24.6.06

Λίστα

Πράγματα για τα οποία αγχώνομαι, αλλά, παρ' όλο που είναι πολύ απλό να κλείσω την κάνουλα απ' όπου ξεπηδά το άγχος, αδρανώ κι έτσι συνεχίζω να καρα-αγχώνομαι:

-Μήπως τα σαφρακιασμένα από την αφυδάτωση λουλούδια στις αρτάνες μαραθούν ανεπιστρεπτί. Ωστόσο, κάθε πρωί που βλέπω το χάλι τους, σκέφτομαι ότι βιάζομαι τρελά και α, δε γίνεται, θα τα ποτίσω το βράδυ. Μέχρι το βράδυ, αλλά και μέχρι το πρωί -διότι και το βράδυ το αναβάλλω- ζω με ενοχές.
-Μήπως εξαντληθούν τα εισιτήρια για τα θεάματα του καλοκαιριού που με ενδιαφέρουν και χάσω κι άλλα εκτός από αυτά που έχω χάσει ήδη. Ωστόσο, κάθε φορά που περνάω από τα ταμεία του Φεστιβάλ ή το Ticket House κτλ., θεωρώ πρωτεύον να ικανοποιήσω μια από το πουθενά πείνα/νύστα/ζέστη και αλλάζω πορεία. Τις νύχτες έχω εφιάλτες ότι δεν καταφέρνω να δω Antony & The Johnsons.
-Μήπως μου έρθει ο επόμενος λογαριασμός του ΟΤΕ κατακούτελα, εξαιτίας του εξαντλητικού σέρφινγκ στο Ιντερνέτι. Ωστόσο, δε βάζω adsl, διότι και καλά δεν ξέρω ποια εταιρεία να διαλέξω και διότι προηγείται η αποσύνδεση isdn, που πρέπει να κάνει ο τοπικός ΟΤΕ. Το γεγονός ότι παίρνω τον ΟΤΕ τηλ. και δεν απαντά μου προκαλεί παράλογη ανακούφιση. Η υποψία ότι το τηλ. του ΟΤΕ που παίρνω είναι λάθος δεν αρκεί για να μην ξανακαλέσω σε αυτό και να ψάξω το σωστό, αλλά αρκεί για να γιγαντωθεί η σκιά της Ερινύας που παίρνει τη μορφή του πορτοφολιού μου και φωνάζει στο αυτί μου: Γιάννη, γιατί έκοψες το πεύκο, γιατί, γιατί; (δε λέει αυτό, αλλά την πιάνετε την ατμόσφαιρα).

Και το μέγα άγχος:

-Μήπως κάποιος μου αφήσει μήνυμα στη στήλη της Αthens Voice ΣΕ ΕΙΔΑ και δεν το πάρω χαμπάρι ποτέ, χάνοντας τη γνωριμία του αιώνα. Ωστόσο, βαριέμαι τρελά να διαβάζω τη στήλη (η οποία έχει γίνει και τεράστια δηλαδή). Οι Αthens Voice κάνουν ντάνα στο σαλόνι, ντάνα η οποία όπου να 'ναι θα φλερτάρει με τις κατσαρίδες, ντάνα η οποία ξεφτιλίζει τη χρησιμότητα του coffee table, ντάνα η οποία θα ψηλώσει, θα ψηλώσει, θα ψηλώσει και μια μέρα θα πέσει πάνω μου και θα με θάψει κάτω από ένα χαρτοπολτό ψυχαναγκαστικής εκκρεμότητας.

...

Συμπεράσματα:
1. Νομίζω ότι πρέπει να παζαρέψω την τιμή της συνεδρίας με τον ψυχοθεραπευτή μου.
2. Ευτυχώς που δεν έχει και η Lifo ΣΕ ΕΙΔΑ.

23.6.06

Ως ουκ είθισται

(Φαμ Φρακτάλ, έργο 4)

Έχω κρατήσει από τότε πέντ’ έξι SMS στο κινητό - αυτά που εκείνη ήταν όχι-και-τόσο-μεθυσμένη κι εγώ όχι-και-τόσο-νηφάλιος. Πες πως η ιστορία πήγαινε κάπως έτσι:

«ΑΝ ΛΕΩ ΑΝ ΜΟΥ ΡΘΕΙ ΜΕ ΦΙΛΟΞΕΝΕΙΣ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΣΟΥ ΚΟΡΙΤΣΙ;»... Συνεχίζεται εδώ.

18.6.06

Boring...

Ήξερα κάποιον που στις διακοπές έλεγε πράγματα όπως: «Άντε να πάμε και στο σπήλαιο να ξεμπερδεύουμε». Αντιμετώπιζε την επίσκεψη στο χάιλαιτ αξιοθέατο του μέρους σαν κάτι που, αφού ήταν γραφτό απ' τη μοίρα να κάνουμε, ε, ας το κάναμε μια ώρα αρχύτερα.

Συχνά, πολύ συχνά, βλέπω ακριβώς έτσι τη ζωή. «Άντε να γεράσουμε, να πεθάνουμε, να ξεμπερδεύουμε». Μερικές νύχτες όμως με πιάνει αισιοδοξία. Τότε κάνω τη σκέψη: «Μια ζωή είναι, θα περάσει».

15.6.06

Σωστός ο Γιαν Τιερσέν

Θα μπορούσε: α) να παίξει Αμελί με την ενορχήστρωση του σάουντρακ, τύπου «πάρτε το προκάτ χιτ στ' αυτάκια, αφού γι' αυτό ήρθατε» - και το κοινό να το φχαριστηθεί, αφού όντως γι' αυτό ανέβηκε στο Λυκαβηττό (η πλειοψηφία). β) να μην παίξει καθόλου Αμελί, διότι δεν μπορεί ένας μουσικός να παγιδεύεται από το ίδιο του το χιτ και να κάνει τεμενά στον άψαχτο ακροατή - και το κοινό (η πλειοψηφία) να αποχωρήσει μες στην απογοήτευση. Με το α) θα «πρόδιδε» τον εαυτό του, με το β) το κοινό του. Δύσκολο το δίλημμα - αν μείνεις σε αυτό. Διότι να που υπήρχε λύση: το θέμα (τα θέματα) της Αμελί παιγμένα λίαν κιθαριστικά και παραλλαγμένα σε βαθμό διασκευής.

Η λύση αυτή δεν είχε προκύψει στη συναυλία των Radiohead στο Λυκαβηττό τo 2000, διότι προφανώς εκείνοι, σχετικά με το δικό τους χιτ, έμειναν στο δίλημμα. Και επέλεξαν το β), δηλαδή να μην παίξουν το Creep, που το κοινό (η πλειοψηφία) περίμενε.

Φυσικά, υπάρχει βασική διαφορά στις δύο περιπτώσεις: από τη μία πρόκειται για ένα ολόκληρο σάουντρακ, από την άλλη για ένα μόνο κομμάτι. Ωστόσο, και τα δύο σύστησαν τα ονόματα στο μεγάλο κοινό. Και τα δύο δε live έγιναν στην Ελλάδα πολλά χρόνια μετά ΤΑ ΧΙΤ (5 το live του Τιερσέν μετά την ταινία Αμελί, 7 αυτό των Radiohead μετά το άλμπουμ Pablo Honey), με both τα ονόματα να έχουν βγάλει κατόπιν μπόλικες δουλίτσες (+4 άλμπουμ o Tιερσέν, +2 και το 3ο να κυκλοφορεί λίγους μήνες αργότερα, χώρια τα ιπιά -ep-, οι Radiohead), οι οποίες ωστόσο παρέμεναν σε δεύτερη μοίρα στη συνείδηση της θειας μου της Θοδώρας (=ευρύ κοινό) σε σχέση με ΤΑ ΧΙΤ. Θα μπορούσε λοιπόν ο Τομ Γιορκ (ή έστω ο Κόλιν Γκρίνγουντ, που είχε και τα γενέθλιά του εκείνη τη μέρα) να πει: «Ας κεράσουμε τους αδαείς ακροατές που έχουν μείνει στην εποχή του Creep το κομματάκι που περιμένουν πώς και πώς, μιας και ερχόμαστε για πρώτη φορά στην Ελλάδα και ένας Θεός ξέρει πότε και αν θα ξανάρθουμε, αλλά ας του ρίξουμε μια ξεγυρισμένη αναπροσαρμογή, για να πάρουμε και τα σώβρακα των φανατικών οπαδών, που ξέρουν απέξω τους στίχους όλων των ιπιών -ep- μας και τους έχει έτσι κι αλλιώς σηκωθεί η τρίχα κάγκελο». Ε, they didn't.

Δεν είναι που είχα τα γενέθλιά μου κι εγώ εκείνη τη μακρινή μέρα και νομιμοποιούμουν να τσαντιστώ με όποιον δε μου έκανε το χατίρι. Είναι που εκτίμηση φουλ πάντα είχα μόνο στο μουσικό που σπάει το κεφάλι του και βρίσκει τον τρόπο να ξεπαγιδευτεί από την ίδια του την επιτυχία, σεβόμενος ταυτόχρονα και τη δημιουργική του υπόσταση και την προσδοκία της μάζας. Διότι η τοποθέτηση της μάζας είναι το μισό live (γι' αυτό μιλάω, όχι για το στούντιο, όπου η μάζα μπορεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό να πάει να χεστεί). Αυτόν λοιπόν το μουσικό εγώ θα μπορούσα να τον ακούω προσεκτικά σε ό,τι έχει να μου πει, χωρίς να μου χαλά η κόμμωση από την αύρα τεμπελιάς/εφηβικού τύπου άρνησης που φυσά από τη σκηνή.

Χτες ο μεσιέ Τιερσέν (που, σημειωτέον, είχε ξανάρθει στην Ελλάδα τη χρονιά ΤΟΥ ΧΙΤ, και επομένως θα μπορούσε να είχε ξεμπερδέψει τότε με αυτό), μου επιβεβαίωσε πόσο πιο πλούσια εμπειρία (και μάθημα, γιατί όχι;) είναι το να παρακολουθείς κάποιον να μην αρκείται απλώς στο ταλέντο του, αλλά να το παιδεύει.

13.6.06

Χημεία-Ψυχολογία 0-1

-Φαίνεσαι κάπως. Έχεις πάρει κάτι;
-Όχι, είναι φυσικό down.

12.6.06

Small time crooks*

Οι κλέφτες ήταν δύο και μαύροι. Και, μπορεί στο ανθρωποκυνηγητό να έχασαν τις παντόφλες τους, αλλά τουλάχιστον βούτηξαν τη σωστή τσάντα: Ανάμεσα σε πορτοφόλι, ταυτότητα, διαβατήριο, δίπλωμα οδήγησης, κλειδιά σπιτιού, κλειδιά αυτοκινήτου, κινητό κτλ., υπήρχαν και δύο προσκλήσεις για την εμφάνιση του 50 Cent. Πιθανότατα σε ένδειξη ευγνωμοσύνης που ανέλπιστα θα βρεθούν να παρακολουθούν τo live του brother, άφησαν να πέσει στην άσφαλτο το πιο πολύτιμο αντικείμενο της τσάντας: η κολώνια. Διότι όλες οι φυλές γνωρίζουν και σέβονται ότι πάνω απ' όλα είμεθα γυναίκες.

Ευχαριστούμε και καλή διασκέδαση!


*Στην Έφη, που η εφηβική φωτό της ταυτότητάς της χάθηκε για πάντα.

8.6.06

Yin Yang

-Τσ τσ τσ, δεν είσαι καθόλου γιν.
-I'm too yang to be yin.

7.6.06

Ο άστεγος εντός-εναλλάξ μου

(Φαμ Φρακτάλ, έργο 3)

Έχοντας κανείς αυτονόητα ένα σπίτι μέσα στο οποίο μπορεί να κοιμηθεί σαν μωρό, να μπουσουλήσει και να κάνει κακά του, σταδιακά αντιλαμβάνεται πόσο ωραία είναι που με κάποιους το μοιράζεται. Διότι ναι μεν το να κάνεις κακά σου είναι μια υπόθεση απολαυστικής μοναξιάς από τη παιδική ηλικία ως τα γερατειά, αλλά δεν ισχύει το ίδιο με το φαγοπότι, τη φασίνα, το Trivial Pursuit κτλ. Όσο μεγαλώνεις και δένεσαι με τη μαμά, τον μπαμπά, τον αδερφό, την αδερφή, τη γιαγιά κοκ., τόσο μεγαλώνει η αίσθηση ασφάλειας, χωνεύεται η αποδοχή, πολλαπλασιάζονται τα κοινά βιώματα. Έτσι, η διεύθυνση της οικίας σου, από στοιχείο της ταυτότητάς σου, γίνεται παροχέας ταυτότητας. Ανήκεις στην οικογένεια της οδού π.χ. Αγίου Ισιδώρου 11.

Το οικογενειακό κεραμίδι είναι κάτι σαν προαπαιτούμενο μάθημα, Στέγη 1, για να προχωρήσεις στις επόμενες στέγες της ζωής... Συνεχίζεται εδώ.

6.6.06

Η ζωή στη μονταζιέρα

Πριν από λίγο καιρό, στην Καλαμάτα, με μερικούς από τους αγαπημένους μου φίλους, τον koyan, τη Στέλλα και το Βούλη (βγαίνει από το σλόγκαν του ελληνικού κινηματογράφου "Έχει δίκιο ο Βούλης" - έξτρα κουίζ: βρες από ποια ταινία είναι και κέρδισε τη φιλοξενία ενός ποστ σου στο l'esprit de l' escalier), κουβεντιάσαμε για τις εσφαλμένες πεποιθήσεις που σου κληροδοτεί ο τόπος στον οποίο μεγάλωσες. Τι θέλω να πω - δηλαδή τι είπαμε:

Εγώ, καθώς μεγάλωσα μέχρι τα 18 μου στο Βροντάδο (ναι, εκεί με τις ρουκέτες), έβλεπα στον ορίζοντα απέναντι τα βουνά της Τουρκίας (τα παιδιά των Αθηναίων παραθεριστών ρωτούσαν έντρομα: "Δε φοβάστε;", αλλά αυτό είναι άλλο ποστ). Έβγαινα διάλειμμα στο σχολείο και έβλεπα τα βουνά της Τουρκίας. Έτρωγα παγωτό πραλίνα Κρόνου στη χώρα, στα ζαχαροπλαστεία της προκυμαίας, και έβλεπα τα βουνά της Τουρκίας. Έπινα μπίρες στην παραλία μετά το βραδινό μπάνιο και έβλεπα τα φωτάκια στα βουνά της Τουρκίας. Μέχρι και σήμερα λοιπόν, όταν είμαι στη θάλασσα και βλέπω απέναντι βουνά, νομίζω αυτομάτως ότι βλέπω Τουρκία. Πρέπει να το σκεφτώ για να συνειδητοποιήσω ότι, αφού βρίσκομαι π.χ. στην Κορώνη, δεν μπορεί παρά να βλέπω τα βουνά της Μάνης.

Για τον koyan, καθώς μεγάλωσε μέχρι τα 18 του στην Καλαμάτα, λάδι ίσον ελαιόλαδο. Πατάτες τηγανητές ίσον πατάτες τηγανισμένες σε ελαιόλαδο. Λάδι όχι από ελιά ίσον ύποπτο ανθυποϋγρό. Άνθρωπος που δεν τηγάνιζε σε ελαιόλαδο ίσον άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο, κινητή απειλή για τη δημόσια υγεία, ενδεχομένως και κακός, εχθρός των ελαιοπαραγωγών, προδότης της ιδιαίτερης πατρίδος. Όταν λοιπόν αργότερα, στην Αθήνα, ο koyan είδε άνθρωπο να ρίχνει ανέμελα στο τηγάνι ηλιέλαιο, για να τηγανίσει φρεσκοκαθαρισμένες πατατούλες, λίγο έλειψε να τον σβήσει από την τηλεφωνική του ατζέντα. Πλέον ο χρόνος που του παίρνει για να το εκλογικεύσει έχει μειωθεί αρκετά (και προπάντων δεν του ορμάει μαινόμενος να του πάρει το μπουκάλι και να το τσαλαπατήσει στα μάρμαρα).

Έχει πλάκα το πώς τα παιδικά μας χρόνια, αυτά που περάσαμε σε μικρή ακτίνα από το πατρικό μας σπίτι, βρίσκουν τρόπους και υπάρχουν μέσα μας. Εκεί που δεν το περιμένουμε, να σου ένα ρεφλέξ από το παρελθόν σε ένα ερέθισμα του παρόντος. Ένα ρεφλέξ που φωτίζει για μια στιγμή ολόκληρο τον πίνακα της ζωής-πριν-από-το-δικαίωμα ψήφου-και-πριν-από το-δίπλωμα-οδήγησης, πίνακας που, λόγω της πολυτιμότητάς του, είναι τοποθετημένος στην πιο σκοτεινή κρύπτη του λαβυρίνθου της ζωής.


Ποια είναι η δική σου πεποίθηση που άφησε τον τόπο όπου μεγάλωσες και σε ακολουθεί παντού; Μ;

2.6.06

Αλλιώς ο ευφυής

- Εντάξει, ώρες ώρες γίνεται παράλογα επιθετικός, αλλά είναι έξυπνος, ευφυής, πώς το λένε.
- Το λένε βλάκα.

26.5.06

Αυτοαναφορικότητα

22.5.06

Γεώργιος Βιζυηνός Revisited

(Φαμ Φρακτάλ, έργο 2)

Τι το ήθελα να τους πω ότι έχω προϋπηρεσία στην Καρακίτσος Security; Με ορίσανε μπάστακα στην πύλη του ξενοδοχείου. Την ώρα δηλαδή που εκείνοι θα φτιάχνουν πηγαδάκια στη σάλα του Hotel Memory και θα περιμένουν με αχνιστή αδημονία τυλιγμένη σε κρούστα coolness την επίσκεψη του νεκραναστημένου συγγραφέα, κάνοντας καθωσπρέπει κόντρες μεταξύ τους για το ποιος θα του απευθύνει την πιο εύστοχη ερώτηση, εγώ θα στέκομαι, λέει, στην είσοδο και θα παραφυλάω για τυχόν επίθεση παραθρησκευτικών οργανώσεων με πλακάτ-αιτήματα: «Κάτω ο λοξός διαφθορέας κορασίδων», «Στην πυρά τα νοσηρά γραπτά του φιλότουρκου» και «Γεώργιε Βιζυηνέ, go χώμα».

Ωστόσο, έχω το σχέδιό μου... Συνεχίζεται εδώ.

18.5.06

Eurovision 06 - Stay heavy

Στηρίζω Lordi, αλλά, όπως και πέρσι, το «ντους» το δίνω στο Γιάννη Νένε.

14.5.06

Τα παλάτια του έρωτα, η ψηφιακή άμμος και ο επίμονος οικοδόμος

Το ποστ-ραβασάκι (το μετα-ραβασάκι, δηλαδή) είναι μια κατηγορία ποστ που γράφεις πρωτίστως για να ξελαμπικάρει ο εγκέφαλός σου, όπως συμβαίνει με όλα τα ποστ που γράφεις, αλλά με επιπλέον μια ενδόμυχη επιθυμία να το διαβάσει ξέρεις ποιος. Αν είσαι της σχολής του μπλόγκερ-ημερολογίτη, γράφεις στο βήτα πρόσωπο, «σε βλέπω στο φεγγάρι που γεμίζει, Πανσέληνος, όπως τη μέρα που γεννήθηκες», τέτοιο στιλ. Αν είσαι της σχολής του μπλόγκερ-μυθιστορηματία, φτιάχνεις μια αλληγορική ιστορία, κάτι του τύπου «η Τσικίτα αφιερώνει στη Φαβέλα και περιμένει, λέει, εκείνη τη βόλτα με τη Sachs». Στην πρώτη περίπτωση υπερθεματίζεις στην καψούρα, δε σε νοιάζει πώς θα το πάρει ο μπλογκοκόσμος που παρακολουθεί, προέχει το να τα βγάλεις από μέσα σου. Στη δεύτερη προσπαθείς να περάσεις λίγο στο ντούκου τον ερωτικό καημό και να πλασάρεις το ποστ σαν ένα ακόμα προϊόν της ανεξάντλητης φαντασίας σου.

Και στις δύο περιπτώσεις έχεις στο μυαλό σου το φανταστικό παραλήπτη, που τελικά είναι πραγματικός, αφού, όπως βλέπεις καθαρά στο μετρητή σου, μπήκε στις 08.27, στις 14.03, στις 22.30 και στις 22.40 (ή θα φαίνεται ο σέρβερ της εταιρείας όπου δουλεύει ή θα φαίνεται η είσοδος από το δικό του μπλογκ -δεν μπορεί, έστω μία από τις 4 εισόδους θα την έκανε ο ίδιος κι όχι κάποιος άσχετος που κλίκαρε στα λινκ του- ή θα σου υπονοήσει ο ίδιος ότι διάβασε το αριστούργημα, πετώντας π.χ. μια ατάκα-παραπομπή στην Πανσέληνο). Τον έχεις νοερά απέναντί σου όταν γράφεις το ποστ-ραβασάκι. Και του γράφεις αυτά που θα 'θελες, στην καλύτερη, να καταλάβει από μόνος του, στη μέτρια να του δείξεις, στην τελική να του πεις. Αλλά δεν του λες, δεν του δείχνεις και δεν καταλαβαίνει (ή κάνει πως δεν καταλαβαίνει) γιατί... γιατί ο κόσμος σήμερα είναι πολύπλοκος, η πόλη δαιδαλώδης, η μοναξιά του σχοινοβάτη, έχεις και την πετριά με το γράψιμο και τα λοιπά και τα λοιπά.

Ρίχνεις έτσι τα χαλίκια του Χάνσεν ή της Γκρέτελ στο σκοτεινό μονοπάτι φτιάχνοντας ένα διακεκομμένο φωσφορίζον κορδόνι επικοινωνίας, που θα λάμψει για λίγο, όσο να βγει μια ωραία αεροφωτογραφία, αλλά πολύ γρήγορα θα το φάνε οι κότες (οι κότες τρώνε χαλικάκια για να φτιάξουν καλής ποιότητος τσόφλι αυγού - ή βάλε ψίχουλα αντί για χαλίκια, και νυχτοπούλια αντί για κότες, αλλά έτσι θα χάσεις τη φωσφοριζέ εικόνα του λευκού χαλικιού, προκειμένου να κερδίσεις τα νυχτοπούλια, που είναι ασύγκριτα πιο λυρική επιλογή σε σχέση με τις κότες, ορίστε η πετριά που λέγαμε). Και θα το φάνε οι κότες όχι μόνο επειδή οι μέρες θα περάσουν και θα χαθεί μέσα στον ψηφιακό πολτό του Monitor και κάτω από τις εκατοντάδες λέξεις των καινούριων σου ποστ. Αλλά και επειδή το ποστ-ραβασάκι, εμπλουτισμένο με το ουράνιο των θεατών του διαδικτυακού φλερτ και σημαδεμένο από τη φυσική απουσία, εκπέμπει σε ισχνό βόλιουμ. Όλοι αυτοί που το κοιτάνε απορροφούν μεγάλο ποσοστό από τον ηλεκτρισμό του, ενώ ο ενδιαφερόμενος το δέχεται ολίγον παρεμπιπτόντως, ολίγον μέσα στην τούρλα του σερφαρίσματος. Το ποστ-ραβασάκι δεν είναι ικανό να εγκαταστήσει μια μικροφωνική της προκοπής, για μια επικοινωνία της προκοπής. Ή, για να επιστρέψουμε στο Χάνσεν και στην Γκρέτελ, τα χαλικάκια είναι κουκκίδες που καμιά γραμμή δεν τις ενώνει ώστε να σχηματιστεί το περίγραμμα του ερωτικού συμπλέγματος.

Δε φταίει όμως το μπλογκ κι ο εφευρέτης του. Δεν φταίει το μπλογκ που δε βάζει το κερασάκι πάνω στο αληθινό ερωτικό πάρε δώσε - το ραντεβού με το τριαντάφυλλο στο χέρι κάτω από το στύλο της ΔΕΗ και το χάρτινο ραβασάκι στην τσέπη. Στην πραγματικότητα, η ψηφιακή ερωτική επικοινωνία, αυτή η επικοινωνία με ειδικές ανάγκες, κουκουλώνει το σχεδόν απόλυτο κενό ερωτικής συνομιλίας που ζεις μέρα νύχτα. Αν το βόλιουμ του ποστ είναι ισχνό, οι φωνητικές χορδές δεν ακούγονται καν. Δεν εισακούγονται τα βλέμματα, οι ανατριχίλες δε μεταδίδονται. Το ποστ-ραβασάκι υπάρχει για να σου υπενθυμίζει τι δεν υπάρχει στη ζωή σου και στο κρεβάτι σου, τι θα ζούσες αν δεν είχες την επίμονη ανάγκη να του/της γράψεις.

12.5.06

Μερικές φορές ξυπνάω το πρωί

και νιώθω σαν μπριζόλα που θέλει χτύπημα.