11.3.05

Τρομοκράτης των blog

Απροσδόκητο τέλος διαγωνισμού.

9.3.05

Τα λουλούδια στις κυρίες από μένα

Χτες που ήταν η μέρα της γυναίκας, ένας συνάδελφος εμφανίστηκε στο γραφείο με μία ανθοδέσμη και έδωσε από ένα τριαντάφυλλο σε καθεμιά μας. Ξέρω ότι αρκετοί και αρκετές από σας στραβομειδιούν μ' αυτό. Σήμερα πάντως το γραφείο έχει μια πολύ χαριτωμένη όψη, με τα πλαστικά μπουκαλάκια από Coca Cola Light και Zαγόρι να ισορροπούν το καθένα με το λουλούδι του πάνω στους υπολογιστές των κοριτσιών.

8.3.05

Αχ, Ευλαμπία

Είδα Fame Story in Concert και δάκρυσα από τη συγκίνηση με την παρουσία του Γιοκαρίνη. Καημό το 'χω ν' ακούσω το Νοσταλγός του ροκ εντ ρολ σε κανένα πάρτι. Όλο Πασχάλη Αρβανιτίδη και Μάικ Ροζάκη. Ποιος dj θα ανακαλύψει την ελληνική 80s δεκαετία;

6.3.05

Τα πρώτα ραντεβού

(Ένα παλιό γραπτό. Αφιέρωση στο χτεσινό, σαββατιάτικο πάρτι.)

Κάτι γυαλίζει δίπλα μου. Είναι ένα κομμάτι ταφτά πράσινου που χρυσίζει καθώς αργοπέφτει στριφογυριστά. Φτιάχνει ένα βουναλάκι στο πάτωμα που σιγά σιγά συρρικνώνεται, με έναν ανεπαίσθητο ήχο σαν να ξεφουσκώνει. Η ουρά από το φόρεμά μου. Παρ’ όλο που το φοράω ακόμα, πέφτει με δική του ταχύτητα, αργή.

Κάθομαι στα μάρμαρα με την πλάτη στον τοίχο και κοιτάζω τον ορίζοντα του δωματίου. Από δω κάτω που αφέθηκα να πέσω είναι ο πιο μακρινός ορίζοντας που μπορεί να υπάρξει μέσα σ’ αυτό το σπίτι. Δηλαδή, απέναντί μου είναι η τζαμαρία και πίσω απ’ την τζαμαρία το σκοτάδι, κι αυτό είναι το πιο μακριά που μπορώ να κοιτάξω.

Μα γιατί με είπε μελαχρινή; Αφού είμαι ξανθιά. Κουνάω πέρα δώθε το κεφάλι μου για να ανεμίσουν τα μαλλιά μου και να δω την αντανάκλασή τους να φτάνει στην τζαμαρία απέναντι, με μια καρφωτή βουτιά στο μαύρο αέρα. Τα έχω πιάσει ψηλά όμως, μοντέρνο σινιόν, και χρειάζεται να τινάξω πολλές φορές το κεφάλι μου, και πέφτουν τσιμπιδάκια δεξιά κι αριστερά στο πάτωμα, μέχρι που μερικές τούφες όντως ανεμίζουν και το κεφάλι μου εντέλει βουίζει.

Όποιος απ’ τους δυο μας είχε τη φαεινή ιδέα να βγούμε, είναι πολύ ηλίθιος. Μόλις το σκέφτομαι αυτό, σαν να χοντραίνω. Η φαρδιά υφασμάτινη ζώνη μου ανεβαίνει ως το στήθος μου και δεν μπορώ να πάρω ανάσα. Η ουρά του πράσινου φορέματος ξετυλίγεται από το ταφταδένιο βουναλάκι και σηκώνεται στον αέρα απειλητικά, με στόχο να κουλουριαστεί γύρω μου και να με σφίξει μέχρι να– Μπα, ψιθυρίζω, δε θα πετύχει το στόχο της, και όντως, δεν τον πετυχαίνει, αλλά κάνει πίσω με ένα φσσσσσσσσ σαν μπαλόνι που το φούσκωσες και σου ξέφυγε πριν το δέσεις, κι εγώ μέσα μου πανηγυρίζω, γιατί θυμάμαι εκείνη τη στιχομυθία:
–Μόλις έβαλα ένα στόχο.
–Αλήθεια; Τι στόχο;
–Έναν απ’ αυτούς τους μαγνητικούς.

Και μου την έσπασε που δεν πλήρωσες και που δε με έφερες σπίτι μου. Στο δεύτερο ραντεβού τι θα έκανες; Θα μου ζητούσες δανεικά και κάτι παραπάνω για βενζίνη; Μου φάνηκε μάλιστα ότι υπολόγιζες πόσα τσιγάρα σού είχα καπνίσει – όχι, εντάξει, αυτό όχι. Αλλά για να καταλάβεις τι εννοώ. Αν δεν είσαι εσύ ο ηλίθιος.

Πόσο θα ήθελα να φτιάξω έναν ομαδικό τάφο και να ρίξω μέσα όλα τα πρώτα ραντεβού, μισοπεθαμένα, να ξεψυχήσουν πνιγμένα απ’ το αφράτο χώμα. Να παρακολουθώ την επιθανάτια αγωνία τους να διαρκεί αιώνες, όπως κι αυτά, και να παίρνει μαζί της διαδοχικά: την αναπάντητη κλήση «είμαι αποκάτω και σε περιμένω», την υπερβολική ποσότητα αρωμάτων που μπερδεύονται μέσα στο αμάξι και γίνονται παραισθησιογόνος οσμή (ίσως εκεί μέσα να επωάζεται η αποτυχία), την προαποφασισμένη παραγγελία του ποτού, τα πάλι και πάλι τσουγκρίσματα στο ύψος των ώμων, τα βλέμματα κατευθείαν στα μάτια, τόσο κατευθείαν, που καίνε κάτι που βρίσκεται πίσω απ’ αυτά και που θα χρειαζόταν.

Τα ηχηρά γέλια, η πλούσια μουσική, οι ερωτήσεις (μαζί με τις απαντήσεις) καθώς και η υπόσχεση για δεύτερο ραντεβού μπορούν να παρακάμψουν το στάδιο της επιθανάτιας αγωνίας και να θανατωθούν ακαριαία.

Δεν αποκλείω την κατασκευή ανάλογων τάφων και για τα αμέσως επόμενα ραντεβού, που φυσικά είναι σε πλεονεκτική θέση, όμως δεν παύουν να αποτελούν εμπόδια στημένα το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο στο μοναδικό δρόμο που οδηγεί κάπου ωραιότερα.

Δε σηκώνομαι από τα μάρμαρα να πάω για ύπνο, γιατί το πάτωμα στο σημείο που κάθομαι έχει ζεσταθεί, όπως και ο τοίχος στην πλάτη μου. Επιπλέον, από το κρεβάτι μου με χωρίζουν σωροί από ρούχα που απέρριψα τέσσερις ώρες πριν, σκόρπιες σελίδες εντιτόριαλ μόδας που έχουν ξεκολλήσει απ’ τους τοίχους, το καλώδιο του τηλεφώνου μπλεγμένο στα ροζ αλτηράκια μου. Όλα αυτά –που δεν είναι πως θυμόμουν ότι υπάρχουν, αλλά τα φωτίζει το μακιγιάζ μου, που κρατάει γερά– είναι εμπόδια ελάχιστα λιγότερο αποθαρρυντικά από μια σειρά ραντεβού στημένα σαν δώδεκα πελέκια που περιμένουν μια σαΐτα σταλμένη από καλοτεντωμένο τόξο να περάσει με ευκολία από μέσα τους.

Ούτως ειπείν, δεν το κουνάω από δω ως το πρωί.

1.3.05

Απόκριες ή όχι;


Καρναβαλιστής ή ισλαμιστής; Τι έχει κατά νου; Για πού το 'βαλε;
Δώσε τη δική σου εκδοχή και κέρδισε την κεφίγια της φωτογραφίας.

28.2.05

Οι κουλές ερωτήσεις κουλά απαντιούνται

Τι σκέφτεσαι;
–Κάτι δικά σου.

21.2.05

Si wu tang (MSN Messenger 2)

Ο χρήστης evita λέει:
πήγα σε ολιστικό γιατρό και αποτοξινώνομαι εδώ και μία εβδομάς
Ο χρήστης Κ λέει:
είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που θα έκανε κανείς με ένα διαιτολόγο λ.χ.;
Ο χρήστης evita λέει:
ΕΝΤΕΛΩΣ
Ο χρήστης evita λέει:
πίνω κινέζικα μαντζούνια
Ο χρήστης Κ λέει:
κάτσε
Ο χρήστης Κ λέει:
και εγώ πίνω κινέζικα ματζούνια
Ο χρήστης evita λέει:
τι;
Ο χρήστης Κ λέει:
πολύ εξωτικά πράγματα
Ο χρήστης Κ λέει:
δεν θα τα ξέρεις
Ο χρήστης Κ λέει:
λέγονται ΤΣΑΓΙΑ
Ο χρήστης evita λέει:
εμένα έχουν πιο ψαρωτικό όνομα: si wu tang
Ο χρήστης Κ λέει:
δεν το πιστεύω ότι πίνεις κάτι που λέγεται si wu tang!
Ο χρήστης evita λέει:
το πίνω και μ' αρέσει
Ο χρήστης Κ λέει:
δηλαδή με τι μοιάζει;
Ο χρήστης evita λέει:
είναι κάτι σαν ρίζες, μαζί με κάτι κόκκινους καρπούς, που τα βράζεις μία ώρα
Ο χρήστης evita λέει:
είναι συνταγή. είναι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΓΙΑ ΜΕΝΑ
Ο χρήστης Κ λέει:
wow
Ο χρήστης evita λέει:
πίνω κι ένα χάπι φυτικό που λέγεται…
Ο χρήστης Κ λέει:
ΜΗ
Ο χρήστης evita λέει:
Root the spirit
Ο χρήστης Κ λέει:
ΟΧΙ!!!!
Ο χρήστης evita λέει:
μα το Γιοσάκη
Ο χρήστης Κ λέει:
άκου
Ο χρήστης Κ λέει:
ο Μ μετακόμισε στο σπίτι ενός φίλου μας που έφυγε στο εξωτερικό
Ο χρήστης Κ λέει:
ο τύπος αυτός λοιπόν είναι vegetarian αναρχοσυνδικαλιστής ή whatever
Ο χρήστης Κ λέει:
το σπίτι το άφησε γεμάτο με ένα σωρό πράγματα
Ο χρήστης Κ λέει:
εκ των οποίων και ένα σωρό καφέδες/τσάγια/ροφήματα
Ο χρήστης Κ λέει:
από ελεύθερες κοινότητες (Τσιάπας και άλλα)
Ο χρήστης Κ λέει:
τα οποία παρεμπιπτόντος είναι πολύ ωραία
Ο χρήστης Κ λέει:
ήπια έναν καφέ π.χ. φοβερό
Ο χρήστης evita λέει:
ΝΑΙ, ΑΛΛΑ ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ
Ο χρήστης Κ λέει:
ναι, αλλά ποιός ξέρει υπό τι συνθήκες εκμετάλλευσης του μόχθου των αδικημένων φτωχών έχουν καλλιεργηθεί τα δικά σου
Ο χρήστης evita λέει:
χμ
Ο χρήστης Κ λέει:
μπορεί πίνοντας τα ματζούνια σου να συμπράττεις σε παιδική εργασία και ένα σωρό άλλα!
Ο χρήστης Κ λέει:
ΧΑ!
Ο χρήστης evita λέει:
ναι, αλλά τα αιθέρια έλαια που χρησιμοποιώ καλλιεργούνται σε βιολογικές φάρμες στη νότια Αυστραλία και δίνουν δουλειά σε Αβορίγινες. ΧΑ!
Ο χρήστης Κ λέει:
χμμ
Ο χρήστης Κ λέει:
*think*
Ο χρήστης Κ λέει:
άσχετο: έβαλα DSL στο σπίτι
Ο χρήστης evita λέει:
είναι σύμφωνο αυτό με τις αρχές του Πρωτοκόλλου του Κιότο;...
Ο χρήστης Κ λέει:
βέβαια, γιατί περνάει πάνω από τις ήδη υπάρχουσες γραμμές
Ο χρήστης Κ λέει:
οπότε δεν έχει διαβρωθεί περαιτέρω το υπέδαφος
Ο χρήστης evita λέει:
μήπως όμως είναι σπατάλη ενέργειας;
Ο χρήστης Κ λέει:
εμμμ
Ο χρήστης Κ λέει:
ε γενικά είναι καλό…
Ο χρήστης evita λέει:
γεια μας τότε
Ο χρήστης Κ λέει:
τι πίνεις;
Ο χρήστης Κ λέει: Ο χρήστης evita λέει:
si wu tang!

18.2.05

Συνταγή mix & match

To αχταρμαδάκι μού θύμισε τη σίτιση του απένταρου φοιτητή. Με τη διαφορά ότι τότε τα ψυγεία μας δεν είχαν σάλτσα σόγιας, διότι νουντλς και πάπια τσοπ-σούι εξακολουθούσαν να θεωρούνται εξωτικά φαγιά.

17.2.05

Ολιστική επαναφορά

Ολιστικέ γιατρέ μου, πάει μια βδομάδα που σε γνώρισα, μια βδομάδα χωρίς καφέ, χωρίς αλκοόλ, χωρίς πίτσες (ούτε καν Pomodoro), χωρίς κεφτεδάκια, χωρίς ΓΛΥΚΑΑΑ.

Θέλω μιλφέιγ
θέλω τσιζκέικ
θέλω εκλέρ, καταΐφια και κοκ
βάφλες και κρέπες
και σοκοφρέτες
από τη στέρηση έπαθα σοκ.
Θέλω, θέλω η σοκολάτα μες στο λαρύγγι μου να ρέει καυτή
και να πλημμυρίζω ηδονή.

Δε θέλω απίδια
και κουνουπίδια
βραστά, ψητά, δίχως λάδι και σος
δε θέλω τσάγια
χυμό παπάγια
(που δεν προβλέπεται, έτσι κι αλλιώς).
Θέλω, θέλω μέσ' απ' τη χύτρα όλο το ρύζι γλασέ να χαθεί
κι ο Παρλιάρος να εμφανιστεί.

Θέλω το Στέλιο, το Στέλιο το Στέλιοοoο! ΤΟ ΣΤΕΛΙΟΟΟΟΟΟ!

14.2.05

A point

Το να βάζεις comment σε ένα post είναι σαν να λες κάτι έξυπνο σ' ένα πηγαδάκι ή σαν να κάνεις ένα κοπλιμέντο, δίνοντας συγχρόνως την κάρτα σου. Το comment είναι το PR του blogger.

13.2.05

Για το νομάδα φίλο μου

Έχω ένα φίλο που αλλάζει διεύθυνση συνεχώς. Στην Αθήνα έχει αλλάξει τουλάχιστον πέντε σπίτια, χωρίς κανέναν από τους λόγους για τους οποίους μετακομίζουν συνήθως οι άνθρωποι (για να είναι κοντά στη σχολή/δουλειά, για να πληρώνουν λιγότερα, γιατί τους την έσπασε ο ιδιοκτήτης κοκ). Το ένα σπίτι μάλιστα ήταν δικό του. Το νοίκιασε και πήγε στη Νέα Υόρκη.

Δέκα χρόνια πριν ήταν που μου είχε πρωτοπεί ότι ονειρευόταν να πάει στη Νέα Υόρκη, να μελετάει τζαζ στο Σέντραλ Παρκ και να ζει τη ζωή των μουσικών. Όταν το αποφάσισε και πήγε, νόμιζα πως το σούρτα φέρτα είχε τελειώσει, πως είχε βρει τη βάση του. Αμ δε. Γύρισε πάλι στην Αθήνα, για να ξαναπάει στο Μήλο τον επόμενο χρόνο, και το μεθεπόμενο να το ξαναεγκαταλείψει.

Δεν τον θυμάμαι να εγκατέλειψε κανένα μέρος απογοητευμένος, επειδή τα πράγματα "στράβωσαν" ή "δεν ήταν όπως τα περίμενε". Οι αναχωρήσεις του είναι ήσυχες και φυσικές, όπως όταν τελειώνεις το φαΐ σου και πηγαίνεις το πιάτο στο νεροχύτη. Κι ο φίλος μου αυτός κλείνει τα σπίτια του πάντα χορτασμένος.

Χορτασμένος όμως όχι από χρήμα - πέρα από το νοίκι του σπιτιού του, δεν έχει άλλο σταθερό εισόδημα. Αν η οικονομική του κατάσταση είχε φωνή, θα του έλεγε να κάτσει στ' αυγά του. Εκείνος όμως είναι ήδη στον επόμενο προορισμό και τσεκάρει τις αγγελίες για δουλειά στην εφημερίδα. Όλες, γιατί κάνει τα πάντα: μουσικός, υπάλληλος ζαχαροπλαστείου, μπογιατζής, πωλητής εκδοτικού οίκου, οδηγός...

Για πολλά χρόνια δεν το είχα πιάσει - πάντα ρωτούσα "μα γιατί" όταν μου ανακοίνωνε την επόμενη αναχώρηση και πάντα πίστευα ότι αυτή θα ήταν ο τελικός προορισμός. Συνειδητοποίησα πλήρως το νομαδικό του πνεύμα προχτές που ήπιαμε στην υγειά της Καλαμάτας, του επόμενου σπιτιού του. «Κάποια στιγμή θα φύγεις κι από κει» είπα. Γέλασε και έσκυψε προς το μέρος μου: «Υπάρχει αυτή η σκέψη στο κεφάλι μου».

Στο δρόμο προς το σπίτι, το δικό μου κεφάλι είχε μέσα του δύο εικόνες του φίλου μου. Η μία: να παίζει μόνος στις τρεις τη νύχτα το My one and only love στο λοφάκι δίπλα στη μεγάλη λίμνη του Σέντραλ Παρκ. Η άλλη: να χώνει ρούχα, όργανα, στερεοφωνικά, cd, βιβλία, εργαλεία κι ένα κουτί με γράμματα και καλοκαιρινές φωτογραφίες μέσα σ' έναν μονάχα σάκο. Κάπως γίνεται και το βιος του χωράει πάντα μέσα στο σάκο του.

9.2.05

Τηλεργασία

Μέχρι να τυπωθεί το μπλουζάκι μου "I've been working at home", διαβάζω αυτό και αυτό.

8.2.05

Ψινάκης μ.λ.

Τις προάλλες ήμουν σ' ένα κοσμικό πάρτι. Καθώς έμπαινε ο Ψινάκης με κάτι κλώνους του, κλήθηκα να απαντήσω στην εξής ερώτηση: «Ειλικρινά, πες μου, βλέπεις εσύ αλλαγή μετά το λίφτινγκ;». Στο κεφάλι μου κατρακύλησε χιονοστιβάδα σκέψεων.
Σκέψη πρώτη: «Έκανε λίφτινγκ ο Ψινάκης;».
Σκέψη δεύτερη: «Τι στο καλό; Πού τα ξέρει αυτή τα προσωπικά δεδομένα του Ψινάκη;».
Σκέψη τρίτη: «Αυτοί εδώ μέσα μόνο με τέτοια ασχολούνται, επαφή με την πραγματική ζωή ουδεμία».
Σκέψη τέταρτη: «Έλεος».
Σκέψη πέμπτη: «Ας μην εκτεθώ».
Κατόπιν της τελευταίας σκέψης, απάντησα το εξής: «Εμένα πάντα μου άρεσε ο Ψινάκης» (που πέρα από διπλωματική ατάκα, ήταν και αλήθεια).
Τις επόμενες μέρες άνοιξα τηλεόραση και άκουσα για το λίφτινγκ του Ψινάκη από τρεις τουλάχιστον εκπομπές, εξαιρουμένων των πρωινάδικων και των μεσημεριανάδικων. Και έκανα μια ακόμα σκέψη.
Σκέψη έκτη: «Μα πού ζω εγώ;».

5.2.05

Ένοχη λόγω αθωότητος

Το πρωί, την ώρα που μου έφτιαχνα καφέ, κάτω από την πόρτα γλίστρησε μ' ένα χρου χρου ένα σημείωμα:

«Καλημέρα
Είμαι η Αιμιλία
που έμενα απέναντι.
Μήπως βρήκες στα σκαλοπάτια
2 καφασάκια με κάτι δίσκους (lp);
Αν ναι, πάρε με τηλέφωνο στο 69...
Σ' ευχαριστώ».

Μπορώ να καταλάβω πόσο οδυνηρό είναι να χάνεις δίσκους. Άνοιξα αμέσως την εξώπορτα και είδα την κοπέλα που έμενε στο απέναντι διαμέρισμα, και που μόλις είχα μάθει ότι τη λένε Αιμιλία, να κουβαλάει κούτες. Μετακόμιζε.

«Δε βρήκα τίποτα» της είπα με στεναχώρια.
«Τα είχα αφήσει εδώ στη σκάλα χτες. Μάλλον θα τα κατέβασαν στα σκουπίδια» έκανε τη λογική σκέψη εκείνη.
Στα σκουπίδια; σκέφτηκα. Μα αυτό είναι φοβερό!
«Στα σκουπίδια;» της είπα. «Και το λες με τέτοια ψυχραιμία;»
Περίμενα κάποιο ξέσπασμα από μέρους της, κανένα «ήθελα να 'ξερα ποιος άσχετος τα πέρασε για σκουπίδια» ή «όχι, ρε γαμώτο, πάνε τα lpάκια μου», τέτοια.
Ξέσπασμα ανάλογο δεν συνέβη, στο πρόσωπό της όμως εμφανίστηκε ξαφνικά και ανεξήγητα ένας ύφος δυσπιστίας.
«Σίγουρα δεν είδες τίποτα;» με ξαναρώτησε, γέρνοντας λίγο το κεφάλι της και κοιτώντας μέσα στο διαμέρισμά μου από τη μισάνοιχτη πόρτα. Υποθέτω ότι από κει που κοίταζε θα φαινόταν το στερεοφωνικό μου.
«Δεν είδα» απάντησα καθώς έριξα με τη σειρά μου μια ματιά προς το στερεοφωνικό μου και, αντανακλαστικά, έγειρα την πόρτα.
Έμεινε να με κοιτάζει στραβά. Δεν ήξερα τι να πω κι έβαλα τα χέρια στις τσέπες. Έπειτα από αρκετές στιγμές αμηχανίας, είπα τελικά:
«Πρέπει να πάω μέσα. Εύχομαι να τα βρεις».
«Μμμμ» έκανε εκείνη στραβώνοντας και το στόμα της, μαζί με το βλέμμα της.

Μόλις έκλεισα την πόρτα με κατέλαβε ένα αίσθημα ενοχής. Μόλις που συγκρατήθηκα να μην κλειδώσω για να οχυρωθώ απέναντι στο βλέμμα-λέιζερ που, ούτε λίγο ούτε πολύ, με καθιστούσε ύποπτη ληστείας. Πώς να την αδικήσω όμως; Σάμπως αν υπήρχε ληστής, τέτοια λόγια πάνω κάτω δε θα της έλεγε σε μια πιθανή τους τετ-α-τετ κουβεντούλα;

4.2.05

Κολάπσους...

...Αυτό ακριβώς έπαθε το blog μου (κάποιο μοιραίο λάθος στις ρυθμίσεις) και μου πήρε δυο ώρες να το συνεφέρω. Όταν έκανα κλικ και είδα μια διαλυμένη σελίδα στη θέση του, κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό. Τέτοια εξάρτηση από τώρα; Αλίμονο, τι με περιμένει;

3.2.05

Τζάμπα κούρσα

H μέρα μου σήμερα ξεκίνησε με ένα τρακάρισμα.

Έψαχνα ταξί αρκετή ώρα μέσα στο κρύο, και όταν σταμάτησε ένα δίπλα μου χώθηκα αμέσως στο πίσω κάθισμα. Ούτε χιλιόμετρο πιο κάτω, σε ένα απότομο φρενάρισμα του οδηγού, το αποπίσω αμάξι έσκασε με φόρα πάνω μας. Πάνω στο τράνταγμα δεν μπόρεσα να συγκρατήσω μια κραυγούλα, πιστεύοντας προς στιγμήν ότι καβαλήσαμε ένα γιγάντιο σαμαράκι. Αυτομάτως ο ταξιτζής πετάχτηκε έξω και άρχισε να καθυβρίζει τον αποπίσω οδηγό. Το μυαλό μου πέταξε σε ένα ανάλογο περιστατικό του παρελθόντος.

Εκείνη τη φορά, το ταξί στο οποίο βρισκόμουν ήταν αυτό που είχε σκάσει με φόρα στον μπροστινό. Ο οδηγός είχε και τότε πεταχτεί έξω αστραπιαία και είχε αρχίσει το βρισίδι στον μπροστινό. Το ταξίμετρο είχε γράψει αρκετά, αλλά δεν ήξερα αν έπρεπε να τον πληρώσω, δεδομένου μάλιστα ότι είχα χτυπήσει και ελαφρώς στο γόνατο (καθόμουν μπροστά). Οπότε παρέμεινα στη θέση μου και τον περίμενα. Αυτός όμως είχε στήσει καβγά τρικούβερτο με τον μπροστινό και φαινόταν να έχει ξεχάσει ότι είχε πελάτη. Έκανα κάτι νεύματα, αλλά δε μου έδινε σημασία - είχε απορροφηθεί απολύτως από την αντιπαράθεση. Περίμενα κι άλλο - δεν ήταν σωστό να την κάνω σαν τον κλέφτη. Αφού πια κατάλαβα ότι ο καβγάς δε θα τέλειωνε ποτέ, βγήκα έξω, μπήκα ανάμεσά τους και είπα (κραύγασα μάλλον, για να ακουστώ) κάτι του στιλ: «Τι σας οφείλω, γιατί πρέπει να φύγω», πιστεύοντας ότι ο ταξιτζής θα μου έλεγε κάτι του στιλ: «Τίποτα, κοπελιά, να με συγχωρείς». Εκείνος όμως με κοίταξε με ένα βλέμμα «τι με πρήζεις κι εσύ, δε βλέπεις ότι έμπλεξα με μαλάκα;», μπήκε μέσα στο ταξί ξεφυσώντας, συμβουλεύτηκε το ταξίμετρο και μου είπε το ποσό. Τον πλήρωσα κι έφυγα.

Σήμερα, μόλις άκουσα τον ταξιτζή να ρίχνει τα πρώτα καντήλια, ήξερα ακριβώς τι έπρεπε να κάνω. Βγήκα έξω, πέταξα στους καβγαδίζοντες ένα «εγώ φεύγω, κοιτάξτε να τα βρείτε, παιδιά, δεν έγινε και τίποτα» και πέρασα απέναντι σηκώνοντας το χέρι μου στο πρώτο κίτρινο όχημα που πλησίαζε.