι με πλοίο φορτηγό, αλλά πάντως καλός. Γι' αυτό και δεν τον πολυρωτάω να μου πει. Σήμερα όμως ο διάολος με κούντησε, που θα 'λεγε κι η γιαγιά μου.

Έδωσα πληροφορίες για το κωδικό όνομα "Τομ-Αργοστόλι". Ημερομηνία, ώρα, χρονολογία γέννησης. Ο θείος Μίμης σταύρωσε λίγο πιο σφιχτά τα πόδια στον καναπέ και σε λιγότερο από μερικά δευτερόλεπτα είπε τη φράση 1:

ΑΥΤΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ Ή ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΟ ΔΕΡΜΑ Ή ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΑΣΧΗΜΟ.

Του είπα ότι τώρα με κουφαίνει. Και είπε τη φράση 2:

Ο ΑΞΟΝΑΣ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ ΤΟΥ... ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΔΕΝ ΣΥΜΠΕΡΙΦΕΡΟΝΤΑΙ ΟΠΩΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ, ΚΙΝΟΥΝΤΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΑ.

Του είπα ότι τώρα με σοκάρει. Και είπε τη φράση 3:

ΕΧΕΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΤΑΡ.

Δεν του είπα τίποτα, μόνο τον κοιτούσα καθώς πήγαινε να ανοίξει τον υπολογιστή και τη βίβλο της καρμικής αστρολογίας.

22.4.06

-Θα πάτε πουθενά για Πάσχα;

-Εγώ Κρήτη, στο αμόρε μου.
-Ωραία. Καλή ανάσταση.
-Εγώ Χίο, στη μαμά μου.
-Τέλεια. Καλή όρεξη.

21.4.06

Το μπλουζάκι της επαύριον:

ΗΜΟΥΝ ΚΙ ΕΓΩ ΣΤO ΜΠΛΟΓΚΟΠΑΡΤΙ.

16.4.06

Πήγα κι εγώ στην Boom Boom (αν και αυτός ο τίτλος αδικεί το ποστ)

Την ντισκοτέκ εννοώ, στη συμβολή Θησέως και παραλιακής, για την οποία μιλάνε τα παιδιά της νύχτας και έγραψαν τα φριπρέσια. Ένα μέρος όπου η φράση «'80s revival» δε σημαίνει τίποτα.

ΣΤΑΔΙΟ ΠΡΩΤΟ: Θαλπωρή, οικειότητα. Ενθουσιασμός με τα αυτοκόλλητα-καρδούλες «I love Boom Boom» και με τον DJ Soulis, που μιλάει πάνω από τα κομμάτια ανοίγοντας διάλογο με τους τραγουδιστές. Σαστιμάρα με τα τοιχοκολλημένα A4 «Απαγορεύεται το κάπνισμα και το τρενάκι στην πίστα (για τη δική σας ασφάλεια)» και «Μην παρκάρετε στο διάδρομο, ενοχλείτε τους σερβιτόρους» («Δε νιώθεις εδώ μέσα ότι κάποιος θα σου κάνει παρατήρηση;»). Είναι απελευθερωτικό που ο καθένας χορεύει με κινησιολογία όποιου μουσικού ρεύματος του καπνίσει (και μερικοί μπροστά στον καθρέφτη, σαν να έχουν πίσω τους καμιά δεκαριά άτομα να μιμούνται τις κινήσεις τους σε πρόγραμμα step-aerobics). Παραμερίζοντας την κουρτίνα και κοιτώντας έξω από το παράθυρο, βλέπεις γραμμένο στον απέναντι τοίχο του δρόμου με μαύρα γράμματα: «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ» - αυτοί ο ρόλοι τοίχου και κουρτίνας σανιδώνουν το κέφι μας. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι ο τρόπος που διασκεδάζαμε τότε αντικατοπτρίζει τη σαφήνεια εκείνης της εποχής: Αν θες να χορέψεις ή να φλερτάρεις, πας στην πίστα, αν θες να πιεις, να καπνίσεις ή να συζητήσεις, κάθεσαι στο τραπέζι. Σήμερα στα κλαμπ τα μπουρδουκλώνεις αυτά, τα κάνεις όπως λάχει και όλα μαζί, σαν ένας ασαφής τουρίστας στη χώρα της φλουότητας.

ΣΤΑΔΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: Χορός. Όταν χορεύουμε, δε σκεφτόμαστε.

ΣΤΑΔΙΟ ΤΡΙΤΟ. Αφόρητη ζέστη («κλιματισμός κι αυτός '80s»). Αδιέξοδο με το ότι οι δυνατότητες σε αυτό το μέρος εξαντλούνται: πήρες και από πίστα, πήρες και ποτό, κουβέντιασες, πέρασες από όλα τα στάδια - και τώρα; Είσαι άνθρωπος των 00s, που η ασάφεια του δίνει την ελπίδα και που οτιδήποτε ασάρωτο του φαίνεται πιο πλούσιο, κι όμως ένας κάποιος τρόμος πλανάται για τη στιγμή που θα περάσεις από την έξοδο και θα βρεθείς στα 00s. Οι παράξενα ντυμένοι και κατά λάθος ντεμοντέ άνθρωποι φαντάζουν πολύ μόνοι. Τα 80s κομμάτια είναι τα πολύ προβλέψιμα και η μουσική προέρχεται και από τα 70s και από τα 90s. Δεν είναι και ό,τι καλύτερο όλο αυτό, αλλά δεν προκαλεί όση αμηχανία προκαλούν τα νησιώτικα. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι δεν μπορείς να προσλάβεις με φυσικότητα το μεταμοντέρνο, αν το συνολικό τοπίο δεν είναι μεταμοντέρνο: Χτες στο μπαρ Άνθρωπος, το ότι ο dj πέρασε από τoυς Peppers σε νησιώτικο δε γέννησε κανένα συλλογισμό. Σήμερα στην ντισκοτέκ οτιδήποτε εκτός από ντίσκο ακούγεται άσχημο και ύποπτο.

ΣΤΑΔΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ. Σε αυτό το στάδιο, έχουμε φύγει από την Boom Boom, έχοντας πάρει ο καθένας το αναμνηστικό του δωράκι που μας κάνει να νιώθουμε σαν να φύγαμε μόλις από παιδικό πάρτι. Νοσταλγούμε ήδη την ντισκοτέκ, μάλλον γιατί φύγαμε πριν από τα «μπλουζ». (Εμένα η φάση με τα «μπλουζ» ίσως να με κατέθλιβε, γιατί δεν είχα αγαπημένο να χορέψω μαζί του κι έτσι δε θα μπορούσα να πάρω σοβαρά και αυτόν το χορό, όπως τους άλλους, αλλά θα έπρεπε να τον δω χλευαστικά, όπως θα ταίριαζε σε ένα 80s revival, κάτι που δεν είχε καμία θέση εδώ.) Το πάρτι κάποιου φρι περιοδικού όπου πηγαίνουμε είναι απολύτως χάλια. Το να σκεφτώ αν αυτό έχει να κάνει με τα 00s μου φαίνεται κουραστικό και άκυρο.

ΣΤΑΔΙΟ ΠΕΜΠΤΟ. Μια μίνι περιπλάνηση στην Αθήνα αποκαλύπτει ότι όλα τα μπαρ κλείνουν. Όλα; Όχι. Υπάρχει ένα μπαρ-ηπερήρωας που αντιστέκεται στην ηλιακή εισβολή. Μια κουβέντα για θέματα που μας απασχολούν ξεδιπλώνεται, από την οποία λείπουν οι ατάκες και περισσεύει η προσήλωση. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι αυτό το πράγμα (η κουβέντα, όχι το μπαρ) είναι υπεράνω δεκαετιών. Έτσι, δεν έχει συντεταγμένες και γι' αυτό το βρίσκεις πολύ εύκολα και πολύ δύσκολα, παντού και πουθενά, κι ακόμα, ξέρεις και δεν ξέρεις πώς και πότε θα το ξαναβρείς.

ΣΤΑΔΙΟ ΕΚΤΟ. Ποστάρω τη βραδιά, είναι 9.39. Η σκέψη που κυριαρχεί είναι ότι υπάρχει κάποιος άνθρωπος που θα ήθελα πολύ να ήταν τώρα εδώ, για να τα κουβέντιαζα όλα αυτά μαζί του τρώγοντας την ομελέτα, αντί να τα γράφω σα μαλάκας στο μπλογκ μου.

14.4.06

Έι, μπλόγκερ...

...Θα σε δω στο ΠΑΡΤΙ.

5.4.06

Τι μου έμαθε η ζωή (επίμετρο)

(Εναλλακτικός τίτλος: αΠΟΣΤημα).

Εν είδει αντιφλεγμονώδους μη στεροειδούς (που δεν μπορώ να πάρω, μιας και μου προκαλεί αλλεργικό σοκ), απλώνω στο πάσχον σημείο την παρακάτω φτιαχτή αλοιφή από 5 συστατικά-τσιτάτα για τον έρωτα (ομοιοπαθητική είναι):

1. Ο έρωτας έχει πολλά ποδάρια.
2. Ο άντρας-παιδί είναι το πιο επικίνδυνο είδος άντρα: Όταν σπάει το βάζο, δεν καταλαβαίνει ότι έκανε ζημιά.
3. Η λέξη «ξενερώνω» είναι η πιο ξενερωτική λέξη απ' όλες.
4. Αν θέλεις να κάνεις απόλυτα ευτυχισμένο το μαζοχιστή που σε λατρεύει, ένας είναι ο τρόπος: η αυτοκτονία σου.
5. Μην τρέξεις ποτέ να αγκαλιάσεις κάποιον αν δεν έχεις δει το ντοκιμαντέρ Imagine, με το Λένον και τη Γιόκο να πλησιάζουν ο ένας τον άλλον σε αργή κίνηση με τα χέρια ανοιχτά και να περνάνε ξυστά.

3.4.06

Πλατεία Ερωτευμένων, αντίο για πάντα

Ήταν θέμα χρόνου. Για ποια πλατεία μιλάμε;

Για εκείνη την αγέρωχη στρογγυλή πλατεία με τις ψηλές λεύκες και τα ξύλινα παγκάκια - τόσο χαμηλά, σαν να ήταν φτιαγμένα για παιδικό σταθμό. Για την πλατεία με τις σπασμένες από τις ρίζες των δέντρων πλάκες, φουλ ανισόπεδες, που ανάμεσά τους φύτρωναν μαργαρίτες και χορτάρια και εκείνα τα ψιλά ψιλά μπλε λουλουδάκια που υπάρχουν και σε πορτοκαλί. Για την πλατεία με το καθαρό κέντρο, που, αν ερχόσουν για λίγο (μοναχά για ένα βράδυ), ήταν σαν να λούζεσαι σε μια δέσμη καρμικού φωτός, με τον γκριζοπράσινο χνουδωτό δακτύλιο από τα φύλλα τριγύρω να συγκρατεί την ενέργεια μέχρι να τη ρουφήξεις ολόκληρη.

Για την πλατεία που, όταν την είχα πρωτοδεί, πάνω σ' ένα βανάκι με όλα μου τα έπιπλα και τις κούτες, ονειρευόμουν απογεύματα με τον αγαπημένο μου Κατηγορία Πρίζα-Πρίζα, Εκδοχή Ένα και παγωτά διά δύο να λιώνουν από το χρυσό, διακεκομμένο ηλιοβασίλεμα. (Όπως τα ζευγάρια που της έδωσαν το όνομά της και διέγραψαν από τη μνήμη της γειτονιάς το «Παλαιών Πατρών Γερμανού».) Απογεύματα που, βέβαια, δεν υπήρξαν, γιατί «έμενα πολύ μακριά».

Τώρα θόρυβος. Η από μηχανής ανάπλαση αποφάσισε να τη σώσει. Άσπρα πλαστικά απ' αυτά που βάζουν στα μπαλκόνια για να μην πέσουν τα παιδάκια. Χρειάζεται να πω για τις γερόντισσες πλάκες που ξηλώθηκαν; Μη με αναγκάσετε. Είναι οδυνηρό.

Έπειτα από οκτώ σχεδόν χρόνια. Δε θα καθίσω ούτε μια φορά παρέα με τον αγαπημένο μου Κατηγορία Πρίζα-Πρίζα, Εκδοχή Δύο. Για πιο σοβαρό λόγο από το «μένω μακριά». Για πιο σοβαρό λόγο από το ότι όπου να 'ναι κι εγώ φεύγω (οι πλάκες μού κουνάνε λερωμένα λευκά μαντίλια - «άμε κι εσύ στο καλό»). Γιατί:

η Πλατεία Ερωτευμένων φονεύεται.

Έτσι ανταμείβεται η αντοχή της.


Πλατεία, πλατεία, τι παίρνεις μαζί σου στο τάφο σου;

27.3.06

Η ιστορία του πιάνου μου

Λίγες βδομάδες πριν
Η Β. ήρθε και στο γραφείο μου με ένα τεφτεράκι. «Ποιο είναι το ωραιότερο πράγμα που έκανε κάποιος για σένα;» «Πώς;» ρώτησα πληκτρολογώντας λέξεις και σημεία στίξης. «Για τη στήλη "Η ερώτηση του μήνα". Πες μας κι εσύ». Πάτησα μερικά πλήκτρα ακόμα. Μετά σταμάτησα, έγειρα το κεφάλι στην παλάμη μου και είπα: «Κάποιος μου χάρισε κάποτε ένα πιάνο». «Ωωωω! Ένα πιάνο; Έλα, σοβαρά; Γκόμενος;» «Ννναι. Δεν είναι πλούσιος» πρόσθεσα, φοβούμενη ότι το έθεσα παρεξηγήσιμα. «Ουάου» είπε η Β. με ειλικρινή θαυμασμό. Και μετά: «Δεν πιστεύω να τον άφησες αυτό τον άντρα να φύγει».

Πολύ παλιά
Μικρή μάθαινα ακορντεόν, για το λόγο ότι αυτό το όργανο τύχαινε να έχουμε στο σπίτι. Ο κύριος Παντελογιάννης, που μου έκανε μάθημα, έτρωγε όλες τις Νουαζέτες από τη φοντανιέρα και μια φορά ήταν τα μαγαζιά του ανοιχτά και δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Μετά το μάθημα, με έπιανε μια ανακούφιση και μια ανεμελιά, και το επόμενο Σάββατο μου φαινόταν πολύ μακρινό. Όταν ερχόταν όμως η μέρα, ξυπνούσα αγχωμένη, ο μπαμπάς μου με επέπληττε, και έπαιζα Τα κύματα του Δουνάβεως και Τ' αστέρι του βοριά για πρώτη φορά, ξέροντας ότι θα τα μπουρδουκλώσω στο μάθημα. Κάθε βδομάδα τα ίδια. Για χρόνια. Και το 46άρι ακορντεόν είναι αρκετά βαρύ για ένα κοριτσάκι του δημοτικού. Το είχα ευχαριστηθεί μόνο μια φορά που είχαμε πάει με τα Πουλιά στο Γηροκομείο και είχα παίξει στους παπούδες και στις γιαγιάδες το Ετίναξε την Ανθισμένη Μυγδαλιά και το Μάρω Μάρω, μια φορά είν' τα νιάτα, που ήταν μάλιστα το αγαπημένο τραγούδι της γιαγιάς μου της Μάρως και γι' αυτό το είχα μάθει.

Παλιά
Φοιτήτρια, είχα την τύχη να έχω μία συγκάτοικο με πιάνο ρωσικό και μετά άλλη μία με πιάνο ρωσικό πάλι, αλλά πιο ξεκούρδιστο. Όταν έλειπαν, καθόμουν στο ειδικό σκαμπό και προσπαθούσα να προσθέσω αριστερό χέρι στις μελωδίες που ήξερα με το δεξί. Έβρισκα τα ακόρντα ως εξής: εντόπιζα τη βασική νότα και μετά έβρισκα άλλες δύο που ταίριαζαν. Τα πήγαινα καλά. Κατόρθωσα να συλλαβίσω και τελικά να μάθω μέχρι και κάτι του Σοπέν - δε θυμάμαι τι, δε θυμάμαι ποιο, αλλά ακόμα θυμάμαι να το κουτσοπαίζω, παπαγαλία. Μια μέρα η μαμά μου με πλήγωσε, καθώς, αν και έπαιξα ικανοποιητικότατα το Φεύγω του Νίκου Παπάζογλου, που είχα βγάλει μόνη μου, και δε με ξαναείχε δει ποτέ να παίζω πιάνο, έδωσε θερμά συγχαρητήρια μόνο στη συγκάτοικο νούμερο 1, που το τραγούδησε. Το τραύμα μετριάστηκε τη μέρα που, με τη συγκάτοικο, μερικούς άλλους και έναν μπαγλαμά κάναμε κατάληψη στο πιάνο της γωνιακής ψαροταβέρνας της Καισαριανής και φτιάξαμε πρόγραμμα, με εμένα να ωθούμαι από ζητωκραυγές να παίξω το Γιατί δε με θες, κυρά μου; «Επειδή είμαι ψαράς» κτλ.) και φυσικά να επαναλάβω την Επιτυχία (του Παπάζογλου και δική μου).

Αρκετά χρόνια πριν
Δεν έπαιζα πιάνο πια - οι συγκάτοικοι με τα πιάνα πήγαν στις Καρδίτσες. Σκέφτηκα να ψήσω τη θεία μου να μου χαρίσει το ένα από τα δύο Yamaha του άντρα της, αλλά δε γινόταν να παραβλέψω το πολυδιάστατο μουσικό ταλέντο του πρωτότοκου ξάδερφου (που ξεκινάει από κιθάρα και φτάνει μέχρι progressive techno επένδυση σε γερμανικά φιλμάκια) και να του στερήσω το πεδίο άσκησης. Αγόρασα λοιπόν έναντι ευτελούς ποσού την παλιά ηλεκτρική κιθάρα του, μάρκας Segovia, χρώματος οινοπνευματί (αν και σε ροκ γκρουπ δεν υπήρχε περίπτωση να είμαι κιθαρίστρια, παρά μόνο η μπασίστρια). Σουξέ μου έγινε το I'd love to change the world των Ten Years After. Τα σύρματα όμως δεν άργησαν να μου τη σπάσουν και στο χώρο άρχισε να δεσπόζει το αρμόνιο-σίνθι του παλιού μου φίλου που τον έχω χάσει. Αλλά, ακόμα και στο «pianο» να το έβαζες, τα πλήκτρα του συνέχιζαν να είναι μικρά, η επαναφορά τους αυτόματη, οι οκτάβες λίγες και ο ήχος ηλεκτρικός. Δεν ξεχνούσα ότι ήθελα ένα αληθινό πιάνο και κανονικά μαθήματα με δάσκαλο. Αλλά πού λεφτά; Η τελευταία μου συγκάτοικος και παλιά φίλη έλεγε ότι θα κάνει οικονομίες να μου πάρει ένα (εγώ γελούσα). Η μαμά μου μου ζήτησε συγνώμη για τη μέρα που με πλήγωσε και μου υποσχέθηκε να μου πάρει πιάνο στο γάμο μου. Αλλά με τη φίλη οι δρόμοι μας χώρισαν βίαια. Και δεν παντρευόμουν. Το πιάνο υπήρχε μονάχα μέσα μου - με τον καιρό, ούτε καν σε συζητήσεις.

Λίγα χρόνια πριν
Σε τζαζ mode αυτή τη φορά, σε μια βραδιά ατελιέ στο ωδείο Athenaeum, γνώρισα το Β. Δεν υπάρχει ούτε ένας από τους άντρες με τους οποίους σχετίστηκα που να μην έπαιζε μουσική - έστω από τη θέση του ντιτζέι. Ο Β. βέβαια δεν παίζει απλώς μουσική: είναι γεννημένος ντράμερ. Τον θαυμάζω. Μου θυμίζει τον Τσάρλι Γουότς, που είναι τόσο κουλ και διαφορετικός από το Μικ και τα λαμέ παντελόνια του, τον Κιθ και τα δαχτυλίδια-νεκροκεφαλές του. Παίζει. Απλώς. Και αφήνει την πόζα για κανέναν άλλο, με απωθημένα ροκ σταρ (ή τζαζ μέσαντζερ). Νομίζω μάλιστα πως τον είχε συναντήσει κιόλας τον Τσάρλι, σε ένα παλαιοπωλείο στο Λονδίνο. Βέβαια o ίδιος ίσως να προτιμούσε να τον παραλληλίσω με τον Μπίλι Μάρτιν των Medeski, Martin & Wood. Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία. Ο Β. μελετούσε στα Zildjian και στα Istanbul του. Και, καθώς φαίνεται, σκεφτόταν πιάνα.

Εκείνη τη μέρα
Ο Β. μού είχε πει για την ηλικιωμένη κυρία που πουλούσε ένα παλιό πιάνο. Με ιντρίγκαρε η περίπτωση: δεν ήθελα καινούριο, βιομηχανοποιημένο πιάνο με ανέκφραστη μούρη, και στα μαγαζιά με τα μεταχειρισμένα έβρισκες μόνο πολύ ακριβά. Άρχιζα να συνειδητοποιώ ότι, έπειτα από 30 σχεδόν χρόνια, ίσως να ξεκινούσα την πρώτη μου σοβαρή πιανιστική σχέση. Ίσως να ζούσα την εμπειρία τού να γίνει πραγματικότητα ένα αρχαίο όνειρο. Ανυπομονούσα. Εκείνη την καλοκαιρινή μέρα γύρισα σπίτι από τη δουλειά και ένα ευγενικό πιάνο με ρυτίδες γύρω από το στόμα και γλυκιά, σοφή φωνή ήταν στο σαλόνι μου. Το κοίταζα από μακριά και του χαμογελούσα. Για ώρα. Μετά άφησα κάτω την τσάντα μου, το πλησίασα και πήρα στα χέρια μου την κόλλα Α4 που το συνόδευε. Είχε λέξεις και ένα σκίτσο:

Γεια σου,

με λένε Πιάνο και ελπίζω να γίνουμε φίλοι. Είμαι απ' το Λίβερπουλ, αλλά από τότε που γεννήθηκα έχω κάνει πολλά ταξίδια μέχρι να καταλήξω εδώ. Έμαθα ότι κι εσένα σου αρέσουν τα ταξίδια, οπότε έχουμε τουλάχιστον τα ίδια ενδιαφέροντα! Πρέπει να σου πω ότι είμαι λιγάκι μοναχικό, γιατί έχουν να με παίξουν πάρα πολύ καιρό (περίπου 20 χρόνια), άρα, όπως καταλαβαίνεις, έχω «σκουριάσει» λίγο. Με λίγη περιποίηση όμως και πολλή στοργή νομίζω πως θα ξανανιώσω και θα τραγουδάω όπως και πρώτα. Θέλω να ξέρεις ότι χαίρομαι πάρα πολύ για τη γνωριμία μας και σ' έχω συμπαθήσει ήδη.

Το Πιάνο σου


Σήμερα
Το πιάνο βρίσκεται στο σαλόνι μου, με το βιβλίο ασκήσεων της ηλικιωμένης κυρίας πλαγιασμένο πάνω του και το καπάκι πάντα κλειστό. Μετά το καλοκαίρι εκείνο, εγώ και ο Β. χωρίσαμε. Δεν ξεκίνησα ποτέ μαθήματα. Προχτές, όταν είχα 39 πυρετό, όταν ένιωθα πάνω μου ένα χρόνο κούραση και σκεφτόμουν τα πιθανώς μοναχικά μου γεράματα, έπαιξα για πρώτη φορά έπειτα από καιρό.

26.3.06

Ευχές

- Βαγγέλη μου, χρόνια μας πολλά.
- Εβίτα μου, να 'μαστε καλά, να τα κάνουμε σκατά.

15.3.06

Η Λεσπριτία, η Chili, η Xpensive, η Άννα Βίσση και η γκριμάτσα

Όπως κάθε δεύτερη Τρίτη του μήνα, έτσι και χτες, οι τρεις αγαπημένες φίλες Λεσπριτία, Chili και Xpensive μαζευτήκαμε στο σπίτι της Χpensive. Παίξαμε λίγο με το μωρό, τη βοηθήσαμε να του κάνει μπάνιο και είπαμε τα δικά μας (αλλά και τα δικά τους). Κάποια στιγμή βάλαμε ΝΕΤ για να δούμε ποιο τραγούδι θα ΜΑΣ εκπροσωπήσει στη Γιουροβίζιον. Και τότε θυμηθήκαμε πόσο εύστοχη ήταν η υπέρτατη βρισιά του Θέμη Τάταρη (Θεός σχωρέσ' τον, εκεί που βρίσκεται): «Που να τα φας στη Βίσση».

Ατάκες που ακούστηκαν (χωρίς να υπολογίσουμε τα όσα προσπάθησε να πει το εμβρόντητο μωρό):
«Μπροστά της ο Μιχάλης Ρακιντζής είναι η επιτομή του στιλ - κάτι σαν την Νταϊάνα».
«Τα κάθε τρεις και λίγο botox τη μαράνανε, δεν κοιτάει να βρει κανένα στιλίστα της προκοπής».
«Με ποιο κριτήριο επέλεξε να ντυθεί στο Βλάση Χολέβα και όχι στο Βασίλειο Κωστέτσο».
«Τον καημένο το Σεγρεδάκη [στιλίστα των σούπερ εμφανίσεων των παρουσιαστών], θα τσούζουν τα ματάκια του μ' αυτά που βλέπει».
«Μα ποιος της διαλέγει τα ρούχα, ο Τάκης Κουβατσέας;»
«Μακάρι να είναι κι ο Κουβατσέας στη Γιουροβίζιον, γιατί έτσι θα γελάσουμε, ενώ με τη Βίσση σκέτη μόνο θα κλάψουμε».
«Ποιος είναι αυτός ο κομμωτής που της πετυχαίνει τόσο καλά τη βαφή κίτρινο που πρασινίζει».
«Αν θες ένα σύντομο ορισμό του κιτς, δες την εμφάνιση της Αννούλας με το μπλουζάκι Rolling Stones».
«To μόνο κοινό που έχει με τους Stones είναι η ηλικία».
ΔΙΑΛΟΓΟΣ ENA: Chili, Λεσπριτία: «Δεν πρέπει όμως να διαλέξουν την μπαλάντα, γιατί υποτίθεται ότι το ατού της Βίσση είναι η σκηνική παρουσία και με μπαλάντα δε θα δείξει». [Στα επόμενα δεύτερα η Άννα σέρνεται στα πλατό τραγουδώντας την μπαλάντα]. Xpensive: «Και νομίζατε ότι δε θα είχε σκηνική παρουσία στην μπαλάντα, καημένες μου».
«Αν πατώσει στη φετινή Γιουροβίζιον -που εύκολα-, θα μπορεί να περηφανεύεται ότι είναι στα χνάρια της Μαντόνα - ως ηθοποιού».
«Είναι χαυλιοδοντάκι αυτό στη ζώνη της; Αυτό που ήταν μόδα πριν από οκτώ χρόνια;»
«Έχω ακούσει ότι ο Κωστόπουλος παλιά φορούσε ένα χαυλιοδοντάκι που το είχε δώσει στο Ρουβά για να το φορέσει σε ένα εξώφυλλο στο Nitro. Μήπως αυτός της το δάνεισε;».
ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΔΥΟ: Άννα Βίσση: «Είμαι αληθινή». Chili: «Δυστυχώς για μας».
«Είναι ακόμα γραφική ή έχει περάσει στην κατηγορία του γελοίου;»
«Της έχει κατσιρδίσει» [στα χιώτικα: αυτός που του έχει σαλέψει, παραληρεί και δεν αντιλαμβάνεται ότι γελοιοποιείται].
«Ιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι!!!!!!» [Όταν έσκασε με το μπλουζάκι Eurovission.]
«Ντροπή».
«Έλεος».
«Κόκα».

Κάποια στιγμή ήρθε ο Γ. από τη δουλειά, κοίμισε το μωρό και μετά μας ρωτούσε θέλετε το 'να και θέλετε τ' άλλο και μήπως να πάω να πάρω φαΐ και τέτοια, αλλά εμείς, σοκαρισμένες απ' αυτό που βλέπαμε στην τιβί, του γνέψαμε απλώς να κάτσει μαζί μας. Εκείνος είπε: «Πάω μέσα να δω μπάλα. Μην τυχόν και ψηφίσετε».

Η βραδιά τελείωσε με εμάς να έχουμε απλώσει στο τραπέζι ένα περιοδικό με μια φωτογράφιση της Δέσποινας Βανδή και να προσπαθούμε να μιμηθούμε την γκριμάτσα στόματος - σήμα κατατεθέν της. Έπειτα από πολλές καλές προσπάθειες από όλες μας, εγώ ανακάλυψα ότι, για να πετύχει η γκριμάτσα απολύτως, πρέπει, εκτός από το να σουφρώνεις τα χείλη σου, να δαγκώνεις και τα μάγουλα από μέσα, για να φτιάξεις μήλα. Κι έτσι οι επόμενες προσπάθειές μας ήταν σχεδόν τέλειες (σκέτο τέλειες θα ήταν μόνο αν δεν είχαμε χιλιοστό χείλους). Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε, αποχαιρετηθήκαμε χωρίς να χαμογελάμε, γιατί το χαμόγελο χάλαγε την γκριμάτσα.

6.3.06

Λαλάδες;



Όχι, δυστυχώς όχι.

Λαλάδες σε δεκαπέντε μέρες.

Τώρα μόνο ανεμώνες.

Μοβ, όχι κόκκινες, όπως στη Λέσβο και στην Καλαμάτα.

(Που τις μπερδεύουν με τις παπαρούνες.)